Παναγιώτης Ξοπλίδης
Το πρόγραμμα του Μαμντάνι δεν παραπέμπει σε κομμουνιστή και, μέχρι πριν μερικά χρόνια, ενδεχομένως δεν θα θεωρούνταν καν ριζοσπαστικό, ειδικά στην Ευρώπη. Αυτό, όμως, που το καθιστά «ακραίο» δεν είναι άλλο από τη βαρβαρότητα του σύγχρονου καπιταλισμού και την έκταση που αυτή τείνει να λάβει ειδικά στις ΗΠΑ του Τραμπ.
Αν πιστέψουμε τον Ντόναλντ Τραμπ, ένας κομμουνιστής εκλέχτηκε δήμαρχος στη Νέα Υόρκη, την παγκόσμια πρωτεύουσα του καπιταλισμού. Η αλήθεια είναι πως ο Ζοχράν Μαμντάνι, ως μουσουλμάνος μετανάστης, εκπροσωπεί όλα όσα στοχοποιεί ο φασιστικός λόγος του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόκειται, όμως, για έναν μετριοπαθή σοσιαλδημοκράτη, μέλος του DSA (Δημοκράτες Σοσιαλιστές Αμερικής), με κεντρικό στόχο της καμπάνιας του να κάνει τη Νέα Υόρκη «πιο προσιτή για τους πολλούς», μέσω παγώματος και ελέγχου των ενοικίων, δωρεάν και γρήγορων λεωφορείων, παιδικών σταθμών και δημοτικών παντοπωλείων.
Τίποτα από αυτά δεν θα θεωρούνταν ως ριζοσπαστικό πριν από λίγες δεκαετίες και ασφαλώς τίποτα δεν έχει σχέση με κομμουνισμό. Ακόμα και στις ΗΠΑ, οι οποίες δεν γνώρισαν ποτέ ένα κράτος πρόνοιας σε κεντρικό επίπεδο, υπήρχε στους δήμους μια ισχυρή παράδοση σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών που υλοποίησαν μεγάλα έργα δημόσιων υποδομών στο παρελθόν. Αυτό που κάνει το πρόγραμμα του Μαμντάνι να μοιάζει «ακραίο» είναι η βαρβαρότητα του σύγχρονου καπιταλισμού και η έκτασή της στις ΗΠΑ. Ανάλογα μέτρα, άλλωστε, διατηρούνται σε πολλές πόλεις του καπιταλιστικού κόσμου, ακόμα και σε χώρες πολύ πιο φτωχές.
Τι σημαίνει ο θρίαμβος του Ζοχράν Μαμντάνι στην «πρωτεύουσα» του καπιταλισμού
Ο πολιτικός σεισμός δεν αφορά επομένως το πρόγραμμα – που είναι σημαντικό και αναγκαίο για την εργατική τάξη – αλλά το γεγονός της σύγκρουσής του όχι μόνο με τον τραμπισμό, αλλά και με την κρίση του αμερικανικού καπιταλισμού. Η Νέα Υόρκη δεν έχει μείνει αλώβητη. Η καθημερινότητα είναι αβίωτη σε συνοικίες όπου ζει το ένα εκατομμύριο των ψηφοφόρων του Μαμντάνι και οι 100.000 που κινητοποιήθηκαν ως εκλογικός μηχανισμός, επαναφέροντας την πολιτική στον δρόμο. Αν και η εκλογική μάχη απέκτησε πανεθνική διάσταση, ο Μαμντάνι τόνισε πάνω απ’ όλα την ιδιότητα του ως Νεοϋορκέζος (σε μια πόλη όπου σχεδόν το 40% του πληθυσμού είναι γεννημένο στο εξωτερικό), εστιάζοντας στα «μικρά» τοπικά προβλήματα με ένα ηθικό λόγο, προστατευτικό για μια κοσμική, πολυφυλετική δημοκρατία.
Η επίλυση των οξύτατων προβλημάτων είναι εξαιρετικά επισφαλής, καθώς ακόμα και μικρές βελτιώσεις θα εξαρτηθούν από τον «ρεαλισμό» του δημοτικού προϋπολογισμού. Η αρμοδιότητα του δημάρχου να παρεμβαίνει στις τιμές των ενοικίων είναι περιορισμένη και ήδη, σε συνέντευξή του στους New York Times, ο Μαμντάνι δήλωσε ότι έχει αλλάξει γνώμη για το ρόλο του ιδιωτικού τομέα στην κατασκευή κατοικιών. Οι προτεινόμενοι στεγαστικοί συνεταιρισμοί θα διοικούνται συλλογικά, ωστόσο θα λειτουργούν εντός της αγοράς, θα ανταποκρίνονται στις δυνάμεις της, χωρίς να βασίζονται σε κρατικές επιδοτήσεις.
Το δε πάγωμα των ενοικίων για τέσσερα χρόνια θα αφορά ένα μικρό ποσοστό διαμερισμάτων, καθώς οι αυξήσεις ή μειώσεις γίνονται βάσει συγκεκριμένου τύπου που ορίζεται από τη νομοθεσία, χωρίς δυνατότητες μεγάλης παρέμβασης. Ο πραγματισμός του Μαμντάνι υπογραμμίζεται ήδη από το επιτελείο που θα πλαισιώσει την δημοτική αρχή. Ανάμεσα στα άλλα, θα ζητήσει και από την Τζέσικα Τις, νυν επίτροπο του Αστυνομικού Τμήματος της Νέας Υόρκης, να παραμείνει στη θέση της. Η Τις είναι γόνος μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της πόλης και μέλος της Anti Defemation League, μιας σιωνιστικής οργάνωσης που ευθύνεται για τις διώξεις πολλών αγωνιστών του κινήματος αλληλεγγύης προς τη Γάζα με την κατηγορία του αντισημιτισμού. Στο στενό επιτελείο του βρίσκεται και ο Πάτρικ Γκασπάρντ, πρώην πρόεδρος του Ιδρύματος Ανοιχτής Κοινωνίας (Open Society Foundations) του Τζορτζ Σόρος και του think tank Center for American Progress, που βρίσκεται στον σκληρό πυρήνα του κατεστημένου του Δημοκρατικού Κόμματος.
Η πολιτική πόλωση αναπτύσσεται: To 76% των ερωτηθέντων στις ηλικίες 18-35 απάντησε ότι βλέπει θετικά τον σοσιαλισμό
Η νίκη του Μαμντάνι δεν συνιστά, λοιπόν, κάποια «κόκκινη απειλή», αλλά αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου φαινομένου δυσπιστίας και οργής προς το πολιτικό σύστημα – αν και το φαινόμενο παραμένει εντός των δύο πυλώνων του, των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατικών. Κατά ένα τρόπο, ο Τραμπ ήταν αυτός που έσωσε τους πρώτους, αξιοποιώντας την μαζική δυσαρέσκεια και στρέφοντας προς τα ακροδεξιά την αυξανόμενη ταξική οργή στην αμερικανική κοινωνία. Όσο για το Δημοκρατικό Κόμμα, μια αντίρροπη προσπάθεια εξέφρασε ο Μπέρνι Σάντερς, αλλά απέτυχε να σπάσει τον φαύλο κύκλο του εγκλωβισμού της κοινωνικής δυσαρέσκειας μέσα στα πλαίσια του αστικού διπολισμού. Η εμπειρία από την εκλογή και άλλων δημοφιλών μελών των DSA (όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ) είναι ότι τελικά δεν αλλάζουν αυτοί τους Δημοκρατικούς, αλλά το κόμμα αλλάζει αυτούς. Η Κορτέζ έφθασε στο σημείο να ψηφίζει – εν μέσω γενοκτονίας – υπέρ της στρατιωτικής βοήθειας στο Ισραήλ, λέγοντας ότι διαχωρίζει τα αμυντικά όπλα από τα επιθετικά!
Διακηρυγμένος στόχος και του Μαμντάνι είναι να αναζωογονήσει το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο βγήκε ενισχυμένο και από τις νίκες στις πολιτείες της Βιρτζίνια και του Νιού Τζέρσεϊ. Εκεί οι υποψήφιές του ανήκαν στη λεγόμενη ομάδα των CIA Democrats, στελεχών με προϋπηρεσία στις μυστικές υπηρεσίες και το στρατιωτικό πλέγμα. Το δε κατεστημένο των Δημοκρατικών έδωσε απλόχερα την στήριξη του στον Μαμντάνι και όχι στον εσωκομματικό αντίπαλό του Κουόμο, μέσω του πρώην προέδρου Ομπάμα, αλλά και της κυβερνήτριας της πολιτείας της Νέας Υόρκης, Κάθι Χότσουλ, που ανήκει στην δεξιά πτέρυγα του κόμματος και έχει αντιταχθεί στις αυξήσεις φόρων για τους πλούσιους.
Η πολιτική πόλωση, όμως, αναπτύσσεται και δε θα είναι εύκολο να ενσωματωθεί. To 76% των ερωτηθέντων στις ηλικίες 18-35 απάντησε ότι βλέπει θετικά τον σοσιαλισμό και ο «στιγματισμός» του Μαμντάνι ως «κομμουνιστή» μάλλον είχε αντίθετα αποτελέσματα. Η αλληλεγγύη του στην Παλαιστίνη, παρά τα όρια της, όχι μόνο δεν τον απομόνωσε αλλά τον ενίσχυσε, αποτυπώνοντας τις τάσεις ριζοσπαστικοποίησης ειδικά στη νεολαία. Ωστόσο, η άρνηση οποιασδήποτε προοπτικής να ξεφύγει από το πλαίσιο του Δημοκρατικού Κόμματος επιβραδύνει αυτές τις τάσεις, καθώς στον σύγχρονο καπιταλισμό ακόμα και μικρές κοινωνικές κατακτήσεις προϋποθέτουν ταξική και πολιτική ανεξαρτησία από την αστική πολιτική.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 8-9 Νοεμβρίου
















