Η συνάντηση του Θεόδωρου Τερζόπουλου με την Ορέστεια είναι μνημειώδης. Η παράσταση είναι συγκλονιστική. Ο Τερζόπουλος φέρνει την αρχαία τραγωδία στο σήμερα σεβόμενος απόλυτα τη δομή και το ύφος της.
Αναρωτιέμαι τι γράφει κανείς για μία παράσταση, στο τέλος της οποίας, το κοινό χειροκροτεί όρθιο για ώρα, φωνάζοντας «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» και στα πρόσωπα των συντελεστών βλέπεις χαρά και δικαίωση για την απόλυτη συγκέντρωση, που επέδειξαν κατά τη διάρκεια της, χωρίς ίχνος της κούρασης που λογικά συνοδεύει την προσπάθεια τους. Θα αρχίσω από τα βασικά. Η μεγάλη τέχνη έχει απεριόριστη δύναμη γιατί φέρει αλήθεια και μιλάει στην ψυχή μας. Η μεγάλη τέχνη είναι βαθιά πολιτική. Δίνει ένα πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπουμε τον κόσμο στις αληθινές του διαστάσεις και τη θέση μας μέσα σε αυτόν. Διδάσκει, χωρίς να γίνεται διδακτική.
Η Ορέστεια δίκαια θεωρείται μια από τις κορυφές της ανθρώπινης τέχνης. Κλείνει μέσα της την κοσμοαντίληψη του Αισχύλου. Ο άνθρωπος βρίσκεται κάτω από την αναγκαιότητα να ενεργήσει, ακόμα και όταν η ενέργειά του είναι έγκλημα. Όταν υποχωρεί σε αυτή την ανάγκη, επωμίζεται την ευθύνη της γιατί ενεργεί με τη θέλησή του. Αναδιαμορφώνοντας το τέλος του μύθου (δεν προσφέρει ο Απόλλωνας την κάθαρση αλλά το δικαστήριο των πολιτών), ο ποιητής δημιουργεί μια αλυσίδα: πράξη – ενοχή – εξιλέωση – γνώση, στην οποία παρεμβάλλεται μία κίνηση ανάμεσα στη θεϊκή καθοδήγηση και την ανθρώπινη βούληση. Ο Ορέστης, που υπακούει τον θεό και εκδικείται για τον πατέρα του είναι ο πιο θεοσεβούμενος γιος όμως, ως φονιάς της μάνας του, μπαίνει στον κύκλο της τύφλωσης, κακουργίας και εξιλασμού, που αγκαλιάζει τους Ατρείδες. Η απονομή της ανθρώπινης δικαιοσύνης με την παρέμβαση των θεών, που επιφέρει την κάθαρση, μας εισάγει σε ένα νέο κόσμο. Σε αυτόν οι φοβερές χθόνιες θεές (Ερινύες) εξημερώνονται και οδηγούνται στη νέα τους έδρα, στο περιθώριο, σημαίνοντας και τη λήξη όποιου κατάλοιπου μητριαρχίας είχε απομείνει. Στους περισσότερους από τους 3.000 στίχους της τριλογίας, ο Αισχύλος αναπτύσσει θρησκευτικούς, φιλοσοφικούς και νομικούς στοχασμούς μέσα από σκηνές έντονων διαλόγων.
Ο χορός λειτουργεί σαν ένα σώμα επί σκηνής, βάζοντας τον λαό στους πρωταγωνιστές
Η συνάντηση του Θεόδωρου Τερζόπουλου με την Ορέστεια είναι μνημειώδης. Η παράσταση είναι συγκλονιστική. «Δοκιμάζει τα όρια της ερμηνείας των κειμένων και της αναπαράστασής τους, τα όρια της υποκριτικής και της θέασης» (Από το πρόγραμμα). Ο Τερζόπουλος φέρνει την αρχαία τραγωδία στο σήμερα σεβόμενος απόλυτα τη δομή και το ύφος της. Την ανανεώνει αναδεικνύοντας πλευρές, δράσεις και ιδέες που ίσως σε μία συμβατική προσέγγιση θα αντιμετωπίζονταν διαφορετικά. Η παράσταση, παρά την τρίωρη διάρκειά της, έχει τέτοιο ρυθμό ώστε να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, να φέρνει σε επαφή με το διονυσιακό στοιχείο της τραγωδίας και κυριολεκτικά να ανοίγει τη σκέψη σε βασικά ζητήματα σχετικά με το κράτος, τη δικαιοσύνη και την απόδοσή της.
Θα ήταν άδικο να μην ξεκινήσω την παρουσίαση της παράστασης από τον χορό. Την ομάδα των 21 νέων παιδιών που λειτουργούν σαν ένα σώμα επί σκηνής και καταφέρνουν να αποδώσουν το «εμείς», βάζοντας τον λαό στους πρωταγωνιστές του δράματος. Ο ίδιος ο Αισχύλος εξελίσσει τον ρόλο του χορού στην Ορέστεια. Στον Αγαμέμνονα έχει τον ρόλο παρατηρητή, στις Χοηφόρους συμβουλεύει και προτρέπει, στις Ευμενίδες δρα και αποφασίζει. Ο Τερζόπουλος πάει αρκετά παραπέρα. Ο χορός είναι ο ίδιος ο λαός που καταπιέζεται, εξεγείρεται και τελικά οδηγείται στην ήττα, ανταλλάσσοντας την εξέγερσή του με αμφίβολης αξίας προνόμια. Οι ηθοποιοί ανταποκρίνονται απόλυτα στο δύσκολο εγχείρημα και μας παρασύρουν πρώτα συναισθηματικά και στη συνέχεια αγγίζουν τη σκέψη και τη λογική μας.
Στη συνέχεια, θα αναφερθώ στην Κασσάνδρα που ξέρει τι την περιμένει, αποδέχεται τη μοίρα της και πραγματικά συγκλονίζει με το τραγούδι της (Έβελυν Ασουάντ), για να ανοίξω το δρόμο στη γυναικεία παρουσία στην Ορέστεια. Η γυναίκα υπάρχει σε όλες της τις εκφάνσεις: μάνα, αδελφή, κόρη, σύζυγος, ερωμένη, σκλάβα, τροφός, βασίλισσα, θεά. Η Κλυταιμνήστρα είναι μία από τις πιο δυνατές μορφές του θεάτρου. Αγαπά, μισεί, σαγηνεύει, παζαρεύει, διεκδικεί, συνωμοτεί, δολοφονεί και η Σοφία Χιλλ τα κάνει όλα να φαίνονται εύκολα με την άμεση και μεστή ερμηνεία της. Ταυτόχρονα, όπως και οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης, μας βοηθά να κρατήσουμε τη σωστή απόσταση από τα πρόσωπα του δράματος. Η θέση μας και η ταύτισή μας είναι με τον χορό.
Όλες οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές και είναι άδικο που, λόγω χώρου, δε θα σταθώ σε κάθε μία ξεχωριστά. Δύο σύντομες αναφορές, στον Αγαμέμνονα (Σάββας Στρούμπος), τον «σεμνό», νικηφόρο στρατηγό-βασιλιά, που με βήμα χήνας και πατώντας επί πτωμάτων, οδηγείται στο θάνατό του και στον φύλακα/κορυφαίο (Τάσος Δήμας), που μας εισάγει στο κλίμα της τραγωδίας αποδίδοντας με κινήσεις και ήχους που αγγίζουν την τρέλα τις συναισθηματικές εναλλαγές που θα ακολουθήσουν.
Θα φυλάξω την παράσταση μαζί με την ερμηνεία του Κατράκη στον Οιδίποδα, τις ταινίες του Αγγελόπουλου και τα λίγα μεγάλα που έχω συναντήσει…
Κατερίνα Φραγκουλοπούλου
Η περιοδεία της παράστασης στην Ελλάδα περιλαμβάνει:
Δίον 5 Ιουλίου
Αρχαία Ολυμπία 10 Ιουλίου
Θεσσαλονίκη 17 & 18 Ιουλίου
Δελφοί 25 & 26 Ιουλίου
Καβάλα 2 & 3 Αυγούστου
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 24-25 Μαΐου
















