Νίκος Πελεκούδας
120 χρόνια μετά, η επανάσταση του 1905 στη Ρωσία δείχνει τη δύναμη της εργατικής τάξης και του λαού να ξεπερνούν την «καθυστέρηση» και τη μοιρολατρία, να συγκροτούν τα δικά τους όργανα πάλης και εν δυνάμει εξουσίας και να κλονίζουν καθεστώτα. Αν και ηττήθηκε άφησε παρακαταθήκες και εμπειρία για την έφοδο στον ουρανό τον Οκτώβρη του 1917.
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ
Δεκέμβρης 1904: Απεργία των εργατών του εργοστασίου Πουτίλοφ στην Πετρούπολη.
3 Γενάρη 1905: Απεργία των μεταλλεργατών της Πετρούπολης.
9 Γενάρη: Η Ματωμένη Κυριακή. Πορεία των εργατών της Πετρούπολης προς τα Χειμερινά Ανάκτορα, καταστολή από τον στρατό με εκατοντάδες νεκρούς.
14-24 Ιούνη: Ανταρσία στο θωρηκτό Ποτέμκιν και εξέγερση στην Οδησσό.
13 Οκτώβρη: Δημιουργία του Σοβιέτ της Πετρούπολης εν μέσω γενικής απεργίας.
7-17 Δεκέμβρη: Γενική απεργία και ένοπλη εξέγερση στη Μόσχα.
«Η πραγματική διαπαιδαγώγηση των μαζών δεν μπορεί ποτέ να χωριστεί από την ανεξάρτητη πολιτική πάλη, και ιδιαίτερα από την επαναστατική πάλη της ίδιας της μάζας. Μόνο η πάλη διαπαιδαγωγεί την εκμεταλλευόμενη τάξη, μόνο η πάλη της αποκαλύπτει το μέτρο των δυνάμεών της, της πλαταίνει τον ορίζοντα, αναπτύσσει τις ικανότητές της, φωτίζει το μυαλό της και ατσαλώνει τη θέλησή της. Και γι’ αυτό, ακόμη και οι αντιδραστικοί αναγκάστηκαν να παραδεχτούν πως ο χρόνος 1905, χρόνος πάλης, ‘’ο τρελός χρόνος’’, έθαψε οριστικά την πατριαρχική Ρωσία.»
Αυτό το απόσπασμα από ομιλία του Λένιν στο Σπίτι του Λαού στη Ζυρίχη, τον Γενάρη του 1917, με θέμα την επανάσταση του 1905 σε συγκέντρωση της εργατικής νεολαίας, συμπυκνώνει το τι ήταν η επανάσταση του 1905 για την ίδια την εργατική τάξη, τη ρωσική κοινωνία αλλά και γενικότερα για την αλλαγή σελίδας που πραγματοποιήθηκε στη Ρωσία σε ό,τι αφορά το χτύπημα στο τσαρικό καθεστώς και τη νέα εποχή που άνοιγε, παρά την ήττα της επανάστασης και την αντεπίθεση της αντίδρασης ιδιαίτερα μετά το 1907.
Η επανάσταση του 1905 δεν είναι μόνο ο Γενάρης και η αιματοβαμμένη διαδήλωση με τον παπά Γκαπόν επικεφαλής -μια τουλάχιστον αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που ηγείτο της διευθυνόμενης από την αστυνομία Ένωσης Εργοστασιακών Εργατών- στην οποία ο λαός ζητούσε αμνηστία, πολιτικές ελευθερίες, κανονικό μεροκάματο, βαθμιαία μεταβίβαση της γης στον λαό, σύγκληση συντακτικής συνέλευσης με βάση το γενικό και ίσο εκλογικό δικαίωμα. Είναι και αυτά που προηγήθηκαν της «Ματωμένης Κυριακής», οι δυναμικές απεργίες της προηγούμενης χρονιάς, με αποκορύφωμα την απεργία των εργατών του εργοστασίου Πουτίλοφ, που είχε οικονομικά αιτήματα αλλά έβαζε και ευρύτερα πολιτικά ζητήματα δημοκρατίας μέσα και έξω από το χώρο δουλειάς, η πύκνωση της πολιτικής συζήτησης ακόμα και στα αγροτικά συνέδρια. Είναι και ότι ακολούθησε και ιδιαίτερα το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβρη μέχρι και τον Δεκέμβρη του 1905, με καθοριστικό σταθμό την ίδρυση τον Οκτώβρη των Σοβιέτ, όπως και τις πρώτες απαλλοτριώσεις γης που υλοποίησαν οι πλέον εκμεταλλευόμενοι αγρότες. Η εμβληματική ανταρσία του Θωρηκτού Ποτέμκιν τον Ιούνιο του 1905 προοικονομεί όσα ακολούθησαν και συμπληρώνει αυτή τη μεγαλειώδη αφύπνιση των εκμεταλλευόμενων.

Η Ρωσία είχε αλλάξει
Όμως όλα αυτά τα γεγονότα ήταν η έκφραση τεκτονικών αλλαγών που συντελούνταν στη ρωσική κοινωνία χρόνια πριν, χωρίς το πολιτικό καθεστώς να επιχειρεί να προσαρμοστεί σε αυτές και να ενσωματώσει κραδασμούς. Η Ρωσία είχε εισέλθει στην αστική κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη με την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της εκμηχανισμένης βιοτεχνικής παραγωγής. Ταυτόχρονα ο αστικός πληθυσμός αναπτύσσονταν, ενώ και η ρωσική αγροτιά αλυσοδενόταν με τα καπιταλιστικά δεσμά μέσα από την υποταγή στο παγκόσμιο χρηματιστήριο. Τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια είναι αυτά που περισσότερο επιμένουν στη διατήρηση του απολυταρχισμού γιατί μόνο αυτός, εκτιμούν, ότι μπορεί να εξασφαλίσει τα ληστρικά επιτόκια. Ενώ ταυτόχρονα ευρωπαϊκά κεφάλαια κατευθύνονται με εξευτελιστικά ευνοϊκούς όρους προς τη Ρωσία για τη δημιουργία βιομηχανιών, που κάνουν ό,τι θέλουν τον φυσικό πλούτο της χώρας και με ένα εργατικό δυναμικό το οποίο είναι ακόμα ανοργάνωτο και χωρίς εμπειρίες ταξικών μαχών. Όλα αυτά ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Όμως το μεγάλο γεγονός ήδη είχε συντελεστεί. Η εργατική τάξη βρισκόταν συγκεντρωμένη σε τεράστιες μάζες, ενώ απέναντί της έστεκε μια καπιταλιστική τάξη πολύ μικρή αριθμητικά, απομονωμένη από τον λαό, ημιαλλοδαπή και με μια άσβεστη απληστία για κέρδος. Χαρακτηριστικό αυτής της απομόνωσης και της απουσίας επίγνωσης της κατάστασης από τους κυρίαρχους και τους γραφιάδες τους ήταν και το ότι ο Στρούβε, εκ των αρχηγών τότε των Ρώσων φιλελεύθερων έγραφε σε έντυπό του που κυκλοφορούσε στο εξωτερικό δύο μέρες πριν τη Ματωμένη Κυριακή ότι στη Ρωσία δεν υπάρχει ακόμη επαναστατικός λαός!
Πολύ γρήγορα φάνηκαν τα αποτελέσματα. Ο μέσος ετήσιος αριθμός των απεργών στη Ρωσία στα 10 χρόνια πριν από την επανάσταση ήταν 43.000. Συνεπώς, ο συνολικός αριθμός των απεργών στη διάρκεια όλης της δεκαετίας πριν από την επανάσταση ήταν 430.000. Τον Γενάρη του 1905, πρώτο μήνα της επανάστασης, ο αριθμός των απεργών είχε φτάσει ήδη τις 440.000. Ώστε, μέσα σε ένα μόνο μήνα απεργήσανε περισσότεροι απ’ όσους απεργήσανε σ’ όλη την προηγούμενη δεκαετία.
Ο πόλεμος και η δημιουργία των σοβιέτ
Όμως ένας κρίσιμος επιταχυντής των εξελίξεων ήταν και η ήττα της Ρωσίας στον πόλεμο με την Ιαπωνία. Ο πόλεμος αφορούσε την κυριαρχία στην Κορέα και τη Μαντζουρία. Ο Τσάρος μάλιστα ήταν βέβαιος για τη νίκη της Ρωσίας και με βάση αυτό τον υπολογισμό υπολόγιζε σε νέα δάνεια από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις για την ενίσχυση της οικονομικής κατάστασης στη χώρα και την αναπλήρωση των απωλειών λόγω του πολέμου. Ο Στόλος της Βαλτικής -ένα από τα καμάρια του τσαρικού καθεστώτος- συνετρίβη στη ναυμαχία της Τσουσίμα, ενώ στο Μούκντεν τον Φλεβάρη του 1905 ο ρωσικός στρατός ηττήθηκε εμφατικά χάνοντας 80.000 άνδρες. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ανταρσίες και στάσεις στο στράτευμα και στο ναυτικό. Η ήττα, μέσα σε αβάσταχτες οικονομικές κακουχίες για την εργατική τάξη και την εκμεταλλευόμενη αγροτιά, πυροδότησε και μια ακόμα σημαντική εξέλιξη. Την αντίσταση ενάντια στον εκρωσισμό διαφόρων εθνοτήτων που ζητούσαν την υλοποίηση των δικαιωμάτων τους για χρήση της γλώσσας τους και γενικότερα για την ανάπτυξη του πολιτισμού τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι το καθεστώς απαντά με την υποκίνηση πογκρόμ εναντίον των εβραίων με θύματα που υπολογίζονται σε περίπου τρεις χιλιάδες.

Μετά τη συνθηκολόγηση του Σεπτεμβρίου και την επικύρωση της ρωσικής ήττας με τη συνθήκη του Πόρτσμουθ, ανεβαίνει ξανά το απεργιακό θερμόμετρο. Στις 19 Σεπτέμβρη οι στοιχειοθέτες στα τυπογραφεία του Συτίν στη Μόσχα απέργησαν απαιτώντας λιγότερες ώρες εργασίας και ψηλότερο μεροκάματο και η απεργία εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα. Μέχρι τις 24 Σεπτέμβρη (με το παλιό ημερολόγιο) απεργούσαν 50 τυπογραφεία με ένα κοινό πρόγραμμα διεκδικήσεων. Οι αρτοποιοί της Μόσχας, όπως επίσης και οι τυπογράφοι κατέβηκαν κι αυτοί σε απεργία σαν ένδειξη αλληλεγγύης. Στις 30 Σεπτέμβρη οι εργάτες του σιδηρόδρομου μπήκαν σε κινητοποιήσεις. Ένα επίσημο συνέδριο εκπροσώπων των εργατών στους σιδηρόδρομους, που επρόκειτο να συζητήσει τα συνταξιοδοτικά τους, μετατράπηκε σε πολιτικό συνέδριο που ίδρυσε ένα νέο ανεξάρτητο συνδικάτο. Στις 7 Οκτώβρη η λειτουργία των σιδηροδρόμων νεκρώνει σε όλη τη χώρα.
Μέσα στην επαναστατική πάλη οι εργάτες δημιούργησαν τα σοβιέτ, τα δικά τους όργανα
Το Σοβιέτ της Πετρούπολης αμέσως μετά την ίδρυσή του καλεί σε γενική απεργία τον Οκτώβριο με διεκδικήσεις για λιγότερες ώρες δουλειάς και αύξηση των μισθών, για δημοκρατία και καλεί σε άρνηση πληρωμής φόρων. Τα Σοβιέτ διεκδικούν όλο και περισσότερο τον ρόλο του οργανωτή της ζωής σε ένα χάος που περιλαμβάνει μια στρατιωτική συντριβή, κοινωνική εξαθλίωση και αδιάκοπη καταστολή. Άλλωστε όπως έγραψε και ο Τρότσκι -πρόεδρος του Σοβιέτ Πετρούπολης- στο δικό του έργο για το 1905 (Η Ρωσική Επανάσταση του 1905) το οποίο κυκλοφόρησε το 1906, «Παραλύοντας την κρατική εξουσία, μια γενική απεργία επιβαρύνει τη δική της οργάνωση με εξαιρετικά σημαντικές κρατικές λειτουργίες». Τον Δεκέμβριο του 1905 ηττάται η ένοπλη εξέγερση στη Μόσχα και κλείνει ένας κύκλος για τη Ρωσική επανάσταση. Οι υποχωρήσεις του Τσάρου για ένα μισοεκλεγμένο μισοδιορισμένο από τον ίδιο νομοθετικό σώμα που τελικά θα υποτασσόταν στις θελήσεις του, τη Δούμα, θα αποβούν σε μια πρώτη φάση βάρος για τον ίδιο όταν η αντεπανάσταση θα αντεπιτίθεται, και αργότερα πολύ αδύναμες για να συγκρατήσουν τη νέα ανάπτυξη της επανάστασης.
Οι Μπολσεβίκοι και ο χαρακτήρας της επανάστασης
«Το κυριότερο μέσο αυτού του περάσματος ήταν η μαζική απεργία. Η ιδιομορφία της ρωσικής επανάστασης βρίσκεται ακριβώς στο ότι όσον αφορά το κοινωνικό περιεχόμενό της ήταν αστικοδημοκρατική, ενώ όσον αφορά τα μέσα πάλης προλεταριακή. Ήταν αστικοδημοκρατική, επειδή ο σκοπός, στον οποίο απόβλεπε άμεσα και τον οποίο μπορούσε να πετύχει άμεσα με τις δικές της δυνάμεις, ήταν η λαοκρατική δημοκρατία, το οχτάωρο, η δήμευση της κολοσσιαίας μεγαλογαιοκτησίας των ευγενών—όλα τα μέτρα που πραγματοποίησε σχεδόν στο ακέραιο η αστική επανάσταση στη Γαλλία στα 1792 και 1793. Η ρωσική επανάσταση ήταν ταυτόχρονα και προλεταριακή, όχι μόνο με την έννοια ότι το προλεταριάτο ήταν η καθοδηγητική δύναμη, η πρωτοπορία του κινήματος, αλλά και με την έννοια ότι ένα ειδικά προλεταριακό μέσο πάλης, και συγκεκριμένα η απεργία, αποτελούσε το κύριο μέσο για τη δραστηριοποίηση των μαζών και το πιο χαρακτηριστικό φαινόμενο στην κυματοειδή ανάπτυξη των αποφασιστικών γεγονότων.»
Στην ομιλία που αναφέρθηκε και στην αρχή του άρθρου ο Λένιν καθορίζει το χαρακτήρα της επανάστασης, αλλά και το μέσο του αγώνα που εμφανίζεται για πρώτη φορά τόσο μαζικά σε μια χώρα όπως η Ρωσία. Η γενική πολιτική απεργία συμπαρασύρει και ενσωματώνει κάθε πλευρά των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης στο πεδίο της δουλειάς αλλά και της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, την θέτει σε θέση μάχης απέναντι στο κράτος και την κυβέρνηση. Αυτή η εκτίμηση συμπληρώνεται και με το ότι ηγέτης αυτής της επανάστασης μπορεί να είναι μόνο η εργατική τάξη και όχι οι αστοί όπως διατείνονταν οι Μενσεβίκοι. Ο Λένιν μάλιστα στο Δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στην δημοκρατική επανάσταση θα γράψει ότι η γνωστή φόρμουλα της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς που ήταν η πρόταση εξουσίας των Μπολσεβίκων στο έδαφος της επανάστασης, δεν αποτελούσε μια υπεριστορική φόρμουλα, αλλά ένα παροδικό, προσωρινό καθήκον των σοσιαλιστών στον αγώνα τους ενάντια στην απολυταρχία. Αυτή η εκτίμηση είναι η βάση για τις θέσεις του Απρίλη και την «συνάντηση» του Λένιν με τον Τρότσκι, ο οποίος από το 1906 τόνιζε τη στρατηγική πλευρά του ζητήματος, ότι δηλαδή είναι αδύνατο μια εξουσία που έχει την εργατική τάξη στο τιμόνι, να περιοριστεί στην επίλυση των δημοκρατικών καθηκόντων και να μην προχωρήσει στη συντριβή του καπιταλιστικού καθεστώτος.

Οι Μπολσεβίκοι πριν τον Γενάρη του 1905 αποκαλούνταν ειρωνικά «αίρεση» και ήταν κανόνας ο χλευασμός της διάσπασής τους με τους μενσεβίκους καθώς και η πληθώρα σοσιαλιστικών εντύπων. Μετά τον Γενάρη το κόμμα ανοίγει τις πόρτες του να μπουν εργάτες, γίνεται ένα μαζικό κόμμα. Όταν ο τσαρισμός δίνει τη μία μετά την άλλη τις προτάσεις του για τη Δούμα, το κόμμα απορρίπτει την εκλογική συμμετοχή, καθώς «τώρα γίνεται επανάσταση». Αλλά και λίγο μετά στις περιόδους αντεπίθεσης της αντεπανάστασης η κατεύθυνσή του είναι προσωρινές συμφωνίες δράσης με τους Μενσεβίκους, ενότητα χωρίς διάλυση της μπολσεβίκικης φράξιας αλλά και θεωρητικός επανεξοπλισμός. Μελετούν τα Σοβιέτ, ο κομμουνισμός τους προκύπτει όπως θα έλεγε και ο Μαρξ μέσα από την κίνηση της πραγματικότητας, τη στάση της εργατικής τάξης και όχι ως φαντασιοκοπία δέσμια ιδεολογημάτων, όπως των Μενσεβίκων που μετέφεραν -χωρίς καμιά συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης- τα δεδομένα της Γαλλικής Επανάστασης.
Το 1905 για το σήμερα
Το 1905 αν και «αδικημένο» μπροστά στη λάμψη του 1917, έχει πολλά να προσφέρει για τους επαναστάτες κομμουνιστές σήμερα. Το ότι η εργατική τάξη στον μαζικό αγώνα της μπορεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα, να αναπλάσει παλιές μορφές πάλης της αλλά και να δοκιμάσει νέες. Ότι ταυτόχρονα δεν αρκεί ο αυθόρμητος χαρακτήρας της πάλης όσο μαχητικός και αν είναι. Ότι λίγοι μήνες μαζικής εισόδου της εργατικής τάξης στον πολιτικό αγώνα ισοδυναμούν με δεκαετίες ολόκληρες, που οδηγούν και τις πολιτικές πρωτοπορίες να επανεπεξεργαστούν το πρόγραμμα, την οργάνωση και τα μέσα πάλης. Ότι το επαναστατικό κόμμα είναι η «μνήμη της εργατικής τάξης», αυτή που οι Μπολσεβίκοι το 1905, επεξεργάστηκαν και την έκαναν οργανικό στοιχείο της πολιτικής τους το νικηφόρο 1917. Ότι οι εργαζόμενοι και ευρύτερα εκμεταλλευόμενοι είναι πιθανό μετά από μια μαζική πάλη να υποχωρήσουν, αλλά τίποτα δε σβήνεται. Ότι αντί για κατήφεια και λοιδορία της επαναστατικής αριστεράς αυτό που χρειάζονται είναι σαφήνεια στο πώς θα οργανωθεί διαφορετικά η κοινωνία, ποιοι είναι οι παλιοί και νέοι αντίπαλοί τους. Αυτό άλλωστε θα τους ενώσει μέσα στη μάχη σε ένα ανώτερο επίπεδο.
















