Χρίστος Κρανάκης
Σήμερα μοιάζει μακρινό, το Πολυτεχνείο δείχνει το «πώς» θα έρθει πιο κοντά
Η νεολαία του ’73 επιτέλεσε κομβικό ρόλο στην πτώση της δικτατορίας. Οι χώροι της (όπως η Νομική και το Πολυτεχνείο) έδωσαν πολύτιμο έδαφος (κυριολεκτικά και πολιτικά) στο ευρύτερο αντιδικτατορικό κίνημα. Οι νεολαιίστικες διεκδικήσεις τις δεκαετίες ’60 και ’70 (βλ. 114, 15% για την Παιδεία, Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία) ήταν συνυφασμένες με την ευρύτερη κοινωνικοπολιτική κατάσταση και -σε μεγάλο βαθμό- με τους τακτικούς στόχους της Αριστεράς. Το νεολαιίστικο κίνημα (και ειδικά το φοιτητικό) είχε τη δικιά του σχετική αυτοτέλεια, αλλά τροφοδοτούνταν και τροφοδοτούσε το εργατικό, παρότι ειδικά το τελευταίο ήταν «πληγωμένο» από διώξεις και καταστολή. Εν ολίγοις, το ιστορικό συμπέρασμα είναι πως η νεολαία βγήκε μπροστά και ενίσχυσε τη δράση του εργατικού κινήματος, που πάντα παραμένει το καθοριστικό.
Σήμερα, 52 χρόνια αργότερα, δεν παρατηρείται η ίδια συνθήκη. Τα νεολαιίστικα ξεσπάσματα δυσκολεύονται να παρακινήσουν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, ενώ η (υποκειμενική και αντικειμενική) αδυναμία σύνδεσης ειδικού-γενικού είναι έκδηλη.
Η αλήθεια είναι πως οι πολιτικοί και ιδεολογικοί συσχετισμοί εντός νεολαίας είναι πιο αρνητικοί. Η ιστορική μνήμη «σβήνει» και η ενασχόληση με τα κοινά δίνει τη θέση της στον ατομικισμό, που καλλιεργεί η σύγχρονη αγορά εργασίας και η ασκούμενη πολιτική. Από το (παραδοσιακό πλέον) «τίποτα δεν θα αλλάξει», μέχρι τα πιο επικίνδυνα «εγώ δεν ασχολούμαι με πολιτική» και «τίποτα δεν θα μου χαλάσει τη διάθεση», είναι δόγματα με πολύ ισχυρή επιρροή σε μεγάλα τμήματα της νεολαίας και συνήθως τα φτωχότερα. Η κανονικοποίηση και ιδεολογικοποίηση του «δεν αξίζει να χαλιέσαι» δυσχεραίνει τη στράτευση όχι απλά σε ένα συλλογικό σκοπό, αλλά και στην ίδια τη ζωή, καθώς σ’ αυτή κάθε άνθρωπος που νοιάζεται για τους γύρω του θα στεναχωρηθεί, θα λυπηθεί και εν τέλει θα παλέψει για εκείνους, όπως και για τον ίδιο του τον εαυτό.
Αν και σε όποιον βαθμό ισχύουν τα παραπάνω, το κρίσιμο ερώτημα που γεννάται έχει να κάνει με τις επιλογές της πρωτοπορίας στις υπάρχουσες συνθήκες. Μήπως πρέπει να «σβήσει λίγο» και να χαράξει μία γραμμή αναλογικών βημάτων, που θα αλλάζουν λίγο-λίγο την κατάσταση; Κοινώς: «πάμε πρώτα με αιτήματα χώρου να δημιουργήσουμε κλίμα και τα αναβαθμίζουμε ύστερα;». Η αντίληψη αυτή τα τελευταία χρόνια πήρε τα «πάνω» της σε μία σειρά από νεολαιίστικους χώρους (κυρίως πανεπιστήμια), με συγκεκριμένα αποτελέσματα…
Ούτε όμως η ιστορική εμπειρία των νεολαιίστικων εξεγέρσεων σαν αυτές του Μάη του ’68 και του Νοέμβρη του ’73, παρότι σε διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, επιβεβαιώνουν την παραπάνω αντίληψη. Η «σπίθα» που άναψαν τα επιμέρους αιτήματα, έγινε «φλόγα» επειδή στο επίκεντρο έμπαινε εξ’ αρχής ένα κεντρικότερο επίδικο και επειδή ευρύτερα τμήματα της νεολαίας και της κοινωνίας, ακολούθησαν το έμπρακτο και καθολικό παράδειγμα δυναμικών κοινωνικών και πολιτικών πρωτοποριών… Το περιεχόμενο δεν βαθαίνει ως δια μαγείας από τη μία μέρα στην άλλη, ούτε γίνεται συνολικά κτήμα ενός δυναμικού σταδιακά. Ο «σπόρος» της ευρύτερης αντιπαράθεσης για μία συνολικά καλύτερη ζωή «φυτεύεται» από την πρώτη στιγμή. Πολλώ δε μάλλον σε μία εποχή καταιγιστικών εξελίξεων και σαρωτικής επίθεσης του κεφαλαίου.
Η αποστοίχιση κοινωνικών υποκειμένων από την Αριστερά, οργανωτικά και πολιτικά, δεν συνεπάγεται ολοκληρωτική ή μόνιμη απομάκρυνση της νέας γενιάς από τα «κοινά». Ιστορικά παραδείγματα, όπως κυρίαρχα ο Μάης του ’68, αποδεικνύουν πως υπήρχαν στιγμές που η νεολαία «έλαμψε» δια των αγώνων της εκπλήσσοντας τους πάντες. Και σήμερα, όμως, παρατηρούνται διεθνώς αγωνιστικά τμήματα που επιμένουν να αγωνίζονται και μάλιστα εμφανίζονται να ριζοσπαστικοποιούνται προς τα αριστερά. Για να επικοινωνήσει η ριζοσπαστική Αριστερά με τέτοια δυναμικά τμήματα δεν χρειάζεται μία ήπια γραμμή που θα πάει το κίνημα «από το ένα στο δύο», αλλά μία εις βάθος διείσδυση στον τρόπο που εκείνα θα αγωνιστούν πιο ενεργά για τα θέματα που τους αφορούν.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 15-16 Νοεμβρίου
















