Χρίστος Κρανάκης
Τουριστική βιομηχανία
Σε ένα βραδινό δρομολόγιο Κως-Νίσυρος, στη μέση περίπου της διαδρομής, φάνηκε από την πλευρά της Κω ένας οικισμός με μερικές εκατοντάδες φωτάκια. «Το βλέπεις αυτό το χωριό; Ναι! Δεν είναι χωριό!».
Και πράγματι ήταν ένα ξενοδοχείο-μεγαθήριο, από τα περιβόητα all inclusive, όπου εντός του οι επιβάτες ενός ολόκληρου τσάρτερ από την Αγγλία ή κάποια σκανδιναβική χώρα περνάνε το περιβόητο «Summer in Greece». Μέσα τρώνε, στις πισίνες κάνουν μπάνιο και σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους διασκεδάζουν τα βράδια. Καμία επαφή με το τοπικό στοιχείο ή τους κατοίκους…
«Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι οι τουρίστες/στριες που αφήνουν λεφτά», απαντούν κάποιοι. Και πράγματι, ο τουρισμός συνεισφέρει άμεσα στο ΑΕΠ της χώρας γύρω στο 13% και έμμεσα γύρω στο 30%. «Άρα, όποιες βελτιώσεις χρειάζονται –αν χρειάζονται– πρέπει να γίνουν στα all inclusive καταλύματα και τα κρουαζιερόπλοια», συνεχίζουν. Κάτι τέτοιο είναι σωστό εάν ως αποκλειστικό κριτήριο της συζήτησης μπει το οικονομικό κέρδος. Το πρόβλημα του υπερτουρισμού, όμως είναι κοινωνικό και πολυεπίπεδο.
Όπως κάθε κοινωνική δραστηριότητα, έτσι και ο τουρισμός καθορίζεται από το εκάστοτε κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον. Στις μέρες μας, αυτό που κάποτε ήταν μια εμπειρία αναψυχής, ανταλλαγής και ανακάλυψης, έχει μετατραπεί σε ένα βιομηχανοποιημένο και επιθετικό πεδίο καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Θύματα εκμετάλλευσης πέφτουν και οι τουρίστες/στριες –πολλοί εκ των οποίων είναι τμήματα εργατικών ή μεσαίων στρωμάτων– αλλά και ο τοπικός πληθυσμός, ο οποίος βλέπει τον εαυτό του να παραμερίζεται μπροστά στις ανάγκες της τουριστικής βιομηχανίας, να αποκλείεται από την κοινωνική ζωή του τόπου του και να πληρώνει «χρυσάφι» (όπως και οι τουρίστες) τοπικά πιάτα.
Η προβληματική κατάσταση αυτή έχει αρχίσει και δημιουργεί αντιδράσεις σε πολλά τουριστικά σημεία του πλανήτη. Από τα ελληνικά νησιά έως τη Βαρκελώνη, η λογική «τουρισμός ή θάνατος» πλέον δεν πείθει…

Κινήματα κατά του υπερτουρισμού
Ο τουρισμός έχει εξελιχθεί σε μια από τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές βιομηχανίες παγκοσμίως. Σε πολλές περιπτώσεις, παρουσιάζεται ως «σωτήρας» της οικονομίας, ειδικά μετά την κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Όμως, η «σωτηρία» αυτή δεν είναι για τους ντόπιους ή τουλάχιστον τους φτωχούς ντόπιους. Πίσω από τους μεγάλους αριθμούς αφίξεων κρύβονται τα κοινωνικά στίγματα που αφήνει η αδηφάγα τουριστική υπερανάπτυξη στις τοπικές κοινωνίες. Τα μεγαθήρια των all inclusive, οι χλιδάτες κρουαζιέρες και η υπερπροσέλευση τουριστών σε μικρές κοινότητες χωρίς τις απαραίτητες υποδομές, δημιουργούν εικόνες που μπορεί να εκλείπουν από τα δελτία των ειδήσεων, είναι όμως πραγματικές.
Όπως υποδηλώνουν διεθνείς αντιστάσεις κατά του υπερτουρισμού, οι τοπικές κοινωνίες συχνά βλέπουν τη ζωή τους να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις ανάγκες μιας τουριστικής βιομηχανίας, η οποία λειτουργεί αποκλειστικά με κριτήριο το κέρδος, αδιαφορώντας για την ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Εργαζόμενοι του κλάδου αμείβονται εποχικά και με ψίχουλα, συγκεκριμένοι προορισμοί θεωρούνται άπιαστο όνειρο λόγω της ακρίβειας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ο συνωστισμός ξεπερνάει κάθε όριο.
Τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση αυτή δημιουργεί αντιστάσεις καθώς πολλά κινήματα κατά της υπερτουριστικοποίησης ξεσπάνε σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Μπορεί ακόμα να μην θέτουν στον πυρήνα τους αντικαπιταλιστικές πολιτικές στοχεύσεις και αιτήματα, όμως καταδεικνύουν συγκεκριμένες κοινωνικές τάσεις.
Ειδικά στον ευρωπαϊκό νότο εμφανίζονται συχνά τοπικές αντιστάσεις και διαμαρτυρίες για το φαινόμενο του υπερτουρισμού. Δεν βάζουν όμως –ακόμα– ως βασική στόχευση τα πραγματικά συμφέροντα πίσω από το πρόβλημα
Καταρχάς, πολύ συζήτηση γίνεται για την τακτική του… νεροπίστολου. Αυτή φαίνεται να ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2024 στη Βαρκελώνη, όταν μία μικρή ομάδα νεαρών που συμμετείχε σε διαδήλωση κατά του υπερτουρισμού και της ενοικίασης κατοικιών Airbnb, ψέκασε με νερό επισκέπτες που κάθονταν σε εξωτερικά τραπέζια καφέ. Οι φωτογραφίες από το σκηνικό έγιναν viral και πλέον βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 2025, και συγκεκριμένα στις 15 Ιουνίου, όπου σε αντίστοιχη διαδήλωση αρκετοί διαδηλωτές (με πιο οργανωμένο τρόπο) χρησιμοποίησαν νεροπίστολα εναντίον τουριστών. Την ίδια τακτική χρησιμοποίησαν διαδηλωτές/τριες και στη Μαγιόρκα, πόλη όπου το καλοκαίρι του 2024 περίπου 300 κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στη δημοφιλή παραλία Caló des Moro και μπλόκαραν την είσοδο σε τουρίστες, κρατώντας ένα πανό με το σύνθημα «Let’s occupy our beaches» και φωνάζοντας «Tourists go home», αναγκάζοντας πολλούς επισκέπτες σε αποχώρηση. Ομοίως, νεροπίστολα χρησιμοποιήθηκαν ως σύμβολα διαμαρτυρίας σε Ιταλία και Πορτογαλία.
Ο αγώνας κατά του υπερτουρισμού στον ευρωπαϊκό νότο κρατάει εδώ και πάνω από μία δεκαετία όπου, στο πλαίσιο της εκστρατείας «Tourism kills the city» στη Βαρκελώνη, διοργανώθηκαν πορείες γειτονιάς σε συνοικίες που η τουριστικοποίηση, οδηγούσε σε εξώθηση των ντόπιων κατοίκων, δημιουργήθηκαν ομάδες πολιτών που ανέλαβαν τοπικές δράσεις και διαμαρτυρίες σε τουριστικά λεωφορεία και ξενοδοχεία, ενώ η πόλη γέμισε με αφίσες που σατίριζαν τον μαζικό τουρισμό.
Εχθρός το κέρδος που μετατρέπει τα σπίτια μας σε αξιοθέατα
Τα αιτήματα του κινήματος κατά του υπερτουρισμού στον ευρωπαϊκό νότο (ιδίως στην Ισπανία) είναι σαφή: περιορισμός των κρουαζιερόπλοιων που φέρνουν χιλιάδες επισκέπτες ημερησίως, έλεγχος στις βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb που εκτίναξαν τις τιμές των ενοικίων και προστασία των δημόσιων χώρων που στερούνται οι κάτοικοι λόγω συνωστισμού.
Και στην Ελλάδα, όμως, έχουν υπάρξει κάποια παραδείγματα κοινωνικής αντίδρασης στον υπερτουρισμό και την εκμετάλλευση των δημόσιων χώρων. Το πιο μαζικό και οργανωμένο ήταν το καλοκαίρι του 2023 στην Πάρο, στη Νάξο αλλά και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων, όταν ξεδιπλώθηκε το λεγόμενο «κίνημα της πετσέτας» (ή κίνημα για ελεύθερες παραλίες), μια από τις μαζικότερες αντιδράσεις ενάντια στην τουριστική αυθαιρεσία. Αφορμή αποτέλεσε η εκτεταμένη εμπορευματοποίηση των παραλιών και η εναντίωση σε επιχειρηματίες που καταλάμβαναν τον δημόσιο χώρο με ξαπλώστρες και ομπρέλες, ακόμα και χωρίς άδειες, επιβάλλοντας εξωφρενικές τιμές και ουσιαστικά αποκλείοντας τους κατοίκους και τους μη εύπορους λουόμενους από την πρόσβαση στη θάλασσα. Οι κάτοικοι τότε αντέδρασαν συλλογικά, διεκδικώντας το αυτονόητο δικαίωμα να στρώνουν την πετσέτα τους ελεύθερα στην άμμο. Μέσα από μαζικές συγκεντρώσεις, καταλήψεις παραλιών αλλά και νομικές προσφυγές, έφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα της ιδιωτικοποίησης του φυσικού δημόσιου χώρου.

Παρότι το κίνημα αυτό δεν αμφισβήτησε συνολικά το μοντέλο της τουριστικής ανάπτυξης, αποτέλεσε σημαντικό παράδειγμα κοινωνικής αντίστασης από τα κάτω, το οποίο συγκρούστηκε ευθέως με την ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση κάθε σπιθαμής δημόσιου χώρου από τουριστικές επιχειρήσεις. Οι πιέσεις και η δημοσιότητα που πήρε το κίνημα τότε, ανάγκασε το υπουργείο Οικονομικών να ξεκινήσει εντατικούς ελέγχους, να επιβάλλει πρόστιμα και σε αρκετές περιπτώσεις να διατάξει την απομάκρυνση των παράνομων εγκαταστάσεων. Σε πολλές περιοχές, ανακλήθηκαν ή δεν ανανεώθηκαν άδειες παραχώρησης παραλιών, ενώ η συζήτηση για τη συνταγματική κατοχύρωση της ελεύθερης πρόσβασης στον αιγιαλό επανήλθε στο προσκήνιο.
Δράσεις και διαμαρτυρίες, αν και σε μικρότερο βαθμό, συναντάμε τα τελευταία χρόνια και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Για παράδειγμα στη Σαντορίνη, η μαζική άφιξη επιβατών κρουαζιέρας πυροδοτεί συχνά έντονες αντιδράσεις, με τους κατοίκους να διαμαρτύρονται για την επιβάρυνση υποδομών και την υποβάθμιση της καθημερινότητάς τους. Ειδικά, όταν τοπικοί άρχοντες ζήτησαν από τους κατοίκους του νησιού να «περιορίσουν τις μετακινήσεις τους» λόγω άφιξης κρουαζιερόπλοιου το 2024… Παράλληλα, σε περιοχές όπως η Χαλκιδική, η Ζάκυνθος, η Κέρκυρα και οι Πρέσπες, περιβαλλοντικές οργανώσεις και τοπικοί φορείς κινητοποιούνται για να προστατεύσουν το φυσικό περιβάλλον και τους δημόσιους χώρους από την ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη.
Οι αντιστάσεις που αναπτύσσονται ενάντια στον υπερτουρισμό καταδεικνύουν τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις της αδηφάγας τουριστικής ανάπτυξης. Παρότι αναδεικνύουν με «ωμό» πολλές φορές τρόπο το πρόβλημα, προς το παρόν παραμένουν επιφανειακές πολιτικά ή καταλήγουν να «δαιμονοποιούν» τους/τις τουρίστες/στριες. Το βασικό στοιχείο που λείπει από τη στόχευσή τους είναι τα μεγάλα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που ευθύνονται για την εμπορευματοποίηση των δημόσιων χώρων και κατοικιών, στο όνομα της τουριστικής ανάπτυξης. Το πρόβλημα του υπερτουρισμού δεν έγκειται στον τουρίστα που ήρθε να χαλαρώσει, αλλά στην αδηφάγα λογική του καπιταλιστικού κέρδους που μετατρέπει την πόλη και τη φύση σε εμπόρευμα, θυσιάζοντας τις ανάγκες των κατοίκων και το περιβάλλον στον βωμό της μεγιστοποίησης της κερδοφορίας. Χωρίς να μπαίνει αυτή ως η βασική αιτία, οι κινητοποιήσεις κινδυνεύουν να αναγνωστούν ως σπασμωδικές αντιδράσεις, που αποσπούν την προσοχή από τα πραγματικά συμφέροντα τα οποία τροφοδοτούν και συντηρούν τον υπερτουρισμό κι άλλα παρόμοια φαινόμενα.

Ελλάδα: Εξωτικός προορισμός για τους (πολύ) πλούσιους
Μπορεί για τον μέσο Έλληνα οι διακοπές να είναι πολυτέλεια (ένας στους δύο δήλωσε πως δυσκολεύεται να πάει), αλλά για τους πραγματικά πλούσιους η Ελλάδα είναι ό,τι πιο κοντινό σε… θερινό βασίλειο. Δεν είναι μόνο πως είναι όμορφη –αν και ορισμένα σημεία της τα βλέπουμε μόνο από τους λογαριασμούς των celebrities–, είναι πως είναι φτηνή… Όχι, φυσικά, για τον μέσο μεροκαματιάρη που πληρώνει τη χωριάτικη 8 και 9 ευρώ, αλλά για τους ιδιοκτήτες mega yacht!
Αυτό διότι σε σύγκριση με άλλες χώρες της Μεσογείου, η Ελλάδα επιβάλλει πολύ χαμηλά ή σχεδόν καθόλου τέλη και φόρους για την πρόσδεση ή την ενοικίαση yacht ενώ, όπως διαβάζουμε σε συστημικά ΜΜΕ, έλεγχοι είτε δεν διενεργούνται καθόλου είτε διενεργούνται για τα μάτια του κόσμου.
Είναι ότι οι ιδιοκτήτες δεν έχουν να δώσουν το… κατιτί τους; Λογικά όχι… Είναι η πολιτική βούληση του ελληνικού κράτους να προσφέρει ένα ιδιαίτερα φιλικό φορολογικό περιβάλλον για τους ιδιοκτήτες mega yacht, ώστε να κάνει τη χώρα πόλο έλξης για υπερπολυτελείς θαλάσσιες διακοπές με χαμηλό κόστος. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση πως τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει αναδειχθεί σε χώρα με τεράστια κίνηση πλοίων αναψυχής, τόσο επαγγελματικών όσο και ιδιωτικών, ξεπερνώντας παραδοσιακούς πρωταγωνιστές όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Παρόλα αυτά, στα δημόσια ταμεία δεν μπαίνει «ζεστό» χρήμα!
Παρόμοια είναι και η εικόνα και όσον αφορά τις αφίξεις ιδιωτικών τζετ στην Ελλάδα. Το 2023, συνολικά 9.751 ιδιωτικά τζετ προσγειώθηκαν σε Αθήνα, Κρήτη (Ηράκλειο και Χανιά), Μύκονο και Σαντορίνη, με το 70% να προέρχεται από το εξωτερικό και το 30% από πτήσεις εσωτερικού. Κατά τη θερινή περίοδο, από Ιούνιο έως Σεπτέμβριο, οι πτήσεις αυτές ευθύνονται για μεγάλο αριθμό των ετήσιων εκπομπών CO2. Όπως εκτιμάται, οι πτήσεις αυτές δημιούργησαν περίπου 57.500 τόνους CO2, ποσότητα που ισοδυναμεί με τις ετήσιες εκπομπές 38.300 οχημάτων που κινούνται με ορυκτά καύσιμα. Επιπλέον, οι 2.266 πτήσεις ιδιωτικών τζετ από την Ελλάδα προς εξωτερικούς προορισμούς προκάλεσαν 11.400 τόνους CO2, υπογραμμίζοντας την περιβαλλοντική επιβάρυνση που συνδέεται μ’ αυτή τη μορφή πολυτελούς μετακίνησης.
Τα μεγάλα «κέρδη» του υπερτουρισμού και του υπερπολυτελούς τουρισμού, λοιπόν, αγνοούνται για ακόμη μία φορά. Αυτά είτε ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας, μιας και το φορολογικό σύστημα στην Ελλάδα δεν αγγίζει με σοβαρούς όρους τους έχοντες, είτε έρχονται ως αντάλλαγμα της περιβαλλοντικής ρύπανσης. Σε κάθε περίπτωση, το χαρτί του τουρισμού είναι «σημαδεμένο»!
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο του Αυγούστου















