Μαριάννα Τζιαντζή
Το «εγώ» του Πάνου Ρούτσι, ένα γενναίο, αξέχαστο «εγώ», ένα «εγώ» αποφασισμένο να θυσιαστεί, να πάει «μέχρι τέλους», βοήθησε να ανθίσει το «εμείς». Σ’ εκείνο το τσαντίρι στο Σύνταγμα ακούμπησε όλη η Ελλάδα ή τουλάχιστον εκείνο το κομμάτι της που δεν έχει ολότελα παραδοθεί στον ατομικισμό, στον φόβο και στην υποταγή.
«Από το Εγώ στο Εμείς και από το Όνειρο στην Πράξη» τραγουδά το συγκρότημα Λόγος Τιμής. Εμείς, όχι εγώ είναι ο τίτλος του βραβευμένου ντοκιμαντέρ του Σταύρου Στάγκου όπου μιλούν αγωνιστές του Πολυτεχνείου 50 χρόνια μετά την εξέγερση. Ακούγοντας τον Πάνο Ρούτσι στο Σύνταγμα, να ανακοινώνει τη λήξη της απεργίας πείνας του, θα παρατηρούσε κανείς ότι συνεχώς μιλούσε για το «εμείς» και απέφευγε να αναφερθεί σε μια «προσωπική» νίκη. Ανέφερε ονομαστικά εκείνους που ήταν μέρα-νύχτα κοντά του, εκείνους που δεν τον άφησαν μόνο του, που με κρύο και βροχή ξαγρυπνούσαν πλάι του, που διαδήλωναν ζητώντας δικαιοσύνη. Ευχαρίστησε όλους εκείνους που ένωσαν τη φωνή τους με τη δική του. Το «εγώ» απουσίαζε ενώ κυριαρχούσε το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.
Νίκησε ο Πάνος Ρούτσι, όμως ταυτόχρονα νίκησε το κίνημα που αναπτύχθηκε τις τελευταίες τρεις εβδομάδες. Νίκησε το «εμείς». Σ’ εκείνο το τσαντίρι στο Σύνταγμα ακούμπησε όλη η Ελλάδα ή τουλάχιστον εκείνο το κομμάτι της που δεν έχει ολότελα παραδοθεί στον ατομικισμό, στον φόβο και στην υποταγή. Το «εγώ» του Πάνου Ρούτσι, ένα γενναίο, αξέχαστο «εγώ», ένα «εγώ» αποφασισμένο να θυσιαστεί, να πάει «μέχρι τέλους», βοήθησε να ανθίσει το «εμείς».
Η «τσαντιροκατάσταση», για την οποία τόσο απαξιωτικά μίλησε γνωστός δημοσιογράφος, νίκησε. Τα 57 καντηλάκια πλάι στα γραμμένα με το κόκκινο του αίματος ονόματα των νεκρών των Τεμπών νίκησαν, όπως νίκησαν οι γλάστρες με τον βασιλικό στην περίμετρο του αυτοσχέδιου μνημείου. Όπως νίκησαν τα τριαντάφυλλα, οι χιλιάδες αγκαλιές, τα χαμόγελα, το σφίξιμο των χεριών, τα τραγούδια, τα μάτια που δάκρυσαν από περηφάνια.
Το «εμείς» δεν είναι δέντρο αειθαλές. Κάποτε τα φύλλα του μαραίνονται, πέφτουν από τα κλαριά, σαπίζουν στο χώμα. Πάντα όμως μένει ζωντανός ο σπόρος της εξέγερσης, της αντίστασης στην αδικία. Το «εγώ», ας μη γελιόμαστε, δεν είναι μόνο αυτό που ονειρεύεται μια ζωή σαν εκείνη των αστών. Είναι και το «εγώ» που αγωνίζεται να ζήσει με σχετική, έστω, αξιοπρέπεια, ένα «εγώ» που συχνά περιλαμβάνει και τους στενούς συγγενείς αλλά δεν επεκτείνεται παραπέρα. Είναι τα μάτια που βλέπουν με τρόμο τις τιμές στο σούπερ μάρκετ και τους λογαριασμούς του ρεύματος, είναι οι άνθρωποι που βλέπουν τον μισθό να έχει ξοδευτεί μέσα στις δυο πρώτες εβδομάδες του μήνα. Είναι εκείνοι που ξενυχτούν πλάι στον δικό τους άνθρωπο σε κάποιο δωμάτιο ή διάδρομο νοσοκομείου γιατί δεν έχουν χρήματα για αποκλειστική νοσοκόμα, εκείνοι που τα πανάκριβα νοίκια τούς στερούν το στοιχειώδες δικαίωμα στη στέγη. Όταν μας περικυκλώνει το άγχος της επιβίωσης, δύσκολα περνάμε από το «εγώ» στο «εμείς». Ένα άγχος που συχνά μας συντρίβει, που απομυζά όλη την ικμάδα, τη φαντασία και την όποια ανθρωπιά μας. Και το «εμείς» συχνά αποδεικνύεται εύθραυστο κι εφήμερο.
Ο Πάνος Ρούτσι δεν είναι απλώς ένας «ηρωικός πατέρας» αλλά ένας άνθρωπος που απέδειξε τη δύναμη του «εμείς»
Εμείς οι «κοινωνικά ευαίσθητοι», όπως ίσως αυτοχαρακτηριζόμαστε, ζούμε ή θέλουμε να ζούμε στον αστερισμό του «εμείς». Μάς στοιχειώνουν οι εικόνες της κατακρεουργημένης Γάζας, καρδιοχτυπούσαμε βλέποντας την πορεία του Στόλου της Ελευθερίας, πανηγυρίσαμε βλέποντας τους 27 κρατούμενους στη φυλακή της ερήμου Νεγκέμπ να φτάνουν στο αεροδρόμιο περήφανοι και αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον αγώνα για λευτεριά στην Παλαιστίνη. Νιώσαμε νοερά στο πετσί μας την κτηνώδη επίθεση της αστυνομίας στους διαδηλωτές την περασμένη Τρίτη. Όμως ένα μεγάλο κομμάτι του λαού (και δεν εννοώ τους λεγόμενους προνομιούχους) έχει τα δικά του βάσανα, τις δικές του έγνοιες. Όταν ξεροσταλιάζεις μισή ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο, όταν περιμένεις μήνες για μια εγχείρηση σε δημόσιο νοσοκομείο ή όταν δεν έχεις να πληρώσεις ούτε καν τη συμμετοχή σου στα φάρμακα, όταν δεν μπορείς να φτιάξεις τα δόντια σου… τότε το «εμείς» φεύγει μακριά. Μένει μόνο ένα βασανισμένο, μοναχικό και αδικημένο «εγώ» που κάποτε γίνεται μνησίκακο και εχθρικό όχι μόνο απέναντι στην εξουσία αλλά και σε εκείνους που, κατά τη γνώμη του, αγωνίζονται εκ του ασφαλούς.
Και το μεγάλο στοίχημα παραμένει: πώς εμείς, που πιστεύουμε ότι κατανοήσαμε και κατακτήσαμε το «εμείς», θα διασταυρωθούμε και θα σμίξουμε με τα εκατομμύρια άγνωστά μας «εγώ»; Πώς θα μιλήσουμε την ίδια γλώσσα; Πώς θα τους εξηγήσουμε ότι η λέξη «σουμούντ» αφορά και τους ίδιους; Και πώς θα ενδιαφερθούν να μάθουν τι σημαίνει σουμούντ; Και πώς θα τους πείσουμε ότι ο Πάνος Ρούτσι δεν είναι απλώς ένας «ηρωικός πατέρας» αλλά ένας άνθρωπος που απέδειξε τη δύναμη του «εμείς»;
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 11-12 Οκτωβρίου
















