Γιώτα Ιωαννίδου
Καθώς η βαρβαρότητα αναδύεται από παντού και η απογοήτευση εναλλάσσεται με την αδιέξοδη οργή, το ερώτημα «Πώς θα τους ανατρέψουμε εμείς;» γίνεται πιο καθαρό και αμείλικτα προκλητικό. Κάθε συλλογική απόπειρα αντίστασης και αγώνα αποκτά το νόημα της.
Από το έγκλημα των Τεμπών και τη γενοκτονία στη Γάζα, μα και εκατοντάδες καθημερινά γεγονότα από τον κάθε τόπο δουλειάς και ζωής έως τις ομιλίες των ηγετών στην αίθουσα του ΟΗΕ, αναδύεται η δυσοσμία της κοινωνικής βαρβαρότητας. Η ανθρωπότητα αιμορραγεί και σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις αδιάντροπα διαπραγματεύονται τη θέση των κεφαλαίων που εκπροσωπούν, στη διαθήκη της.
Η αποκάλυψη ενός αδηφάγου συστήματος, που κυνικά υποβιβάζει την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια στο τελευταίο σκαλί της κλίμακας αξιών του, σοκάρει. Αλλά και αφυπνίζει. Απέναντι μας στέκεται ο βασιλιάς καπιταλισμός γυμνός σε όλη του την κρίση και την παρακμή. Αφού δεν μπορεί να ξεγελάσει απειλεί και καταστρέφει κυνικά. Τη γενοκτονία στη Γάζα δεν τη διαπράττει μόνο ο Νετανιάχου και ο Τραμπ αλλά και όλοι οι μικροί και μεγάλοι ηγέτες, που τη στηρίζουν ή την ανέχονται. Ο αστικός πολιτικός κόσμος, για μια ακόμη φορά στην ιστορία, προτιμά την άνοδο ενός σύγχρονου φασισμού από τη διακύβευση της κυριαρχίας του.
«Ο κόσμος είναι τόσο πολύπλοκος κι αυτοί τόσο δυνατοί… Ποιος μπορεί να τους σταματήσει τουλάχιστον, αν όχι να αποδώσει δικαιοσύνη;» αναρωτιούνται όλο και περισσότεροι άνθρωποι. Όταν η απογοήτευση δίνει τη θέση της στην απελπισία και την οργή, κανείς δεν μπορεί να υπομένει για πάντα. Κι όταν αυτή αφορά και τις ζωές των διπλανών και τη συνειδητοποίηση ότι ο πόνος και η ανάγκη είναι κοινή, γίνεται δύναμη.
Στις 22 Σεπτέμβρη αυτή η δύναμη κατέλαβε τους δρόμους ογδόντα πόλεων στην Ιταλία σε μια απεργία των εργαζόμενων για την υπεράσπιση της Παλαιστίνης, την καταδίκη της πολεμικής οικονομίας και του Ισραήλ. Συνεπήρε συνδικάτα των λιμενεργατών για να σχεδιάσουν πώς θα γίνουν τοίχος ασφαλείας για τα πλοία του Global Sumud Flotilla για να σπάσουν τον αποκλεισμό της Γάζας. Αυτή η δύναμη κάθε μέρα σφίγγει με αλληλεγγύη τα χέρια των απεργών πείνας, για το έγκλημα των Τεμπών, στο Σύνταγμα… Κέρδισε περηφάνια από τον αγώνα της παλαιστινιακής αντίστασης, που επιμένει: «Δίνουμε τη ζωή μας. Όχι τα όπλα μας». Όλο το καλοκαίρι και κάθε ημέρα, αυτή η δύναμη γίνεται ο εφιάλτης των κυρίαρχων, ανά τον κόσμο, που δεν μπορούν παρά να δείχνουν ότι την παίρνουν υπόψη…
Δεν ταιριάζει στην Αριστερά να επιβιώνει ως ρακοσυλλέκτης ελπίδων και ονείρων
Τότε το ερώτημα γίνεται πιο καθαρό και πιο αμείλικτα προκλητικό για όσους νομίζουν ότι προσφέρεται απλά για ωραία λόγια πολιτικής επιβίωσης, σε έναν κόσμο που δεν αλλάζει. «Πώς θα τους σταματήσουμε εμείς;» «Πώς θα ανατρέψουμε το σύστημα που δολοφονεί τα παιδιά μας;» «Πώς θα δώσουμε ακόμη μια ευκαιρία στον κόσμο μας να υπάρξει απελευθερωμένος από τα δεινά της εκμετάλλευσης και του πολέμου;» Με αυτή τη συζήτηση κάθε συλλογική απόπειρα αντίστασης και αγώνα αποκτά το νόημα της. Κάθε βήμα πραγματικό στη ζωή αποκτά υπόσταση, σαν κρίκος μιας αλυσίδας προσπαθειών που θα καλυτερεύει το σήμερα, φέρνοντας πιο κοντά το αύριο. Και κάθε ήττα θα αποκτά την αξία της σαν κομμάτι της σοφίας της διαδρομής προς τη νίκη.
Δεν ταιριάζει στην Αριστερά να επιβιώνει ως ρακοσυλλέκτης ελπίδων και ονείρων. Ο λόγος της αν θέλει να έχει κάποιο αντίκρισμα, πρέπει να αναδύεται μέσα από την πραγματικότητα και να την αλλάζει διαρκώς με πράξη. Να μη φοβάται τη ζωή και να αποδρά στη μαγεία των λέξεων, που σιγά σιγά ξεθωριάζει. Γιατί τα ερωτήματα θα γίνονται περισσότερο αμείλικτα, όσο αποφεύγουμε να ψηλαφούμε τα λάθη και τις ανεπάρκειες των μέχρι τώρα απαντήσεων.
Το να αναρωτηθούμε πόσοι και πόσες θα βρεθούν να μπουν σε αυτή την περιπέτεια δεν έχει νόημα σε καιρό πολέμου. Είναι η αναγκαιότητα ζωής που υποδεικνύει δρόμους. Ή αυτόν ή ακροδεξιά αλληλοσφαγή και κρέας για τα κανόνια των ισχυρών. Όμως αυτή η περιπέτεια έχει και κάτι ακόμη που συνηγορεί υπέρ της. Είναι η μόνη που ανθρωποποιεί τον άνθρωπο και δίνει αξία στη ζωή του. Αυτοί που νιώθουν συμπυκνωμένα όλο τον πόνο κι όλη την ομορφιά του κόσμου και συλλογικά σαλπάρουν σε έναν αγώνα για να τα ενώσουν και να τα μοιραστούν, γίνονται ποιητές… Όπως ο αγαπημένος μας, σύντροφος Παντελής που πλέει με τα άλλα μέλη της αποστολής προς τη Γάζα, «ανάμεσα στις συμπληγάδες της συνενοχής και της απάθειας», όπως γράφει στο μήνυμά του.
«Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει», λέει ο ποιητής….
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 4-5 Οκτωβρίου
















