Αφιέρωμα Σύνταγμα, κράτος, ταξική πάλη
Χρήστος Ρέππας
Το Σύνταγμα του 1952, το πρώτο μετά την κατοχή, τον εμφύλιο και την επαναστατική κρίση της δεκαετίας του ΄40, αποτελεί τη νομική μορφή της επικρατούσας αντίδρασης, του λεγόμενου κράτους των εθνικοφρόνων. Η ακυρωθείσα λόγω της πολιτικής κρίσης και της ταξικής πάλης συνταγματική αναθεώρηση από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1963 εξέφραζε μια προσπάθεια αυταρχικού αστικού εκσυγχρονισμού. Το 1975, στο πλαίσιο της μεταπολίτευσης, διαμορφώθηκε το συνταγματικό πλαίσιο της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας, με θωράκιση της αστικής εξουσίας.
1952: Σύνταγμα της εθνικοφροσύνης
Το Σύνταγμα του 1952 είναι το πολιτικό και ιδεολογικό αποτέλεσμα της νίκης της ελληνικής αστικής τάξης στον εμφύλιο. Αποτελεί τη νομική μορφή της νέας δομής της αστικής εξουσίας, του λεγόμενου κράτους των εθνικοφρόνων. Απηχεί επίσης το διεθνές κλίμα της εποχής δηλαδή τον ψυχρό πόλεμο. Δεν αποτελεί κανενός είδους συμβιβασμό ανάμεσα στις αντιμαχόμενες τάξεις της ελληνικής κοινωνίας, είναι μονομερής επιβολή της θέλησης του νικητή πάνω στον ηττημένο και προσπάθεια να ολοκληρωθεί η στρατιωτική ήττα του ΚΚΕ σε πολιτική και ιδεολογική ήττα της Αριστεράς.
Χαρακτηριστικό του Συντάγματος του 1952 είναι ότι από άλλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία καταρτίστηκε και από άλλη ψηφίστηκε. Ψηφίστηκε και με τις ψήφους του Κέντρου της εποχής, η οποία θεωρούσε προτιμότερη την ύπαρξη ενός κακού συντάγματος από τη συνταγματική ανασφάλεια. Στην πραγματικότητα οι κεντρώες ψήφοι υπέρ του Συντάγματος του 1952 ήταν σιωπηρή συμφωνία των αστικών πολιτικών κομμάτων της εποχής για τον αποκλεισμό της Αριστεράς από την πολιτική ζωή, Conventio ad excludendum – Σύμβαση προς αποκλεισμό (Χαρ. Κουρουνδής, Σύνταγμα και Αριστερά, 2015, σελ. 54).
Ο βαθιά συντηρητικός χαρακτήρας του συντάγματος του 1952 αποτυπώθηκε στη συνταγματική κατοχύρωση του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού ως βασικό στόχο του εκπαιδευτικού συστήματος και στην κατοχύρωση της καθαρεύουσας με τον ίδιο τρόπο που είχε κατοχυρωθεί στο Σύνταγμα του 1911. Το «παρασύνταγμα» απέκτησε εκ νέου νομική ισχύ με το ψήφισμα που έθετε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952 και προέβλεπε τη διατήρηση «σε ισχύ κατά παρέκκλιση όλων των συντακτικών πράξεων» που ψηφίστηκαν από 14/10/1944. Η έκτακτη αντικομμουνιστική νομοθεσία μετατράπηκε έτσι σε μόνιμη. Το Σύνταγμα του 1952 επέτρεψε την ισχύ ενός διπλού νομικού καθεστώτος, που αντιμετώπιζε τους πολίτες με όρους «φίλου» και «εχθρού», ανάλογα με τη συμμόρφωσή τους στο υπάρχον κοινωνικοπολιτικό καθεστώς και με το κατά πόσο είχαν εθνικόφρων/αντικομμουνιστικό φρόνημα.
Η μορφή του πολιτεύματος ορίζεται για πρώτη φορά ως «βασιλευόμενη δημοκρατία». Με τα άρθρα 22 και 27 δίνεται η δυνατότητα στον βασιλιά ν’ ασκεί εκτελεστική και νομοθετική εξουσία. Το άρθρο 31 όριζε ότι ο «βασιλεύς ορίζει και παύει τους Υπουργούς αυτού», ενώ ο βασιλιάς δεν συμμετείχε στην αναθεωρητική διαδικασία. Δεν υπήρχε κατοχύρωση της αρχής της δεδηλωμένης παρά μόνο κατοχύρωση της εξάρτησης της κυβέρνησης από τη Βουλή. Με το άρθρο 35 κατοχυρώνεται η έκτακτη νομοθετική διαδικασία σύμφωνα με την οποία κατά τη διάρκεια απουσίας της Βουλής ή διακοπής των εργασιών της, ο βασιλιάς μπορεί να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα για τη ρύθμιση εξαιρετικά επειγόντων ζητημάτων, με τη σύμφωνη γνώμη ειδικής επιτροπής βουλευτών που ορίζονταν στην αρχή της συνόδου της Βουλής με αριθμό όχι κατώτερο του ενός πέμπτου του αριθμού των βουλευτών. Ταυτόχρονα το άρθρο 38 έδινε το δικαίωμα στον βασιλιά ν’ αναστέλλει τις εργασίες της συνόδου της Βουλής «είτε αναβάλλων την έναρξιν, είτε διακόπτων την εξακολούθησαν αυτών». Μπορεί ακόμα να συγκαλεί τη Βουλή τακτικά κατά τη διάρκεια του έτους, και έκτακτα όσες φορές το κρίνει σκόπιμο.
Το άρθρο 44 όριζε ότι ο βασιλιάς είχε μόνο τις εξουσίες που του ανέθετε το Σύνταγμα και οι συνάδοντες με αυτό νόμοι. Στην πραγματικότητα ο Θρόνος ουδέποτε περιορίστηκε στις εξουσίες που του παραχωρούσε το Σύνταγμα και εξαρχής το παραβίαζε. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα διορισμού του τότε Υπουργού Συγκοινωνιών της κυβέρνησης του «Ελληνικού Συναγερμού» Κωνσταντίνου Καραμανλή ως πρωθυπουργού από τον Παύλο μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου Παπάγου, χωρίς να έχει αποφασίσει ακόμα για αντικαταστάτη η κοινοβουλευτική ομάδα, κι ενώ από τον Παπάγο είχε υποδειχτεί άλλο πρόσωπο για αντικαταστάτης του.
Ο βασιλιάς είναι αυτός που ορίζει την κατάσταση πολιορκίας. Μετά από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου μπορούσε να εκδώσει, σύμφωνα με το άρθρο 91, βασιλικό διάταγμα που ανέστελλε συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος που αφορούν τις ατομικές ελευθερίες και την προστασία από τον φυσικό δικαστή (5, 6, 8, 10, 11, 12, 14, 20, 95, 97), για λόγους εσωτερικής ή εξωτερικής ασφάλειας του κράτους και ενεργοποιούσε τον νόμο για την κατάσταση πολιορκίας και τη σύσταση εξαιρετικών δικαστηρίων (στρατοδικείων).
Με το άρθρο 100 ορίζονταν ότι δημόσιος υπάλληλος οφείλει πίστη εις την Πατρίδα και τα εθνικά ιδεώδη» και είναι εκτελεστής της θέλησης του κράτους. Η απεργία στους δημοσίους υπαλλήλους απαγορεύονταν. Προέβλεπε ακόμα την υπαγωγή ιδιωτών σε στρατοδικεία σε καιρό ειρήνης για αξιόποινες πράξεις κατά της ασφάλειας των ενόπλων δυνάμεων. Δεν κατοχύρωνε κανένα απολύτως κοινωνικό δικαίωμα.
Ακολουθεί την τάση όλων των αστικών συνταγμάτων της εποχής για ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας απέναντι στη νομοθετική, ενίσχυση που εκφράζεται με την παροχή υπερεξουσιών στον βασιλικό θεσμό.
1963: Το «Σχέδιον της Βαθείας Τομής»
Το σύστημα εξουσίας του μετεμφυλιακού κράτους μπαίνει σε κρίση από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και αρχές της δεκαετίας του ’60. Η εκλογική άνοδος της ΕΔΑ και οι εκλογές βίας και νοθείας του 1961 είναι μερικά από τα βασικά δείγματα αυτής της κρίσης. Η ανεπάρκεια του Συντάγματος του 1952 να δώσει λύση στην κρίση εξουσίας είναι φανερή, και πολύ περισσότερη η αδυναμία του ν’ ανταποκριθεί στις νέες οικονομικές προτεραιότητες του ελληνικού καπιταλισμού.

Η πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης του 1963 (το «Σχέδιον της Βαθείας Τομής» που παρουσίασε δημόσια στις 16/2/1963 η κυβέρνηση της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή) συνδέεται άμεσα με το πέρασμα του ελληνικού καπιταλισμού σε μια καινούργια φάση ανάπτυξής του με τη δημιουργία βαριάς βιομηχανίας και την ένταξη στην Κοινή Αγορά της εποχής. Έχει προηγηθεί η συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ το 1961 και ακολουθεί η προετοιμασία του κρατικού μηχανισμού και της διοίκησης για τη νέα αναπτυξιακή φάση του ελληνικού καπιταλισμού. Ο κρατικός μηχανισμός πρέπει να είναι γρήγορος και αποτελεσματικός στη παραγωγή νομοθετικού έργου με την αποφυγή άχρηστων και ατέρμονων συζητήσεων και ισχυρός στην καταστολή των λαϊκών αντιστάσεων. Η συνταγματική αναθεώρηση προτείνεται στα πλαίσια ενός ευρύτερου οικονομικοπολιτικού σχεδίου μετάβασης από την υπανάπτυξη στην ανάπτυξη.
Η κυβέρνηση Καραμανλή είχε ήδη ξεκινήσει πενταετές πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης. Το δημοκρατικό πολίτευμα, κατά το σχέδιο, θεωρείται εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη και οι πληροφορίες έκαναν λόγο για εκτεταμένη αναθεώρηση του Συντάγματος που περιλάμβανε 20 άρθρα. Αποδίδει στον λαό τάση καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων του, στοχοποιώντας τους κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Περιόριζε βασικά δικαιώματα όπως αυτό της απεργίας μέχρι την πλήρη κατάργησή του (η πλήρης κατάργηση διαψεύστηκε), έθετε στο στόχαστρο την ελευθεροτυπία, προέβλεπε τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της διοίκησης και την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας στον πόλο της κυβέρνησης. Επιπλέον προέβλεπε και τη διεύρυνση της έννοιας του εσωτερικού εχθρού, η οποία πέρα από τους κομμουνιστές θα συμπεριλάβει τον οποιοδήποτε συμμετέχει στους κοινωνικούς αγώνες.
Προέβλεπε ακόμα δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά το πρότυπο του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης (1949) με τη δυνατότητα να θέτει εκτός νόμου πολιτικά κόμματα, ακολουθούσε το Γαλλικό Σύνταγμα του 1958 στο θέμα της ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας και το Ιταλικό για τα κοινωνικά δικαιώματα. Η δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι από τις βασικές καινοτομίες της «Βαθείας Τομής» στην κατεύθυνση μιας αυταρχικής-πειθαρχημένης δημοκρατίας, που μέχρι τότε δεν είχε έρεισμα στην ελληνική συνταγματική τάξη.
Τελικά το σχέδιο του Κ. Καραμανλή δεν μπόρεσε να προχωρήσει, καθώς οι πολιτικές εξελίξεις και η αποχώρηση του ηγέτη της ΕΡΕ το έθεσαν στο συρτάρι. Στο τέλος των πρακτικών της Επιτροπής Αναθεωρήσεως αναφέρεται: «Εν τω μεταξύ λόγω της επελθούσης την 11/6/63 κυβερνητικής κρίσεως το έργον της Επιτροπής διεκόπη». Στις 22 Μάη 1963 είχε δολοφονηθεί ο Γρηγόρης Λαμπράκης, η κυβέρνηση Καραμανλή παραιτήθηκε και η ταφόπλακα της επιχειρούμενης αναθεώρησης μπήκε στις εκλογές στις 3 Νοέμβρη 1963 όπου η ΕΡΕ πήρε 132 βουλευτές και η Ένωση Κέντρου 138 έδρες.
1975: Το Σύνταγμα της μεταπολίτευσης
Η μετάβαση από τη στρατιωτική δικτατορία 1967-1974 στην αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία έγινε από τα πάνω, ως μια διαδικασία συνδιαλλαγής μεταξύ του προσωπικού της δικτατορίας και αστικού πολιτικού προσωπικού. Παρά την ισχυροποίηση του λαϊκού κινήματος με την εξέγερση του Πολυτεχνείου η δικτατορία δεν ανατράπηκε μέσα από λαϊκή εξέγερση αλλά οι εξελίξεις πήραν τη μορφή της εναλλαγής μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης. Η σύσκεψη της 23ης Ιουλίου 1974 έγινε με πρωτοβουλία των στρατιωτικών -υπό την πίεση των εξελίξεων και την απειλή πλήρους κατάρρευσης του καθεστώτος- με επιλεγμένα στελέχη του αστικού πολιτικού κόσμου από την προδικτατορική περίοδο και με αποκλεισμό των εκπροσώπων της Αριστεράς. Η κυβέρνηση της «εθνικής ενότητας» που συγκροτήθηκε με την προεδρία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν κυβέρνηση συνένωσης των διαφόρων τάσεων του προπολεμικού αστικού πολιτικού προσωπικού, που ο σκοπός της ήταν η στερέωση και αναπαραγωγή της αστικής κυριαρχίας σε συνθήκες βαθιάς κρίσης της πολιτικής εξουσίας. Η κατανόηση της φυσιογνωμίας του Συντάγματος του 1975 προϋποθέτει την κατανόηση του συσχετισμού κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της εποχής που δημιουργήθηκε.

Παραχωρήσεις στο λαϊκό κίνημα και ΕΟΚικός προσανατολισμός
Το Σύνταγμα του 1975 είναι προϊόν του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στην αστική τάξη και το λαϊκό κίνημα την περίοδο που πραγματοποιείται η μετάβαση από τη δικτατορία στον κοινοβουλευτισμό. Την πρωτοβουλία των κινήσεων έχει η αστική τάξη με τη διαμόρφωση κυβέρνησης εθνικής ενότητας αλλά η ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος την αναγκάζει να κάνει παραχωρήσεις συγκρατημένου κεϊνσιανισμού (αποκαλέστηκαν από τον ΣΕΒ της εποχής… «σοσιαλμανία») σε μια εποχή που ο κεϊνσιανισμός στις χώρες της Δύσης αρχίζει να καταρρέει. Η επιλογή αυτή αποτυπώνεται και στο σύνταγμα του ’75 με την κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων.
Το Σύνταγμα του 1975 δηλώνει τον φόβο της αστικής τάξης απέναντι στην ίδια της τη δημοκρατία και τον «εχθρό-λαό»
Από την άλλη θεσπίζονται μηχανισμοί για την ανάσχεση της δράσης του λαϊκού κινήματος και μέσα στο ίδιο το Σύνταγμα, όπως η αναφορά στην καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (25.3) ή η κατάσταση πολιορκίας, όπου προβλέπεται η αναστολή βασικών ατομικών ελευθεριών και η σύσταση εξαιρετικών δικαστηρίων (στρατοδικείων) εκτός από την περίπτωση του πολέμου και στην περίπτωση της σοβαρής διατάραξης της δημοσίας τάξης και εσωτερικών κινδύνων (άρθρο 48). Η ακύρωση ακόμα και βασικών συνταγματικών δικαιωμάτων έγινε και με κοινούς νόμους, όπως του απεργιακού δικαιώματος με το ν. 330/76 και τη δράση των μηχανισμών καταστολής.
Το Σύνταγμα του 1975 έχει πολιτικό και ιδεολογικό του έρεισμα το σχέδιο της «Βαθείας Τομής» του 1963 και παράλληλα περιέχει μια σειρά καινοτομίες, όπως η κατάργηση της μοναρχίας ύστερα από δημοψήφισμα και η δημιουργία νέου πολιτεύματος, της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αποτυπώνονται στο Σύνταγμα της μεταπολίτευσης κοινωνικά δικαιώματα, απαγορεύει την ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ -κάτι που είναι νομικό αγκάθι για την προσπάθεια εμπορευματοποίησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης μέχρι σήμερα για την αστική τάξη-, και περιέχει το άρθρο 28 που είναι στρατηγικής σημασίας νομικό εργαλείο για τους νέους προσανατολισμούς του ελληνικού καπιταλισμού, δηλ. την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (μετέπειτα Ευρωπαϊκή Ένωση): «… είναι δυνατή η δια συνθήκης ή συμφωνίας αναγνώρισις αρμοδιοτήτων κατά το Σύνταγμα εις όργανα διεθνών οργανισμών» (28.2).
Η εκτελεστική εξουσία συγκεντρώνεται στον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος ορίζεται ως ρυθμιστής του πολιτεύματος (άρθρο 30), ασκεί νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. Η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας είναι μόνιμη σταθερά σε όλα τα Συντάγματα μεταπολεμικά, άσχετα από τον πόλο εξουσίας στον οποίο συγκεντρώνεται. Αυτό απορρέει από το μοντέλο κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και τη νομοθετική αποτελεσματικότητα την οποία απαιτεί. Παράλληλα δηλώνει τον φόβο της αστικής τάξης απέναντι στην ίδια της τη δημοκρατία και τη διαμόρφωση στεγανών μέσα στους θεσμούς της απέναντι στον εχθρό-λαό.
Στο Σύνταγμα του 1975 θα υπάρξουν αναθεωρήσεις τις επόμενες δεκαετίες, οι οποίες εξυπηρετούν τους σχεδιασμούς των αστικών κομμάτων και του κεφαλαίου συνολικά και θα παρουσιαστούν σε επόμενο φύλλο του Πριν.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στις 21-22 Ιουνίου 2025
Από τη ρωγμή της μεταπολίτευσης στο συνεχές της αστικής κυριαρχίας
Πόσο αυτονόητα και αναπαλλοτρίωτα είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα;
Ο ταξικός χαρακτήρας του αστικού κράτους και οι διαφορετικές μορφές του
















