Γεράσιμος Λιβιτσάνος
Γεράσιμος Λιβιτσάνος
Από τις βάσεις που δεν έφυγαν στη στρατηγική συμμαχία και το «βάσεις παντού»
«Επαυξάνουμε συστηματικά την αυτονόητα κρίσιμη σχέση μας με τις ΗΠΑ». Η δήλωση ανήκει στον Γιώργο Γεραπετρίτη και στην αρθρογραφία της προηγούμενης Κυριακή στο Βήμα. Εκεί όπου παρουσίασε τους βασικούς άξονες της εξωτερικής πολιτικής. Με λέξεις προσεκτικά διαλεγμένες («επαυξάνουμε», «συστηματικά», «αυτονόητη»), έστειλε κι αυτός το ίδιο μήνυμα που στέλνουν διαδοχικά οι προκάτοχοί του τα τελευταία 35 χρόνια.
Επιπρόσθετα όμως αναφέρθηκε στη «συμμετοχή των ενεργειακών αμερικανικών κολοσσών Chevron και ExxonMobil στην έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης και στο Ιόνιο». Πιστοποιώντας έτσι το δόγμα του «οι Αμερικανοί ξανάρχονται» μόλις μία εβδομάδα πριν από την επέτειο του Πολυτεχνείου. Μιας εξέγερσης που ο στόχος «εξαφάνισής» της από το ιστορικό-πολιτικό DNA του ελληνικού λαού αποτελεί ανομολόγητο, δημοσίως, αλλά και μόνιμο ζητούμενο της αμερικανικής Πρεσβείας.
Η «ενεργειακή συμφωνία»
Η τελευταία αυτή εξέλιξη της συμφωνίας με τη Chevron και την ExxonMobil παρουσιάζεται με διθυραμβικό τρόπο από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Περιγράφεται όχι απλά ως μια σύμπραξη για δικαιώματα ορυκτών πόρων αλλά ως «ενεργειακή ψήφος εμπιστοσύνης» των ΗΠΑ προς την Ελλάδα και αντίστοιχα ως μια μεγάλη επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής.
Στην πραγματικότητα αποτελεί ένα «μνημείο» κυνισμού. Αφού απροκάλυπτα ακόμη και αυτό που οι αστικές κυβερνήσεις αποκαλούν «εξωτερική πολιτική» ταυτίζεται πλέον με τα γεωπολιτικά-οικονομικά συμφέροντα δύο εταιρειών! Δηλαδή δεν μπαίνουν καν στον κόπο τη σχέση αυτή που διαμορφώνεται να την «κρύψουν» κάπως πίσω από μια διακρατική σύμβαση, έστω με τις ΗΠΑ. Ουσιαστικά η κυβέρνηση Τραμπ έχει ως «εκπρόσωπους» δύο επιχειρήσεις και η ελληνική πλευρά βασίζει πάνω σε συμφωνίες τα «συμφέροντα της χώρας» στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο! Σαν να μην είναι το πιο… φυσιολογικό πράγμα στον καπιταλισμό οι δύο εταιρείες να αλλάξουν στοχεύσεις και προσανατολισμό όταν τα οικονομικά τους συμφέροντα το απαιτήσουν.
Η εξωτερική πολιτική ταυτίζεται απροκάλυπτα με τα συμφέροντα δύο αμερικανικών πολυεθνικών εταιρειών
Το «μεγάλο» πλέγμα
Η ενεργειακή συμφωνία που προαναφέραμε δεν μπορεί παρά να εξεταστεί στο συνολικό πλέγμα των γεωπολιτικών-στρατιωτικών σχέσεων Ελλάδας-ΗΠΑ που έχουν διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Πάντα στη βάση της συμμετοχής της χώρας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία του ΝΑΤΟ, που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50 και διατηρήθηκε και τη δεκαετία του ’80, ανανεωμένη και με την αποικιοκρατικού πνεύματος διμερή συμφωνία για την παραμονή των αμερικανικών βάσεων· τις οποίες είχε υποσχεθεί να «καταργήσει» η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και έκανε ακριβώς το αντίθετο.
Σήμερα οι στρατιωτικοπολιτικές σχέσεις Ελλάδας και ΗΠΑ βασίζονται στην περίφημη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (Mutual Defense Cooperation Agreement – MDCA) που ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 12 Μαΐου του 2022. Βασικό της περιεχόμενο είναι η επέκταση των υφιστάμενων στρατιωτικών βάσεων σε όλη τη χώρα. Κυριότερο στοιχείο της είναι πως η συμφωνία αυτή έχει μόνιμο χαρακτήρα. Δεν τίθεται δηλαδή θέμα επαναδιαπραγμάτευσης και ανανέωσής της. Ακόμη και μια σχετική πρόβλεψη (που ορίζει… διετή προειδοποίηση για να ισχύσει) είναι ουσιαστικά ανενεργή.
Για να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, προηγήθηκε προσύμφωνο ανάμεσα σε Ελλάδα- ΗΠΑ το 2019 (συνυπέγραψαν οι υπουργοί Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος και Μάικ Πομπέο) και επέκτειναν τη δημιουργία νέων στρατιωτικών δομών στη Σούδα, τη Λάρισα, το Στεφανοβίκειο και κυρίως το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Στη συνέχεια μία ακόμη επικαιροποίηση, το 2021, της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας-ΗΠΑ (υπογράφτηκε στο Παρίσι από τον Νίκο Δένδια και τον Άντονι Μπλίνκεν).
Η υπόθεση όμως αυτή δεν ξεκινά από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη. Ουσιαστικά η κοινοβουλευτική έγκριση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας ήταν η επικύρωση πραγματικών δεδομένων που προέκυψαν από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Με υπουργό Άμυνας τον Πάνο Καμμένο, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2015-2019 στο πλαίσιο της αναβάθμισης της στρατηγικής συμμαχίας Ελλάδας-ΗΠΑ (έτσι έλεγε ο τότε ΥΕΘΑ) πήρε συγκεκριμένες αποφάσεις: Το 2017 συμφώνησε στην παροχή διευκολύνσεων προς τις δυνάμεις των ΗΠΑ στο αεροδρόμιο και το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, που αποτέλεσε το πρόπλασμα για τη δημιουργία αμερικανικής στρατιωτικής βάσης (με προφανή στόχο τη Ρωσία). Τότε συμφωνήθηκε η λειτουργία στρατιωτικού αεροδρομίου στο Στεφανοβίκειο με διακηρυγμένο στόχο να αποτελέσει βάση αμερικανικών ελικοπτέρων. Συμφωνήθηκε η επέκταση του καθεστώτος μεταστάθμευσης στην 110 Πτέρυγα Μάχης στη Λάρισα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών των ΗΠΑ, ενώ επίσης συμφωνήθηκε η χρήση για ανάλογους σκοπούς του στρατιωτικού αεροδρομίου της Ανδραβίδας.
Αν θέλουμε μάλιστα να πάμε… ακόμη πιο πίσω αλλά να εντοπίσουμε και τη «συνέχεια» των πολιτικών που ακολουθήθηκαν από όλες τις κυβερνήσεις της τελευταίας 35ετίας, οφείλουμε να αναφέρουμε το εξής: Η έναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας που δεκαετίες αργότερα κατέληξε στη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας του 2022 ξεκίνησε το 1990 και την υπέγραψε στις 8 Ιουλίου ως υπουργός Εξωτερικών ο μετέπειτα πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς με τον ομόλογό του Τζέιμς Μπέικερ.
Μέση Ανατολή
Συνακόλουθες των παραπάνω συμφωνιών ήταν και οι γεωπολιτικές-στρατιωτικές σχέσεις ανάμεσα σε Ελλάδα και Ισραήλ, μιας και το κράτος που έχει σήμερα κυβέρνηση Νετανιάχου ήταν και είναι ο πλέον βασικός σύμμαχος των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή. Ενδεικτικά και μόνο να αναφέρουμε ότι η στρατηγική συμφωνία ανάμεσα σε Ελλάδα και Ισραήλ ξεκίνησε από τον Γιώργο Παπανδρέου (και τον Μπένζαμιν Νετανιάχου) με τη δημιουργία Μεικτής Επιτροπής των δύο χωρών τον Ιούλιο του 2010 και συνεχίστηκε από την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά το 2013. Το 2016, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, υπογράφτηκε το στρατιωτικό σκέλος αυτής της συμφωνίας με την υπογραφή διακρατικής σύμβασης αμυντικής συνεργασίας με το Ισραήλ (περιείχε μάλιστα την πρόβλεψη πως οι «Συμφωνίες Εφαρμογής» της σύμβασης δεν είναι υποχρεωτικό να δημοσιοποιηθούν ή να εγκριθούν πλέον από τη Βουλή). Το έργο ολοκληρώθηκε με δύο ακόμη διακρατικές συμβάσεις το 2021 και το 2024 από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 15-16 Νοεμβρίου
















