Δέσποινα Καραγιώργου
▸Τεράστιες παραμένουν οι ελλείψεις προσωπικού στα σχολεία όλης της χώρας. Παράλληλα, το υπουργείο Παιδείας επιχειρεί να ολοκληρώσει τη θεσμική κατεδάφιση της Ειδικής Αγωγής. Η μετατροπή του δημόσιου σχολείου σε εμπόρευμα απαιτεί άμεση συλλογική απάντηση.
Τα κενά στα σχολεία όλων των βαθμίδων είναι ένα δομικό πρόβλημα του λαού και των παιδιών του. Για την κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας είναι δομική πολιτική επιλογή. Δεδομένου ότι κάθε αρχή σχολικής χρονιάς η εκπαίδευση ξεκινάει με 50.000 κενά, παρά τις συγχωνεύσεις και τα 27άρια τμήματα με στόχο την πλήρη ευθυγράμμιση με τη γραμμή ΟΟΣΑ, προσπαθούν να περικόψουν ανάγκες σε βάρος της μόρφωσης των παιδιών. Σε μια κοινωνία που υποτίθεται ότι «δεν αφήνει κανέναν πίσω», επιλέγουν συνειδητά να πετούν εκτός εκπαιδευτικού χάρτη τους/τις πιο ευάλωτους/ες: τα παιδιά με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Οι τελευταίες παρεμβάσεις στο πεδίο της Ειδικής Αγωγής δεν αποτελούν απλώς μια ακόμη κακή στιγμή ή αβλεψία στη διαχείριση. Πρόκειται για στοχευμένη πολιτική επιλογή πλήρους αποδόμησης των δημόσιων δομών ειδικής εκπαίδευσης, που εντάσσεται σε ένα συνολικότερο σχέδιο απαξίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης, αποψίλωσης των μορφωτικών δικαιωμάτων και κατάργησης των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών.
Τα νούμερα μιλούν από μόνα τους: Στην Α ́ φάση προσλήφθηκαν 24.791 αναπληρωτής(ρι)ες με ποσοστό κάλυψης 61% των συνολικών κενών, ενώ η Β΄ φάση ήρθε να καλύψει 11.000 κενά σε όλο το φάσμα ΠΕ-ΔΕ-ΕΕΠ-ΕΒΠ. Τρανταχτές καταγγελίες σωματείων για την υποστελέχωση πανελλαδικά και ενδεικτικά στην πρωτοβάθμια με 563 στην Α΄ Αθήνας, 662 στην Ανατολική Αττική, 200 στην Κέρκυρα, με το μέτρημα των χαμένων διδακτικών ωρών να μην έχει τέλος.
Ταυτόχρονα, με νέα εγκύκλιο το υπουργείο Παιδείας επιχειρεί να ολοκληρώσει τη θεσμική κατεδάφιση της Ειδικής Αγωγής. Στο όνομα μιας υποκριτικής «συμπερίληψης», υλοποιεί το σχέδιο: διαλύουμε τις δομές, συγχωνεύουμε ρόλους και μετατρέπουμε το «όλοι μαζί» σε «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Οι διακριτοί παιδαγωγικοί ρόλοι καταργούνται. Η στήριξη των μαθητών δεν βασίζεται πια σε επιστημονικά πορίσματα, αλλά στις «διαθέσιμες ώρες του σχολείου». Και όλα αυτά, με ένα σαθρό επικοινωνιακό περιτύλιγμα «ευελιξίας» και «αυτονομίας», που στην πραγματικότητα σημαίνουν εγκατάλειψη από το κράτος.
Κοντεύει Νοέμβρης και στα σχολεία υπάρχουν ακόμα τουλάχιστον 15.000 κενά εκπαιδευτικών
Και φυσικά, τη ζημιά την πληρώνουν τα παιδιά. Μέγιστη μορφωτική εγκατάλειψη των μαθητών που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη. Παιδιά με διαγνώσεις ή χωρίς, παιδιά με δυσκολίες λόγου, επικοινωνίας, συμπεριφοράς, συγκέντρωσης, ψυχοκοινωνικές ανάγκες ή αναπηρίες, αφήνονται να παλέψουν σε ένα περιβάλλον που δεν μπορεί να τους στηρίξει. Το σχολείο σταματά να είναι εργαλείο ένταξης και γίνεται εργαλείο αποκλεισμού. Η διαφορά είναι πως αυτή τη φορά, οι μαθητές αυτοί δεν αποκλείονται με κάποια επίσημη απόφαση. Απλώς, αφήνονται να αποτύχουν μόνοι τους.
Αυτή η επίθεση δεν είναι αποσπασματική. Πλησιάζει Νοέμβρης και στα σχολεία υπάρχουν ακόμα δεκάδες χιλιάδες ελλείψεις σε προσωπικό. Πολιτική που εχθρεύεται τη μόνιμη εργασία, επιβάλει τα δεκάδες χιλιάδες μόνιμα κενά. Τα παραπάνω εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική διάλυσης των δημόσιων αγαθών.
Οι ίδιες πολιτικές που καταργούν τις δομές της Ειδικής Αγωγής, είναι εκείνες που αφήνουν τα νοσοκομεία χωρίς προσωπικό, που εξοντώνουν τους εργαζόμενους με ελαστικές σχέσεις, που ιδιωτικοποιούν τα πάντα – από το νερό και την ενέργεια μέχρι τη φροντίδα και την πρόνοια. Είναι οι ίδιες πολιτικές που μετατρέπουν τη γνώση σε εμπόρευμα και τους ανθρώπους σε αριθμούς.
Και σ’ αυτή την κοινωνία, το σχολείο παύει να είναι χώρος μόρφωσης και γίνεται εργαλείο κοινωνικής διαλογής. Οι εκπαιδευτικοί μετατρέπονται σε αναλώσιμους διαχειριστές ελλείψεων και τα πιο ευάλωτα παιδιά σε «περιττές δαπάνες». Τα χιλιάδες κενά που υπάρχουν στην έναρξη κάθε σχολικής χρονιάς δεν είναι αβλεψία. Τα χιλιάδες κενά στα σχολεία όπως και στα νοσοκομεία και σε κάθε αντίστοιχη δομή είναι στην πραγματικότητα στόχος, μία όψη της πολιτικής της εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησής τους.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε τεχνοκρατική ούτε διαχειριστική. Πρέπει να είναι πολιτική. Συλλογική. Ανυποχώρητη. Γιατί η Ειδική Αγωγή δεν αφορά μια «ειδική περίπτωση» – είναι ο καθρέφτης του πώς μια πολιτεία αντιλαμβάνεται το δικαίωμα όλων στην εκπαίδευση. Όταν το σχολείο σταματά να χωρά τους πιο ευάλωτους, τότε δεν είναι πια σχολείο. Είναι μηχανισμός αποκλεισμού. Και τότε, δεν φταίνε τα παιδιά. Φταίει το σύστημα και όσοι το υπηρετούν.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 18-19 Οκτωβρίου 2025
















