Κατερίνα Φραγκουλοπούλου
Η Ορέστεια του Θεόδωρου Τερζόπουλου συγκλονίζει για δεύτερη χρονιά. Μέσα στο χειροκρότημα υψώνονται παλαιστινιακές σημαίες κι ακούγονται συνθήματα κατά της γενοκτονίας, η τραγωδία συναντά το καθημερινό δράμα. Την παράσταση σφραγίζει η παρουσία του χορού με τη συμμετοχή 21 νέων ηθοποιών. Το Πριν συζητά με ηθοποιούς που συμμετέχουν στον χορό, εκφράζοντας επί σκηνής τη συλλογικότητα των «από κάτω» και που συνήθως μένουν αφανείς.
Με την Ορέστεια ο Θεόδωρος Τερζόπουλος φέρνει τον μύθο των Ατρειδών στο σήμερα. Με πόση ελευθερία πιστεύετε ότι μπορεί να σταθεί ένας σύγχρονος δημιουργός απέναντι σε ένα κλασικό κείμενο;
Μπάμπης Αλεφαντής: Πιστεύω ότι όσο περισσότερο μια παράσταση παραβιάζει την πιστότητα στο κείμενο, τόσο περισσότερο το αναδεικνύει. Ξεδιπλώνει τα πολλαπλά στρώματα των νοημάτων του. Ανοίγει ερμηνευτικούς δρόμους. Αναθερμαίνει την σχέση του κλασικού κειμένου με το σήμερα. Αντιθέτως, αυτή η αγωνία για τον «σεβασμό» του καλλιτέχνη πάνω στο κλασικό κείμενο, τελικά ζημιώνει και την ουσιαστική κριτική πάνω στα σύγχρονα ανεβάσματα. Στην πραγματικότητα, πολύ περισσότερα έχουμε να αντλήσουμε από μια κριτική πάνω στην πρόθεση του δημιουργού. Την σκηνική επιτυχία ή αποτυχία αυτής της πρόθεσης. Την αναγκαιότητα του να συνδεθεί με το συγκεκριμένο κείμενο. Το βλέμμα του πάνω στον μύθο, την ιστορία, τον άνθρωπο και το τραύμα. Με άλλα λόγια να κρίνουμε το ανέβασμα γι’ αυτό που είναι, για αυτό που θέλει να είναι, για την σύνδεσή του με το σήμερα. Όχι για τον βαθμό στον οποίο η παράσταση είναι «πιστό ανέβασμα του κειμένου». Σε τελική ανάλυση τα αρχαία κείμενα έχουν επιβιώσει 2.500 χρόνια από φυσικές καταστροφές, αντιγραφές, μεταγραφές, πολέμους, λεηλασίες, πυρκαγιές, πλημμύρες. Ένα αιρετικό ανέβασμα δεν θα τα βλάψει.
Ο Θ. Τερζόπουλος είναι ένας μεγάλος δάσκαλος, έχει διαμορφώσει τη δική του μέθοδο έπειτα από 40 χρόνια έρευνας πάνω στη θεατρική τέχνη. Πείτε μας λίγα λόγια για τη διαδικασία της δημιουργίας και τη συνάντησή σας με τη Μέθοδό του;
Μυρτώ Ροζάκη: Κοιτώντας πίσω στην περιπέτεια της δημιουργίας της Ορέστειας, σε αυτό το άλμα στα βαθιά, όπως μας έλεγε ο Θ. Τερζόπουλος, αυτό που κυριαρχεί στην μνήμη μου είναι το ταξίδι δημιουργίας μιας ομάδας. Σε μια από τις πρώτες πρόβες, ενώ περιμέναμε με ανυπομονησία και δέος την κατάδυση στον κόσμο του θεάτρου Άττις, ο Θ. Τερζόπουλος ανέβηκε μαζί μας πάνω στην σκηνή. Με τα χέρια μας ενωμένα, μας καθοδήγησε σε έναν εκρηκτικό, αυτοσχέδιο κυκλικό χορό, σε μια διονυσιακή γιορτή. Ήταν η πρώτη εμπειρία της αίσθησης της ομάδας μας, μιας ομάδας που θα αποτελούσε την καρδιά της Ορέστειας.
Νίκος Ντάσης: Ένα από τα πιο ουσιαστικά εφόδια που κρατάω από τη συνεργασία μου με τον Θόδωρο Τερζόπουλο είναι η εμπειρία της μεταμόρφωσης μέσα από το σώμα. Η δουλειά μαζί του δεν αφορά την ψυχολογική προσέγγιση ενός ρόλου ή την εξωτερική απεικόνιση, αλλά μια βαθιά σωματική άσκηση που ενεργοποιεί την παρουσία, την αναπνοή, τη φαντασία του σώματος. Ο ερμηνευτής σταδιακά υπάρχει πάνω στη σκηνή ως φορέας πνευματικής και νοητικής δράσης. Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο σώμα, το πνεύμα και το μυαλό· όλα συνενώνονται και λειτουργούν ως ενιαίο πεδίο έκφρασης. Αυτή η σπουδή αφορά κάθε ηθοποιό, καθώς δεν έχει να κάνει με το αποτέλεσμα αλλά με τη διαδικασία της νοηματοδότησης του καλλιτεχνικού πυρήνα, σώματος και εαυτού.
Η παρουσία του χορού στην παράσταση είναι συγκλονιστική. Δημιουργείτε εικόνες υψηλής αισθητικής, συμμετέχετε ουσιαστικά στη δράση και λειτουργείτε με «μία αναπνοή». Πως καταφέρατε να φτάσετε σε αυτό το επίπεδο;
Έλλη Ιγκλίζ: Οι πρόβες ήταν πολύμηνες, έγινε ουσιαστικά ένα εργαστήριο αρχικά πάνω στη μέθοδο του κ. Θεόδωρου Τερζοπούλου που συμπεριλαμβάνει σειρά ασκήσεων αναπνοής, σώματος, φωνής και εργασίας πάνω στο λόγο. Η αναπνοή συνενώνει όλα αυτά τα στοιχεία με στόχο ο/η ηθοποιός να λειτουργεί ως ολότητα, καθολικά και να απελευθερώσει τα ιδιαίτερα εκφραστικά του/της μέσα, με τρόπο φυσικό. Ο λόγος γεννιέται μέσα από το σώμα, εκφράζοντας τις έννοιες και την ενέργεια του κειμένου. Στην προετοιμασία μας εισπνέουμε και εκπνέουμε μαζί, δημιουργώντας ένα κοινό ενεργειακό υπέδαφος, στο κείμενο ο ένας δίνει τη σκυτάλη στον άλλο δημιουργώντας μια παρτιτούρα και η αναπνοή που είναι ενέργεια, μας διαπερνά και μας συνενώνει.
Ο χορός βρίσκεται πάντα επί σκηνής αλλά πάντα μετασχηματίζεται στο πέρασμα του σκηνικού χρόνου μέχρι να μεταμορφωθεί σε Ερινύες – απεχθή πλάσματα της νύχτας που ζητάν δικαίωση για τη μητροκτονία. Η αναμέτρηση με την Αθηνά και ο εξευγενισμός του αποδίδεται στην παράσταση σαν μια κεντρική στιγμή ήττας της ανθρώπινης κατάστασης. Πείτε μας τις δικές σας σκέψεις πάνω σ ́ αυτή την ανάγνωση του έργου.
Κατερίνα Δημάτη: Ο Αισχύλος δεν μιλάει απλώς για το τέλος μιας εποχής – αλλά για το πώς οι νέες εξουσίες έρχονται συχνά με το προσωπείο της αναγέννησης, ενώ στην ουσία διατηρούν τη βία του παλιού. Ο μονόλογος της Αθηνάς φέρει όλη την ένταση αυτής της μεταμφίεσης. Η Αθήνα φτιάχνει έναν “δημοκρατικό” θεσμό που αποκλείει τους πολλούς και εξαγοράζει τις φωνές που δεν της κάνουν. Επιβάλλει τη λήθη στις αρχέγονες φωνές – τις Ερινύες- οι οποίες σιωπούν για να ενταχθούν. Ό,τι δεν βολεύει, κατευνάζεται. Ό,τι διαταράσσει, βαφτίζεται «αναχρονιστικό. Η Δημοκρατία, όμως, είναι ένα πολίτευμα που βοηθάει τον άνθρωπο να βαδίσει προς τον εξανθρωπισμό του. Κι όμως η αδικία, ο πόλεμος, η προσφυγιά δεν σταμάτησαν ποτέ. Αυτή τη στιγμή βλέπουμε να επιτελείται μπροστά στα μάτια μας μια γενοκτονία. Παιδιά σκοτώνονται! Όλα, λοιπόν, ντύνονται με την πρόφαση της προόδου. Κι αυτό είναι βία.
Λυγερή Μητροπούλου: Η Ούμα Σούμακ ήταν μια τραγουδίστρια φαινόμενο που τη βρήκαν μέσα σε ένα άγριο δάσος του Περού να «βγάζει αλαλαγμούς», όπως λέει και ο φύλακας στο τέλος της παράστασης. Ήταν μια εξωτική άγρια γυναίκα που το εύρος της φωνής της ήταν εξωπραγματικό, γι’ αυτό και όταν την ανακάλυψαν οι δυτικοί κατάλαβαν ότι αυτό το αιθέριο πλάσμα θα ήταν κερδοφόρο. Πράγματι. Η Ούμα Σούμακ «εξημερώθηκε», βρέθηκε σε δισκογραφικές και σε θέατρα, η φωνή και η φύση της κανονικοποιήθηκε, όμως οι αρρώστιες και το βάρος της Δύσης την αλλοίωσαν και την σκότωσαν. Ο χορός της Ορέστειας μου θυμίζει την ιστορία αυτού του σπάνιου πλάσματος που βρέθηκε να κελαηδάει μέσα στα δάση. Ένα σώμα Αργείων, Χοηφόρων και Ερινύων το οποίο «εξευμενίζεται». Η θεά Αθηνά σαν τη βίαιη Δύση της κλονισμένης δικαιοσύνης και δημοκρατίας υπόσχεται ότι «θεές τώρα γίνεστε». «Δε σας ατίμωσα!» φωνάζει θριαμβευτικά όσο οι Ευμενίδες φεύγουν ξεγελασμένες μπουσουλώντας στα τέσσερα υποταγμένες, με χαμηλά το κεφάλι, ηττημένες.
Στη νέα τάξη πραγμάτων, η ελευθερία, η ισότητα, η δημοκρατία, η δικαιοσύνη είναι έννοιες καταρρακωμένες, όπως τα αιματοβαμμένα κουρέλια της παράστασης
Αντίθετα με τη χειραφέτηση που εγγυάται η Αθηνά, βρίσκονται παραπλανημένες, «εξημερωμένες» σε μια υπόγεια κοινωνική θέση, του όλο και πιο «κάτω». Ακούγεται μια φωνή από ψηλά «Welcome to the new world», στο «νέο» κόσμο στον οποίο πέταξαν βίαια την Ούμα Σουμακ, στον σύγχρονο κόσμο της «αναβάθμισης λογισμικού», της δυτικοποιημένης λογικής. Οι Ερινύες συμμορφώνονται στο νέο κόσμο, που στον πυρήνα του βρίσκεται η αγριότητα, η σκληρότητα, η βαρβαρότητα, εκεί όπου οι έννοιες της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης χρησιμοποιούνται μόνο ως άλλοθι. Σ’ αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων, η ελευθερία, η ισότητα, η δημοκρατία, η δικαιοσύνη είναι έννοιες καταρρακωμένες και ξεσκισμένες, όπως τα αιματοβαμμένα κουρέλια της παράστασης.
Ναταλία Γεωργοσοπούλου: Ο εξευγενισμός των Ερινύων που αποδίδεται με τον χορό δέσμιο να μπουσουλά ο ένας πίσω από τον άλλον συνοδεύεται από μια ηχητική παρέμβαση με τις σημερινές καταστροφές της ανθρωπότητας. Ο «ένας» που αποκόπτεται από το σύνολο και αγκαλιάζει όλα τα αιματοβαμμένα σεντόνια της σκηνής βρίσκεται προς αναζήτηση μιας κραυγής ικανής να εκφράσει όλον τον πόνο των βασανισμένων του κόσμου. Αυτή η στιγμή ήττας ναρκοθετεί τον χώρο οδηγώντας τα πρόσωπα σε μια κατάσταση ταπείνωσης που δεν μπορούν παρά να εξεγερθούν. Ο κ. Τερζόπουλος έλεγε στις πρόβες : «Από τον σπασμένο καθρέφτη της ύπαρξης, βγαίνει ο εαυτός. Η τραγωδία συνομιλεί με τα έγκατα της ανθρώπινης υπόστασης».
Η τέχνη που αγνοεί τις κρίσεις και τις αμφισβητήσεις των καιρών μας και προσδιορίζεται ως αυτόφωτη προδίδει την ίδια της τη φύση
Στο τέλος της παράστασης η πλειοψηφία του κοινού έστειλε ένα μήνυμα συμπαράστασης στην Παλαιστίνη. Πρέπει η τέχνη να έχει θέση και φωνή στους σκοτεινούς καιρούς μας;
Χριστόφορος Βογιατζής: Οποιοσδήποτε δεν ασχολείται με τα ερωτήματα και τα τραύματα του κόσμου μας, παύει να υφίσταται. Όσοι εθελοτυφλούν απέναντι στην κτηνωδία, πιστεύοντας πώς δεν τους αφορά, χάνουν τη σχέση τους με τον συνάνθρωπο και τον κόσμο. Αποκόβονται από τον Άλλον, και παγιδεύονται σε μία ψευδαίσθηση ασφάλειας. Το ίδιο ισχύει και με το θέατρο. Η θέση σε ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά ζητήματα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του. Η τέχνη που αγνοεί τις κρίσεις και τις αμφισβητήσεις των καιρών μας και προσδιορίζεται ως αυτόφωτη προδίδει την ίδια της τη φύση.
Μιχάλης Ψαλιδας: Θέση και φωνή η τέχνη έχει από τη στιγμή που έρχεται σε επαφή με το κοινό. Είτε γίνεται με τρόπο ευθύ, είτε αφήνεται να εννοηθεί, η θέση του εκάστοτε δημιουργού υφίσταται. Στους σκοτεινούς καιρούς που ζούμε, που τα πάντα μας ωθούν στην απομόνωση, την αποξένωση και το τυφλό μίσος, θεωρώ πολύ σημαντικό οι άνθρωποι να νιώσουν λιγότερο μόνοι. Να νιώσουν κομμάτι ενός συνόλου. Υπό αυτό το πρίσμα τα μηνύματα συμπαράστασης στην Παλαιστίνη, εκτός από την καθεαυτή συμπαράσταση σε έναν λαό κατά του οποίου διαπράττεται γενοκτονία, είναι και μια δήλωση αντίστασης απέναντι στην τάση προς απομόνωση που επικρατεί. Είναι άνθρωποι που ενώνονται ,με αφορμή την τέχνη και παίρνουν θέση ενάντια στο ζόφο.
Άνθρωποι άλλης γενιάς, όπως ο Θ. Τερζόπουλος, εκπροσωπούν κάτι πολύ καινούργιο και στηρίζονται στους νέους ανθρώπους για να το εκφράσουν. Εσείς, ως νέοι άνθρωποι και καλλιτέχνες, πως βλέπετε τη θέση σας επαγγελματικά και κοινωνικά;
Βαγγέλης Παπαγιαννόπουλος: Νομίζω πως αυτό που κάνει έναν καλλιτέχνη διαχρονικό άρα και επίκαιρο, είναι η ικανότητα του να δημιουργεί προφητείες του μέλλοντος αφουγκραζόμενος το παρόν. Πλάθοντας μια καλλιτεχνική γλώσσα ανατρεπτική που ξεβολεύει και θέτει συνεχώς ερωτήματα, συνδυάζει χιούμορ και βάθος και αυτοαναιρείται. Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος εμπιστεύτηκε δημιούργησε τον Χορό της παράστασης με νέα πρόσωπα, με ηθοποιούς που είτε μόλις είχαμε τελειώσει τις σχολές μας είτε λίγα χρόνια πριν. Δίνει χώρο στην γενιά μας να φωνάξει τα δικά της «γιατί;» κάνοντας τον Χορό άξονα που γεννά οτιδήποτε στην σκηνή. Χωρίς να χάνεται η προσωπικότητα του κάθε ηθοποιού, δημιουργήθηκε μια ομάδα που πέτυχε την ομοιογένεια μέσα από την ετερότητα. Αυτή η σπάνια εμπιστοσύνη σε νέους ανθρώπους δείχνει από μόνη της γιατί ο Θ. Τερζόπουλος είναι διαχρονικός. Ρισκάρει, ανατρέπει και δίνει φωνή στο παρόν κληροδοτώντας το μέλλον. Είναι σημαντικό να συναντάς καλλιτέχνες σαν τον Θ.Τερζόπουλο στα πρώτα σου καλλιτεχνικά βήματα, καθώς η δουλειά μαζί τους πάει πέρα από το θέατρο είναι μια μαθητεία πνευματική. Αντιμετωπίζοντας λοιπόν αυτή την κληρονομιά όχι ως βάρος, αλλά ως πολύτιμο εφόδιο και αφουγκραζόμενοι το παρόν, οφείλουμε να πλάσουμε την τέχνη του μέλλοντος και να δημιουργήσουμε την δική μας νέα γλώσσα που θα εμπεριέχει τις προηγούμενες. Δυστυχώς όμως οι ευκαιρίες είναι λίγες για νέους καλλιτέχνες. Ζούμε στην εποχή του sold out, του γρήγορου και εφήμερου αποτελέσματος, παραμερίζεται η αξία της διαδικασίας ,δεν υπάρχει χρόνος για «λάθος» και πειραματισμούς. Όμως το θέατρο είναι η τέχνη του χρόνου και του επαναπροσδιορισμού. Οφείλουμε κάθε φορά να ξεκινάμε από το μηδέν και να σκοντάφτουμε σε λάθη, μόνο έτσι εξελισσόμαστε ως άνθρωποι αλλά και ως καλλιτέχνες. Όταν λοιπόν δεν χωράς στο προκαθορισμένο, ρισκάρεις προκειμένου να βγεις από τα στενά πλαίσια. Χωρίς εγγύηση για την έκβαση, κάνεις το άλμα στο κενό, όπου και να προσγειωθείς το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν είσαι καθηλωμένος στο ίδιο σημείο, έχεις κάνει μια νέα αρχή.

Ο χώρος των τεχνών αποτελούσε ανέκαθεν μια κακοπληρωμένη εργασία με ελάχιστα επαγγελματικά δικαιώματα, γεμάτο κακοποιητικές συμπεριφορές και εργοδοτικές αυθαιρεσίες. Ταυτόχρονα όμως τα τελευταία χρόνια είδαμε τους/τις καλλιτέχνες/ιδες στους δρόμους να αγωνίζονται ενάντια στις έμφυλες καταπιέσεις, για Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και για μια Δημόσια Δωρεάν Ανώτατη Καλλιτεχνική Εκπαίδευση. Ύστερα απ ́ αυτούς τους αγώνες έχει αλλάξει καθόλου το τοπίο στον εργασιακό σας κλάδο;
Γιάννης Σανιδάς: Διάβαζα κάπου ότι τα μπουλούκια στην μεταπολεμική Ελλάδα περιόδευαν σε χωριά και αρκούνταν σ’ ένα πιάτο φαΐ από τους χωριανούς ως πληρωμή μετά την παράσταση. Και σκεφτόμουν: πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η εσωτερική ανάγκη του/της ηθοποιού τότε να κάνει αυτό το επάγγελμα; Και μήπως είναι η ίδια ανάγκη σήμερα που μας κάνει να δεχόμαστε πολλές φορές μια κακοπληρωμένη δουλειά ή μια κακοποιητική συμπεριφορά; Ευτυχώς όμως, όλο κι πιο πολύ οι νέοι ηθοποιοί αντιστέκονται και στα δύο φαινόμενα κι αυτό είναι εμφανές προς όλους τους ενδιαφερόμενους.
Ρόζυ Μονάκη: Πιστεύω πως είναι μια μεταβατική περίοδος για τον κόσμο του θεάτρου. Βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα στο παλιό και σ’ αυτό που παλεύει να γεννηθεί. Ο κλάδος εξακολουθεί να είναι κακοπληρωμένος και με ελάχιστα εργασιακά δικαιώματα, κακοποητικές συμπεριφορές και εργοδοτικές αυθαιρεσίες συνεχίζουν να γίνονται και στον τομέα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης οι παθογένειες είναι φανερές. Φυσικά τα πράγματα δεν θα αλλάξουν από την μια μέρα στην άλλη. Όμως ο κλάδος συσπειρώνεται και αγωνίζεται, είναι πιο έτοιμος να αντιμετωπίσει τέτοια περιστατικά και το αίσθημα της αλληλεγγύης έχει τονωθεί. Η εμπειρία των αγώνων των προηγούμενων χρόνων έχει αφήσει σημαντικά το ίχνος της στην μνήμη του κλάδου και αυτό είναι φανερό μέσα στους θιάσους.
Δραματουργικά αποδίδετε με απόλυτο τρόπο την έννοια της συλλογικότητας. Πως βλέπετε τη συλλογική δράση στην καθημερινή ζωή; Ποιους δρόμους μπορεί να ανοίξει;
Μπάμπης Αλεφαντής: Πιστεύω ότι ακόμα επουλώνουμε το συλλογικό τραύμα των λοκντάουν. Η απομόνωση, η απαγόρευση των συναθροίσεων, ο φόβος για τον Άλλο, η μιντιακή εμμονή στην ατομική ευθύνη, η συνενοχή στην διασπορά του ιού, ο αόρατος εχθρός που αποκτά υπόσταση στον γείτονα, τον εγγονό, την συνάδελφο. Όλα αυτά έχουν εγγράψει στο συλλογικό φαντασιακό και θεωρώ ότι έχουν δημιουργήσει αντανακλαστικά απομόνωσης. Τώρα, που η ιστορία καταγράφει τις πιο μαύρες γραμμές της κι ενώ είμαστε θεατές σε μια live γενοκτονία, ο μόνος δρόμος είναι η συλλογική δράση. Να καλλιεργήσουμε, λοιπόν, το αντανακλαστικό της αλληλεγγύης.
Χριστόφορος Βογιατζής: Το θέατρο του Θεόδωρου Τερζόπουλου ανασκάβει σώμα και μνήμη που διαπερνούν χρόνο, τόπο και ατομικότητα. Αυτή η συλλογικότητα, η κοινή ενέργεια, είναι από μόνη της μια βαθιά πολιτική θέση: Σε μια εποχή με «πτωχοποιημένους πολίτες», «περιχαρακωμένους στην ασφυκτική ιδιώτευσή τους»* η συλλογικότητα γίνεται αντίσταση. Μας ενδυναμώνει απέναντι σε φθειρόμενα πολιτικά συστήματα. Είναι η λύση στην αποξένωση και στον φόβο απέναντι στον Άλλον. Σήμερα, η έννοια της κοινότητας βρίσκεται σε κρίση σε πανανθρώπινο επίπεδο, και μαζί τίθενται σε κίνδυνο η αξία της ζωής, η ελευθερία, και η άνευ-όρων προστασία όλων μας.
*από το μήνυμα του Θεόδωρου Τερζόπουλου για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο του Αυγούστου
















