Με ένα κείμενο που περισσότερο υπεκφεύγει παρά αντιπαρατίθεται «απάντησε» ο Ριζοσπάστης στο τεκμηριωμένο άρθρο κριτικής στις Θέσεις του Συνεδρίου του ΚΚΕ στο προηγούμενο Πριν (1-2/11). Τρία ήταν τα κύρια ζητήματα που αναδείχθηκαν στο κείμενο κριτικής των Θέσεων. Και πρώτα απ’ όλα για τη θέση του ΚΚΕ για το Μεσανατολικό και την Παλαιστίνη, δεν υπάρχει κάποια απάντηση για τον αποκλειστικό ρόλο που παίζει το Ισραήλ στο ματοκύλισμα της περιοχής, την «ισότιμη» αντιμετώπισή του από τις Θέσεις με τον… Λίβανο και τους… Χούθι, την άρνηση του ΚΚΕ να τεθεί το ζήτημα της διακοπής των σχέσεων της Ελλάδας με το κράτος-δολοφόνο και του σπασίματος του αντιδραστικού άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ με ενορχηστρωτή τις ΗΠΑ.
Φαίνεται πως οι αντιλήψεις του τύπου «όλοι αστικές τάξεις είναι», «όλοι φταίνε» που διαπερνούν τις Θέσεις, αποτελούν το άλλοθι για τη μεσοβέζικη πολιτική, που θέλει να είναι με την Παλαιστίνη χωρίς να θίξει το όριο της κυβερνητικής και ευρύτερης αστικής στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ ως «ανάχωμα στην Τουρκία» και οδήγησε τελικά στην απαράδεκτη στάση του ΚΚΕ στις κινητοποιήσεις ενάντια στο CROWN IRIS και την απόστασή του από τις κινήσεις αλληλεγγύης το καλοκαίρι.
Στα ελληνοτουρκικά επιβεβαιώνει την κριτική του Πριν. Σε τελική ανάλυση η στάση του του ΚΚΕ απέναντι στον ανταγωνισμό των αστικών τάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο για τις αγορές, τις εξορύξεις, τις ΑΟΖ συμπυκνώνεται στο «όλοι οι άλλοι έχουν άδικο, η Ελλάδα είναι η μόνη που έχει δίκιο στις διεκδικήσεις της, αλλά η αστική τάξη δεν το υπερασπίζεται με αρκετή συνέπεια, με αρκετή αδιαλλαξία, υποχωρεί στο όνομα της ηρεμίας στο ΝΑΤΟ».
Αν το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα σε κάθε χώρα της Μεσογείου είχε την ίδια στάση, αν αντί να καταγγέλλει ότι όλες τις αστικές τάξεις έχουν άδικο, στηρίζει το δίκιο της δικής του αστικής τάξης θα σέρνεται όχι σε μια ταξική διεθνιστική αλλά σε μια μικροαστική γραμμή εντός του αστικού «πατριωτικού» πλαισίου, ευάλωτο στον εθνικισμό, στους εξοπλισμούς, τους ανταγωνισμούς.
Τέλος η «απάντηση» καταγγέλλει με μεγάλη ευκολία τους αντικαπιταλιστικούς στόχους πάλης, δηλαδή τη συγκεκριμένη έκφραση του προγράμματος της εργατικής εξουσίας στις συγκεκριμένες συνθήκες (ζητήματα που μπαίνουν στην ημερήσια διάταξη, συσχετισμοί δύναμης που διαμορφώνονται κλπ), ως «διαχείριση του καπιταλισμού». Αρκείται να έχει ένα κάποιο πρόγραμμα «λαϊκής-εργατικής εξουσίας» σαν εικόνισμα σε κάποια απόφαση Συνεδρίου και να παλεύει σήμερα ορισμένους άμεσους οικονομικούς στόχους προπαγανδίζοντας τον «σοσιαλισμό», περιμένοντας το «κάλεσμα της ιστορίας». Αλλά αυτό είναι πιο κοντά στον ιστορικό «οικονομισμό» του ρεφορμισμού, παρά στον πολιτικό αγώνα του επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 8-9 Νοεμβρίου
















