Αντώνης Δραγανίγος
Αφιέρωμα στην ταξική ρωγμή του «όχι» του 2015
Οι μεγάλοι αντιμνημονιακοί αγώνες ηγεμονεύτηκαν από τη διαχειριστική λογική του ΣΥΡΙΖΑ, που υπόσχονταν κατάργηση των μνημονίων χωρίς έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ. Παράλληλα το ΚΚΕ αρνούνταν στόχους ρήξης. Στην κρίσιμη στιγμή, το περήφανο ευρύ λαϊκό «Όχι» στο δημοψήφισμα έμεινε μετέωρο. Η αντικαπιταλιστική Αριστερά προσπάθησε, αλλά δεν είχε τους όρους να εκφράσει μια δυναμική ανατροπής
Οι απαντήσεις διαμορφώνονται στην πορεία της πάλης
Στις μεγάλες καμπές της ιστορίας τα γεγονότα παίρνουν συνήθως απρόβλεπτο χαρακτήρα. Είναι τότε που τα εκατομμύρια βγαίνουν από το λαγούμι της «καθημερινότητας» και της μάχης για την επιβίωση στον ανοιχτό πολιτικό αγώνα, οι δρόμοι πλημμυρίζουν, οι καρδιές φλέγονται, οι αναζητήσεις εκτοξεύονται και οι «πολιτικές γραμμές» που «σέρνονται» σε χρόνια κουραστικών και καμιά φορά άγονων συζητήσεων, συμπυκνώνονται σε βασανιστικά πολιτικά ερωτήματα, με τρόπο συγκεκριμένο, απόλυτο, σχεδόν βίαιο. Και τώρα «τι κάνουμε»; Αυτό ή εκείνο;
Αλλά το «αυτό» και το «εκείνο» δεν απαντιούνται την ώρα που δοκιμάζονται στο αμόνι της πράξης.Οι όροι των απαντήσεων έχουν οικοδομηθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Αν τον Οκτώβρη του ‘44 να γιορτάζεις την απελευθέρωση με τις σημαίες του ΕΑΜ μαζί με ελληνικές, αγγλικές και αμερικάνικες πώς θα συγκρουστείς ένοπλα δυο μήνες μετά με τον Σκόμπι και τον Παπανδρέου; Αν επιδιώκεις για χρόνια μια «δημοκρατική αλλαγή» στα Ιουλιανά του 65 θα οδηγηθείς στη στήριξη της Ένωσης Κέντρου. Αν μέσα στην ηρωική πάλη την περίοδο της χούντας ο στόχος είναι η «δημοκρατική αλλαγή» τότε οδηγείσαι σε προτάσεις για κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» (ή και στο εκβιαστικό δίλημμα «Καραμανλής ή τανκς»). Αν για εφτά χρόνια διαπαιδαγωγείς τον αριστερό κόσμο στην λογική των «δημοκρατικών δυνάμεων» πως μπορείς να συγκρουστείς με την «δημοκρατική κυβέρνηση» του ΠΑΣΟΚ; Και αν για χρόνια θεωρείς πως μπορεί να υπάρχει ένας «κανονικός» καπιταλισμός, «χωρίς σκάνδαλα», θα φτάσεις στις κυβερνήσεις Τζαννετάκη και Ζολώτα.
Η έλλειψη επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής είναι η κόκκινη γραμμή που συνδέει όλες αυτές τις στιγμές και φτάνει ως τα Ιουλιανά του 2015.
Πώς και γιατί ακυρώθηκε η λαϊκή βούληση
Το μνημόνιο ήταν η κεντρική επιλογή του κεφαλαίου, ενός ταξικού συνασπισμού των ευρωπαίων τραπεζιτών με τον πυρήνα του ελληνικού κεφαλαίου, για μια βίαιη αναδιάρθρωση του ελληνικού καπιταλισμού, για το τσάκισμα των πιο ιστορικών κατακτήσεων της εργατικής τάξης και του λαού, την εκτίναξη της εκμετάλλευσης, την αποπληρωμή των χρεών στο περιβάλλον που δημιούργησε η καπιταλιστική κρίση του 2008, τη σταθερότητα της ευρωζώνης. Με τέτοιο στρατηγικό διακύβευμα ήταν βέβαιο ότι δεν θα υπήρχε εκβιασμός, απειλή και μέτρο που δεν θα σκέφτονταν το κεφάλαιο και το πολιτικό σύστημα για να το επιβάλλει.
Ο ΣΥΡΙΖΑ που αναδείχθηκε τελικά σε ηγεμονική δύναμη στο μεγαλειώδες κίνημα του 2010-2015 είχε μια πολύ συγκεκριμένη γραμμή. Το μνημόνιο θα καταργηθεί «με ένα άρθρο και ένα νόμο», από μια «κυβέρνηση της αριστεράς», που θα «διαπραγματευτεί» με τους Θεσμούς ένα πρόγραμμα «κοινωνικής ανόρθωσης και δικαιοσύνης», χωρίς ρήξη με την ευρωζώνη και την ΕΕ. Η λογική του «ούτε ρήξη – ούτε υποταγή» ήταν, αποδεδειγμένα πια, μια τραγική αυταπάτη που οδήγησε στη μετατροπή του μεγαλειώδους λαϊκού «Όχι» σε «Ναι», στην κωλοτούμπα του 2015, όταν ακριβώς διακυβεύθηκε το στρατηγικό ερώτημα της ρήξης ή της υποταγής με τους «θεσμούς» και το αστικό πολιτικό σύστημα.
Αυτή η ανοιχτά συμβιβαστική πολιτική όμως δεν στεκόταν «στον αέρα». Προετοιμάστηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια των αντιμνημονιακών αγώνων, «επικοινωνούσε» και σε σημαντικό βαθμό διαμόρφωνε, περιόριζε, τα πολιτικά όρια του κινήματος της περιόδου.
Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και άλλες δυνάμεις του κινήματος εντός/εκτός ΣΥΡΙΖΑ έδιναν μάχη να «οριοθετηθούν» πολιτικά το κίνημα και οι αγώνες στο αντιμνημονιακό πλαίσιο, να αποσπαστούν οι άμεσοι στόχοι από τις πολιτικές προϋποθέσεις για την υλοποίησή τους, να μην «ανεβαίνουν» οι στόχοι απ’ το «αντιμνημονιακό» στο «αντιΕΕ – αντικαπιταλιστικό επίπεδο», να μην μπαίνει η ανάγκη ρήξης /εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, στο όνομα της «πλατιάς ενότητας» και της μεγαλύτερης «μαζικότητας».

Για να συνεχιζόταν η μάχη μετά την πραξικοπηματική κατάργηση του «Όχι» απαιτούνταν έγκαιρο ξεκαθάρισμα του ρόλου του ΣΥΡΙΖΑ, πολιτικοϊδεολογική και οργανωτική προετοιμασία για την υπεράσπιση του «Όχι»
Στην πολιτική ανάσχεση του κινήματος οδηγούσε, από άλλο δρόμο, η στάση του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ έδινε όλα τα χρόνια των μεγάλων αντιμνημονιακών αγώνων πολιτική και θεωρητική μάχη ενάντια στουςπολιτικούς στόχους που σηματοδοτούσαν ρήγματα με την αστική πολιτική, ακόμα και με τον στόχο της «κατάργησης των μνημονίων»! Πράγματι από το 2010 και μετά αρνούνταν τον στόχο της «κατάργησης των μνημονίων» (γιατί άλλες χώρες εφαρμόζουν το ίδιο πρόγραμμα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου χωρίς μνημόνια), τον στόχο της διαγραφής του χρέους (γιατί «αποτελεί τη «ριζοσπαστική» εκδοχή ενός νέου «κουρέματος», από το οποίο ωφελημένοι βγαίνουν οι καπιταλιστές) τον στόχο για έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ, (γιατί «ενσωματώνεται στο πλαίσιο του ευρωσκεπτικισμού που προβάλλουν αστικές δυνάμεις»), συμβάλλοντας από την πλευρά του στην καθήλωση του κινήματος στα σιδερένια όρια της αστικής πολιτικής και ενισχύοντας τα μέγιστα την κουτσουρεμένη κοινοβουλευτική λογική του ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτή η λογική άρνησης των στόχων της σύγκρουσης με την αστική γραμμή της πάση θυσία επιβολής των μνημονίων και της παραμονής στην ΕΕ οδήγησε το ΚΚΕ να γυρίσει την πλάτη στον λαό στο δημοψήφισμα, στο «δεν βλέπω λύση εκτός ευρώ» στη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών από τον Δ. Κουτσούμπα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε σε πολιτικό εκφραστή των αντιμνημονιακών αγώνων γιατί η πρότασή του φαινόταν πιο «ρεαλιστική» και γιατί έδωσε μια συγκεκριμένη πολιτική απάντηση στο ζήτημα της εξουσίας, την «κυβέρνηση της πρώτης φοράς αριστεράς».
Γύρω από το ζήτημα της κυβερνητικής προοπτικής της αριστεράς έγινε πολύ εκτεταμένη ιδεολογική διαπάλη. Για την πλειοψηφία του λαού αλλά και του μαχόμενου κόσμου, με την μακρόχρονη κοινοβουλευτική διαπαιδαγώγηση, η κυβέρνηση ταυτίζεται με την εξουσία, αποτελεί το όργανο επιβολής της όποιας συνολικής πολιτικής λύσης. Επομένως η πολιτική πρόταση της «κυβερνώσας αριστεράς» ανταποκρινόταν στις ανάγκες και τις αυταπάτες, δηλαδή στο επίπεδο της συνείδησής τους.
Όμως για την ανεμπόδιστη και συντριπτικά ηγεμονική επικράτηση της κοινοβουλευτικής κυβερνητικής λύσης στον μαχόμενο κόσμο και στις κοινωνικές και πολιτικές πρωτοπορίες σημαντικό ρόλο έπαιξαν οργανώσεις, ομάδες, διανοούμενοι, αριστερού, μαρξιστικού προσανατολισμού που στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ και διαμόρφωσαν μια πιο θεωρητικά επεξεργασμένη γραμμή δικαιολόγησης της προοπτικής της «αριστερής κυβέρνησης».
Αυτές οι απόψεις είχαν σαν θεωρητική βάση κυρίως τη λογική της μεταρρύθμισης του αστικού κράτους, (με ευρωκομμουνιστική αναφορά) με χρήση της κυβερνητικής εξουσίας σαν εφαλτήριο, που σε συνδυασμό με την «πίεση του κινήματος» θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην «όξυνση των αντιφάσεων του συστήματος», σε ευρύτερες αλλαγές σε όφελος του λαού.
Όμως η προοπτική της κυβερνητικής εναλλαγής από το 2012 και μετά οδήγησε όχι σε όξυνση της πάλης, αλλά σε ενίσχυση της «αναμονής» και του «ρεαλισμού» στο όνομα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Η περίοδος 10-12, και μέχρι το 2015 ήταν περίοδος συγκλονιστικών αγώνων, που οδήγησε σε μια πρωτοφανέρωτη πολιτική κρίση, στην ιστορική κατάρρευση του παραδοσιακού δικομματισμού της μεταπολίτευσης. Δεν ήταν μια απλή «κρίση εκπροσώπησης». Στην ημερήσια διάταξη μπήκαν μεγάλα ζητήματα της αστικής πολιτικής (μνημόνια, ΕΕ). Μορφές λαϊκής οργάνωσης και αυτενέργειας πλημμύρισαν την ελληνική κοινωνία (λαϊκές συνελεύσεις, πολυποίκιλες μορφές αλληλεγγύης κλπ). Όπως φάνηκε και στις ημέρες του δημοψηφίσματος η λαϊκή συνείδηση έκανε άλματα. Ο κόσμος του αγώνα δεν ήταν ίδιος το 2010 και το 2015. Το «κάτω τα μνημόνια» είχε ήδη γίνει για ένα σημαντικό κομμάτι «σύγκρουση με την ευρωζώνη και την ΕΕ» ή έστω ήταν ανοικτό σε μια τέτοια πορεία.
Για να συνεχιστεί και να κλιμακωθεί η μάχη μετά την πραξικοπηματική κατάργηση του «Όχι» από τον ΣΥΡΙΖΑ απαιτούνταν έγκαιρο ξεκαθάρισμα του ρόλου του ΣΥΡΙΖΑ και της ηγεσίας του (και όχι η αναπαραγωγή των αυταπατών μέχρι την τελευταία στιγμή με δηλώσεις «καταψηφίζουμε το μνημόνιο, στηρίζουμε την κυβέρνηση», που φέρνει το… μνημόνιο, π.χ. της ΛΑΕ), η πολιτικοϊδεολογική και οργανωτική προετοιμασία για την υπεράσπιση του «Όχι» με μαχητικούς αγώνες κόντρα στη γραφειοκρατία που ήταν με το «Ναι», η ανεξάρτητη συσπείρωση των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων, των δυνάμεων του «Όχι μέχρι το τέλος». Με αυτόν τον τρόπο η συνέχιση και κλιμάκωση της πάλης θα μπορούσε να ανοίξει δρόμους προς ευρύτερη αμφισβήτηση του συστήματος.
Όμως αυτά δεν έγιναν, με αποτέλεσμα την κρίσιμη στιγμή το κίνημα να είναι πολιτικά και οργανωτικά απροετοίμαστο να πάει παρακάτω χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ και ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ.
Η παρέμβαση και η αποτίμηση του ΝΑΡ
Το «τριπλό ΟΧΙ» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατά μνημονίων, ΕΕ, κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδωσαν με όλες τους τις δυνάμεις την μάχη την μάχη του «τριπλού ΟΧΙ», στα μνημόνια, την ΕΕ, την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Όλα τα προηγούμενα χρόνια ανέδειξαν και πάλεψαν τους βασικούς στόχους του αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Την κατάργηση των μνημονίων, τη διαγραφή του χρέους, τη ρήξη/έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ, την εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση των τραπεζών και των άλλων επιχειρήσεων στρατηγικής συμμαχίας. Επεδίωξαν το πολιτικό αυτό πρόγραμμα να «μπολιάσει» το κίνημα και να μη μείνει στα όρια της «περήφανης διαπραγμάτευσης» και της κοινοβουλευτικής εναλλαγής. Προώθησαν μορφές αυτοτελούς οργάνωσης του κινήματος (πχ μαζικός συντονισμός πρωτοβάθμιων σωματείων, την πρωτοβουλία «Δεν Χρωστάμε, Δεν Πουλάμε, Δεν Πληρώνουμε» κ.α). Συνέβαλαν και με τη στάση τους στον δρόμο στην μαχητικότητα των συγκλονιστικών κινητοποιήσεων τον Μάη 2010, τον Ιούνη και τον Οκτώβρη 2011, τον Φλεβάρη 2012.
Όμως οι δυνάμεις του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχαν στρατηγική αδυναμία να συνδέσουν την πάλη με τα βήματα εκείνα που θα έθεταν με διαφορετικό τρόπο το ζήτημα της εξουσίας. Το 4ο Συνέδριο του ΝΑΡ εκτιμούσε: «Υπήρχε μια ορισμένη απόσπαση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης από το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας, μια ελλιπώς επεξεργασμένη απάντηση στο ποιος και πως θα τα επιβάλλει, μια μη πρακτική-συγκεκριμένη αντιμετώπιση της ‘’εξωκοινοβουλευτικής’’ και ανταγωνιστικής προς το αστικό πολιτικό σύστημα οργάνωσης του λαού..…». Έτσι δεν «μεταφέραμε» την εμπειρία των λαϊκών συνελεύσεων στους χώρους δουλειάς, ώστε να οργανωθεί η εργατική τάξη με ανεξάρτητο τρόπο, δεν επιχειρήσαμε να συστηματοποιήσουμε και να ενοποιήσουμε τις λαϊκές συνελεύσεις σε περιοχές και πανελλαδικά, να δημιουργηθούν «σπέρματα» άλλης λαϊκής οργάνωσης. Οι εκλογές και η «προσαρμογή» του κινήματος για να κερδηθούν έμεινε ο μοναδικός δρόμος πολιτικής έκφρασης των αγώνων.
Αριστερά αδιέξοδα εντός ΣΥΡΙΖΑ και κυβέρνησης
Πολύ μεγάλες αδυναμίες και όρια εκφράστηκαν στην οργανωμένη εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Καταρχάς ένα μεγάλο τμήμα της υποστήριξε και εντάχθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ (ΔΕΑ, ΚΟΕ, Δίκτυο, «κίνηση των 1.000» προερχόμενοι από ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ). Η ένταξη στον ΣΥΡΙΖΑ στηρίχθηκε από μια σειρά επιχειρήματα με κύριο τη δυνατότητα των δυνάμεων της «ριζοσπαστικής αριστεράς» να επηρεάσουν μέσα από την συμμετοχή τους σε αυτό ένα οργανωμένο, αλλά «αδιαμόρφωτο» και «με διακυβευόμενο συσχετισμό» ρεφορμιστικό ρεύμα.
Η λογική αυτή όπου εφαρμόστηκε ιστορικά, από τον «εισοδισμό» ορισμένων παραδοσιακών τροτσκιστικών ρευμάτων στην σοσιαλδημοκρατία, μέχρι την συγκρότηση των «πλατιών αριστερών κομμάτων» την περίοδο του αντινεοφιλελεύθερου και αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος απέτυχε. Απαιτείται ένα ιστορικό συμπέρασμα σε αυτό.
Αναγνωρίζοντάς μέσα από τη συμμετοχή ή τη στήριξή τους σε αυτά τα κόμματα, το «δικαίωμα» να εκπροσωπούν πολιτικά το κίνημα και συμβάλλοντας σε αυτό, καλλιεργώντας την εμπιστοσύνη στην ηγεσία τους, όταν ερχόταν η κρίσιμη στιγμή ήταν η ηγεσία που είχε το προβάδισμα στις αποφάσεις και τους χειρισμούς. Τότε ακόμα και η πιο πασιφανής «προδοσία» είναι πιο εύκολο να εκληφθεί σαν «αναγκαία υποχώρηση», παρά σαν απαράδεκτος συμβιβασμός.
Ο συνδυασμός της υποβάθμισης των πολιτικών στόχων του προγράμματος στο όνομα της «πλατιάς ενότητας» και της «γραμμής μαζών» και της υποστήριξης (από μέσα ή απ΄ έξω «κριτικά») του ρεφορμιστικού ρεύματος αφοπλίζει το κίνημα και τις πρωτοπορίες και καταστρέφει διαρκώς τη δυνατότητα ενότητας και ανεξάρτητης συγκρότησης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς! Φοβόμαστε ότι αυτές οι λογικές επαναλαμβάνονται με ακόμα χειρότερους όρους μέχρι σήμερα, στο όνομα της «πλατιάς επίδρασης» (πάντα) και της «ορατότητας» της πολιτικής παρέμβασης πάνω στο άρμα κάποιου «νέου» σοσιαλδημοκράτη ηγέτη.
Δημοσιεύτηκε στο Πριν στο φύλλο 5-6 Ιούλη 2025
Μην χάσετε το Αφιέρωμα στο μεγάλο λαϊκό «Όχι» του 2015, στο Πριν που κυκλοφορεί αυτό το Σαββατοκύριακο

Δημοψήφισμα 2015: Το δίλημμα που έθεσε η ΕΕ: «Μέσα ή έξω από το ευρώ;»
















