Αφιέρωμα: Ιουλιανά 1965, ένας πρώιμος ελληνικός Μάης
Χρήστος Κοσίνας
Η λαϊκή κινητοποίηση των Ιουλιανών στις 70 περίπου μέρες του κινήματος σφραγίστηκε από το εργατικό κίνημα, με τις εννιά πολιτικές απεργίες. Η εργατική τάξη από την αρχή της δεκαετίας του ’60, οργανώθηκε στις οικοδομές και τη βιομηχανία, είχε κατακτήσεις και πολιτικούς στόχους. Ξεπέρασε την κυβερνητική-αντικομμουνιστική ΓΣΕΕ με τον αγωνιστικό συντονισμό των ΣΕΟ «115».
Η συμπλήρωση 50 χρόνων από την κρίση των Ιουλιανών το 1965 επαναφέρει τη συζήτηση γύρω από τις πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές αιτίες που οδήγησαν σε αυτή τη μεγάλη κοινωνική έκρηξη της δεκαετίας του ’60. Αναπόσπαστο μέρος αυτής αποτελεί ο ρόλος του εργατικού κινήματος και η ανάπτυξη των εργατικών αγώνων πριν από τα Ιουλιανά.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο ελληνικός καπιταλισμός έχει εισέλθει δυναμικά σε νέα περίοδο ανάπτυξης. Η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή των χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, ο οποίος φτάνει κατά μέσο όρο το 9,4%. Μια σειρά μέτρων που είχαν ληφθεί τη δεκαετία του ’50 (κυβέρνηση Μαρκεζίνη), μετά την ολοκλήρωση του Σχεδίου Μάρσαλ (1953), οδηγούν σε αύξηση των κρατικών επενδύσεων, επιδότηση και φοροελάφρυνση του δευτερογενούς τομέα (βιομηχανία) και προσέλκυση ξένων κεφαλαίων σε τομείς όπως η ναυτιλία, η κλωστοϋφαντουργία, η τσιμεντοβιομηχανία, η βιομηχανία πετρελαιοειδών, τα μη σιδηρούχα μέταλλα, το δέρμα κ.ά. Πρωταγωνιστής αυτής της ανάπτυξης είναι ο κλάδος των κατασκευών, που απορροφά το 67% των επενδύσεων τη δεκαετία του ’60. Παράλληλα, αν και οι επενδύσεις στη βιομηχανία υπολείπονται των κατασκευών, η βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται κατά 51% μεταξύ 1959 και 1965.
Την ίδια περίοδο, στην ελληνική κοινωνία συντελούνται βαθιές αλλαγές στην κοινωνική και ταξική σύνθεση του πληθυσμού. Σημειώνεται μαζική μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων στο εξωτερικό, ενώ παράλληλα εκδηλώνεται έντονο κύμα αστυφιλίας με τη μετακίνηση μεγάλων τμημάτων του αγροτικού πληθυσμού στα αστικά κέντρα. Οι αλλαγές αυτές οδηγούν σε διεύρυνση της εργατικής τάξης, μέσω της προλεταριοποίησης των αγροτικών πληθυσμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εργαζόμενοι στις κατασκευές σχεδόν τετραπλασιάζονται μέσα σε μια δεκαετία (από 70.000 το 1951 σε 260.000 το 1961), ενώ αυξάνεται και ο αριθμός των εργαζομένων στη βιομηχανία.
Παρά την αλματώδη αύξηση του ΑΕΠ, «οι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι δυστυχούν», όπως χαρακτηριστικά παραδέχεται ο Γ. Παπανδρέου. Ο μέσος εργατικός μισθός παρέμενε χαμηλότερος από τον προπολεμικό, ενώ το ωράριο εργασίας στους περισσότερους κλάδους ήταν αυξημένο σε σύγκριση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις παρεμποδίζονταν από αλλεπάλληλες κρατικές παρεμβάσεις (νόμος 3239/1955), ενώ οξύ ήταν και το ζήτημα της κατοικίας για τα πληβειακά στρώματα που συρρέουν στις πόλεις.
Αυτές οι συνθήκες διαμορφώνουν το υπόστρωμα για την ανάπτυξη νέων εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων. Από το 1962 και μετά, παρατηρείται απότομη αύξηση του αριθμού και της διάρκειας των απεργιών, καθώς και της συμμετοχής των εργαζομένων σε αυτές. Στην πρωτοπορία βρίσκονται οι οικοδόμοι, ενώ κινητοποιούνται δυναμικά και άλλοι κλάδοι, όπως οι μεταλλεργάτες, οι εργαζόμενοι σε διυλιστήρια, οι εργαζόμενοι σε κρατικοποιημένες επιχειρήσεις (π.χ. ΔΕΗ, ΟΤΕ), οι καπνεργάτες κ.ά. Τα πιο μαχητικά τμήματα της εργατικής τάξης, στους κλάδους αιχμής της καπιταλιστικής ανάπτυξης, πρωτοστατούν τόσο στους αγώνες όσο και στις κινητοποιήσεις των Ιουλιανών.
Πρωταρχικός άξονας των αιτημάτων ήταν η αντιμετώπιση του κοινωνικού ζητήματος: διεκδικήθηκαν και επιτεύχθηκαν αυξήσεις στους μισθούς, μείωση του χρόνου εργασίας (καθιέρωση για πρώτη φορά του 7ώρου στην οικοδομή), αλλά και κατοχύρωση εργασιακών δικαιωμάτων, όπως άδειες μετ’ αποδοχών και καταβολή 13ου και 14ου μισθού. Ένας δεύτερος άξονας αφορούσε τον εκδημοκρατισμό των συνδικάτων και την πάλη για λαϊκές ελευθερίες. Παρέμεναν σε ισχύ τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων για την εύρεση εργασίας, ενώ η ΓΣΕΕ, σε σταθερή αντικομμουνιστική τροχιά αποκλείει και διαγράφει σωματεία που δεν αποκηρύσσουν την αριστερά και δεν συναινούν στον «εθνικό σκοπό». Με την κλιμάκωση των αγώνων και προχωρώντας προς τα Ιουλιανά, εμφανίζονται όλο και περισσότερο και πολιτικά συνθήματα ενάντια στην παρέμβαση των ΗΠΑ στις εσωτερικές εξελίξεις αλλά και στο Κυπριακό, ενώ έκδηλη είναι η λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στο Παλάτι που εκφράζεται με μεγάλη ριζοσπαστικότητα και από τη νεολαία. Η εμπειρία των εργαζομένων μέσα από τις κινητοποιήσεις τους και την στάση της πολιτικής ηγεσίας αρχικά της ΕΡΕ και μετέπειτα της Ένωσης Κέντρου, διαμορφώνουν το υπόβαθρο ανάπτυξης της ταξικής συνείδησης.
Η κύρια θεσμική έκφραση του συνδικαλιστικού κινήματος σε όλη την μετεμφυλιακή περίοδο συγκροτείται μέσα από την ΓΣΕΕ. Από το 1948, στο τιμόνι της βρίσκεται η ομάδα του Φ. Μακρή, σε συνεργασία με τον Δ. Θεοδώρου (πρόεδρος του ΕΚ Θεσσαλονίκης), εκφράζοντας ένα συνδικαλιστικό μηχανισμό σε βαθιά εξάρτηση από το κράτος και τους μηχανισμούς του (ΚΥΠ, συνδικαλιστικό ασφάλειας, ΕΡΕ), ο οποίος το μόνο που διασφάλιζε ήταν η συμπίεση των μισθών κάτω από τα επίπεδα της παραγωγικότητας της οικονομίας. Η λειτουργία της ΓΣΕΕ εκείνης της εποχής έχει μείνει στην ιστορία ως απαύγασμα εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, με εκλογικές νοθείες, νόθους αντιπροσώπους και αντιδημοκρατικά συνέδρια. Παράγοντας που σταθεροποιεί αυτή την ομάδα στην διοίκηση της ΓΣΕΕ είναι η ελεγχόμενη από τους Αμερικανούς και την CIA Διεθνής Συνομοσπονδία Ελεύθερων Συνδικάτων (CISL) που είχε ως κεντρική κατεύθυνση τον ψυχροπολεμικό αντικομμουνισμό και την προώθησή του μέσα στους εργαζόμενους.
Απέναντι στη ΓΣΕΕ βασικός εκφραστής των ανεξάρτητων εργατικών αγώνων εκείνη την περίοδο είναι ο συνδικαλιστικός συντονισμός των Συνεργαζόμενων Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ΣΕΟ), ο οποίος συγκροτείται το 1962 με πρωτοβουλία τριών ομοσπονδιών (Ηλεκτρισμού – Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, Εργατών Τύπου, Λογιστών). Για την εδραίωση αυτού του συντονισμού ο οποίος και έφτασε να εκφράζει έως και 1.000 συνδικαλιστικές οργανώσεις πριν την επιβολή της δικτατορίας. Το 1963, οι ΣΕΟ συγκροτούν πυρήνα 82 σωματείων και αποτρέπουν την ψήφιση αντιασφαλιστικού νομοσχεδίου από την κυβέρνηση της ΕΡΕ. Με την προσχώρηση 33 οργανώσεων από το Εργατικό Κέντρο Πάτρας το ίδιο καλοκαίρι, το δίκτυο φτάνει τα 115 σωματεία (ΣΕΟ «115»), παραμένοντας ενεργό μέχρι τη διάλυση του από τη δικτατορία.

Οι ΣΕΟ «115» αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά των μαχητικών εργατικών αγώνων που κορυφώθηκαν στα Ιουλιανά. Κεντρικό τους αίτημα ήταν ο εκδημοκρατισμός και η απομάκρυνση της δοτής διοίκησης της ΓΣΕΕ που είχε προκύψει από το 14ο συνέδριο του 1961. Τον Μάρτιο του 1964, οι ΣΕΟ «115» διοργανώνουν συγκέντρωση στην Αθήνα με συμμετοχή 100.000 εργαζομένων με βασικό αίτημα την καθαίρεση της διοίκησης και τον εκδημοκρατισμό της ΓΣΕΕ. Η πλειοψηφία των σωματείων που συμμετέχουν στον συντονισμό έχουν διαγραφεί από την ΓΣΕΕ. Μέσα από την πίεση αυτού του κινήματος, έχουμε την παροδική απόσυρση της ομάδας του Μακρή από την ΓΣΕΕ, για να επανέλθει όμως οριστικά στο 15ο συνέδριο της ΓΣΕΕ. Εντός των ΣΕΟ «115» εκφράζονται πολιτικά τόσο οι δυνάμεις της ΕΚ, αλλά και της ΕΔΑ, ωστόσο το περιεχόμενο των πολιτικών διεκδικήσεων, δεν ξεπερνά τα όρια της γραμμής «συνεργασίας των δημοκρατικών δυνάμεων» που θέτει και η Αριστερά εκείνη την περίοδο. Το όριο της πολιτικής στόχευσης της ΣΕΟ «115» φάνηκε και στα Ιουλιανά, χωρίς να θέτει στόχους ανατροπής της μοναρχίας.
Ο ρόλος του εργατικού κινήματος στα Ιουλιανά
Η πολιτική και κοινωνική ρωγμή των Ιουλιανών έδωσε τη δυνατότητα στο εργατικό κίνημα να εκφραστεί δυναμικά, αποτελώντας την κορύφωση ενός μακρόχρονου κύκλου αγώνων. Η παραίτηση της κυβέρνησης Παπανδρέου από τον βασιλιά και η πολιτειακή εκτροπή προκάλεσαν έντονες λαϊκές αντιδράσεις. Από τις 15 Ιουλίου έως τις 24 Σεπτεμβρίου 1965 πραγματοποιήθηκαν εννέα 24ωρες πολιτικές απεργίες με αιτήματα όπως η παραίτηση της κυβέρνησης Νόβα και η προκήρυξη εκλογών, ενώ τέθηκαν έμμεσα και ζητήματα για το Πολιτειακό. Περίπου μισό εκατομμύριο εργαζόμενοι συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις Ιουλίου και Αυγούστου. Η πρώτη πολιτική απεργία πραγματοποιείται στον Βόλο στις 22 Ιουλίου, με πρωτοβουλία των ΣΕΟ «115». Στις 27 Ιουλίου, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα, έγινε η πρώτη πολιτική απεργία στην Αθήνα μετά το 1946. Είναι χαρακτηριστικές οι μαρτυρίες για την οργάνωση απεργιακών επιτροπών στις γειτονιές της Αθήνας, αλλά και την παρέμβαση της νεολαίας ως αγωνιστική εμπροσθοφυλακή στις καθημερινές κινητοποιήσεις που ακολούθησαν. Αξιοσημείωτη επίσης είναι η απεργία των οικοδόμων στις 27 Αυγούστου. Η απεργία διοργανώθηκε από την «Ευρεία Δημοκρατική Συνδικαλιστική Συνεργασία των Οικοδομικών και Ξυλουργικών Οργανώσεων», η οποία εκπροσωπούσε 120.000 οικοδόμους, καθώς η Ομοσπονδία Οικοδόμων ελέγχονταν από τον κυβερνητικό και εργοδοτικό συνδικαλισμό (Λυκιαρδόπουλος). Οι οικοδόμοι -πρωτοπόροι λόγω της μαχητικότητας του κλάδου- πραγματοποίησαν μεγάλες συγκεντρώσεις σε διάφορες πόλεις με αιτήματα για ελεύθερες εκλογές, απελευθέρωση συνδικαλιστών και εκδημοκρατισμό της ΓΣΕΕ.
Παρά την κρατική καταστολή και τον έλεγχο της συνδικαλιστικής ηγεσίας (η ΓΣΕΕ επανέρχεται με απόφαση Πρωτοδικείου από τις 19 Αυγούστου στον έλεγχο των Μακρηθεοδωρικών), οι απεργίες εξέφρασαν τη μαζική δυσαρέσκεια και την αποφασιστικότητα των εργατών. Ωστόσο, αυτή η ταξική αντιπαράθεση δεν μετουσιώθηκε σε ριζοσπαστικό πολιτικό κίνημα και παρότι οι αγώνες συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια, μετά το πέρας των 75 ημερών φάνηκαν σημάδια κάμψης. Ο στόχος αποκατάστασης της «δημοκρατικής ομαλότητας», που πρόβαλλε η Ένωση Κέντρου αλλά και η ΕΔΑ και το ΚΚΕ, δεν μπορούσαν να προσδώσουν στο κίνημα ανατρεπτικό περιεχόμενο.
Πρέπει να σημειωθεί ωστόσο, πως η έλλειψη θεσμικής κατοχύρωσης των συνδικάτων, αντί να οδηγήσει στην περιθωριοποίηση του εργατικού κινήματος, συνέβαλε στη λαϊκή έκρηξη. Στις κινητοποιήσεις, ο ρόλος των εργατικών μαζών και της ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας ήταν καθοριστικός. Το εργατικό κίνημα -όπως και άλλες φορές στην ιστορία του- θα λειτουργήσει όχι ως θεσμικό-συνδικαλιστικό, αλλά ως μαζικό-συγκρουσιακό με έντονα τα στοιχεία μιας λαϊκής εξεγερτικότητας. Αυτή η λαϊκή διάθεση που εκφράστηκε αναμφισβήτητα στα Ιουλιανά, διαμόρφωνε μια προοπτική, που κάτω από ορισμένες πολιτικές προϋποθέσεις, ξεπερνούσε το καθεστωτικό πλαίσιο και τους στόχους διαφόρων πολιτικών δυνάμεων. Αυτή η παρακαταθήκη, θα μείνει ζωντανή χωρίς να καταφέρουν να την ανατρέψουν τα μεταγενέστερα γεγονότα με την επιβολή της δικτατορίας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 12-13 Ιουλίου 2025
















