Πολλά κόμματα εμφανίζονται πως είναι ενάντια στο σύστημα. Πολύς κόσμος θεωρεί πως είναι. Ο ορισμός του, όμως, παρουσιάζεται ασαφής. Σύστημα δεν είναι γενικά και αόριστα το κραταιό κομματικό σύστημα που επικρατεί σε μία δοσμένη συνθήκη. Σύστημα είναι ο τρόπος οργάνωσης της παραγωγής και το κοινωνικό/πολιτικό εποικοδόμημα που καθορίζεται από αυτή.
Χρίστος Κρανάκης
Φουντώνει η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς
Τα φαντάσματα του παρελθόντος προσπαθεί να ξορκίσει το αστικό πολιτικό προσωπικό και οι αυλικοί του. «Προσοχή μην επιστρέψουμε στις εποχές των Αγανακτισμένων και των Πλατειών». Υπάρχει τέτοια περίπτωση; Πιθανότατα όχι. Όμως, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έχει κάτι κοινό: Την έλλειψη εμπιστοσύνης και την οργή προς το σύστημα. Όπως και τότε, το διογκωμένο αίσθημα «αντισυστημικότητας» είναι αρκετά διφορούμενο και ασαφές, όπως άλλωστε είναι και ο ίδιος ο όρος. Καταρχήν, η έξαρση της κοινωνικής πίεσης όσον αφορά το αίτημα της δικαίωσης των θυμάτων των Τεμπών είναι ξεκάθαρα θετική και ελπιδοφόρα. Όχι μονάχα επειδή θέτει με επιθετικούς όρους το αίτημα αυτό, αλλά και επειδή δίνει τη δυνατότητα να ξεδιπλωθούν ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα στη δημόσια κουβέντα (ιδιωτικοποιήσεις, ανεξαρτησία Δικαιοσύνης, υποστελέχωση δημοσίων μεταφορών κ.α.).
Μπροστά σε αυτή τη συνθήκη, διάφοροι «καλοθελητές» -κόμματα της αντιπολίτευσης, επικοινωνιολόγοι της κυβέρνησης, πολιτικοί αναλυτές- σπεύδουν να εκφράσουν, να ορίσουν και να ερμηνεύσουν το διάχυτο αίσθημα «αντισυστημικότητας», που σιγοκαεί εδώ και καιρό στην κοινωνία, αλλά τώρα βγήκε στο προσκήνιο. Κοινή συνισταμένη αυτών, είναι πως σπεύδουν -με δόλο ή χωρίς- να οριοθετήσουν το φάσμα του «αντισυστημισμού» στα όρια του συστήματος. Έτσι, λοιπόν, τα κανάλια συζητάνε για το πόσοι Έλληνες δηλώνουν «αντισυστημικοί», αλλά την ίδια ώρα τρέχουν να επισημάνουν τους πολιτικούς κινδύνους της συνθήκης αυτής.
Η σύγχυση που επικρατεί γύρω από τέτοιους όρους σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα της βαθιάς εμπέδωσης της αστικής πολιτικής στην κοινωνική σκέψη και πρακτική. Εκείνο που έχει μία ιδιαίτερη βαρύτητα, πάντως, είναι πως η σύγχυση αυτή (σκοπίμως τις περισσότερες φορές), αξιοποιείται για τον αποπροσανατολισμό του κινήματος.
Το «σύστημα» έχει όνομα και ουσία!
Ο καπιταλισμός και τα πολλαπλά του είδωλα
Στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις φαίνεται πως το 37,4% αυτοπροσδιορίζεται ως «αντισυστημικό», αλλά μόλις το 25,9% δηλώνει πως ο αντισυστημισμός αποτελεί πολιτική πρόταση και όχι διαμαρτυρία. Τι σημαίνει όμως «αντισυστημισμός» και πώς το αντιλαμβάνεται ο κόσμος που δηλώνει «υπέρ» ή «κατά» αυτού; Ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά διαφορετικά, ανά περιπτώσεις και ανά πολιτικές συνθήκες. Ένας ακριβής ορισμός του δεν έχει μεγάλη σημασία, καθώς καθοριστική σημασία έχει το πώς νοηματοδοτείται από τις μάζες.
Αυτό που μπορούμε, πάντως, να ορίσουμε -και μάλλον έχει νόημα να θυμηθούμε, μιας και δημοσκοπήσεις σαν την προαναφερθείσα επιλέγουν να μην το κάνουν- είναι το σημερινό σύστημα στο οποίο ζούμε. Η λέξη που ψάχνουν και δεν βρίσκουν, επικοινωνιολόγοι και παρουσιαστές είναι «Καπιταλισμός». Αυτό είναι το οικονομικό-κοινωνικό σύστημα, πάνω στο οποίο δομούνται οι σύγχρονες κοινωνίες. Στηρίζεται στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και κινητήρια δύναμη του είναι η μίσθωση/εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Μπορεί ο καπιταλισμός, ανά τον κόσμο, να λειτουργεί διαφορετικά σε πτυχές του -ανάλογα με το στάδιο εξέλιξης της παραγωγής σε κάθε χώρα, τις ιστορικές συνθήκες που επικράτησαν σε αυτές κλπ-, αλλά στην τελική αυτός είναι σήμερα το παγκόσμιο σύστημα. Στη βάση αυτή, ορθώνονται τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα. Επίσης με διαφορές ανά χώρα, το πολιτικό σύστημα στον δυτικό καπιταλισμό είναι η αστική δημοκρατία. Εκείνη ενσωματώνει ένα φάσμα πολλών και διαφορετικών κομμάτων, κατασκευάζοντας μία βεντάλια πολιτικών σχεδίων και πρακτικών, που εκφράζουν διαφοροποιημένα ταξικά συμφέροντα και ιδεολογίες. Πολλά από τα κόμματα αυτά, μπορεί να βρίσκονται στην αντιπολίτευση, να «σφάζονται» πολιτικά με την κυβέρνηση, να συμμετέχουν ακόμα και σε διαδηλώσεις, αλλά δεν παύουν να είναι συστημικά.
Οι επί μέρους διαφοροποιήσεις αντιπολιτευόμενων κομμάτων με τη στάση της κυβέρνησης ή και των προηγούμενων κυβερνήσεων, δεν τα κατατάσσει αυτόματα στο φάσμα του αντισυστημισμού. Ο Τραμπ πχ ταρακουνάει το σύστημα, όπως το είχαμε συνηθίσει, υιοθετώντας ριζικά διαφορετικές πολιτικές από αυτές των προηγούμενων Συντηρητικών και Δημοκρατικών κυβερνήσεων. Δεν είναι όμως βεβαίως αντισυστημικός…
Ομοίως, όσοι επικεντρώνουν την κριτική τους αποκλειστικά στον τρόπο άσκησης και διαχείρισης της πολιτικής εξουσίας και αρνούνται να συγκρουστούν με το υπόβαθρο αυτής, δεν αποτελούν πραγματική «σπαζοκεφαλιά» για το σύστημα. Ο αρμός της Δικαιοσύνης, έρχεται εμφατικά στο προσκήνιο με βάση την τραγωδία των Τεμπών. Ο κόσμος είναι πεισμένος πως η δικαιοσύνη (και) στην Ελλάδα δεν είναι ανεξάρτητη από οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Η πολιτική γραμμή που προτάσσει πως ο θεσμός αυτός μπορεί να αλλάξει άρδην με μία νομοθετική παρέμβαση ή με μία εναλλαγή κυβέρνησης, άραγε πόσο αντισυστημική είναι; Η πρόσφατη ιστορία, όπου δικαστήρια νομιμοποίησαν περικοπές μισθών και δώρων, κι έβγαλαν παράνομες τόσες απεργίες, θα έπρεπε να μας κατευθύνει προς την αντίθετη άποψη.
Όψιμος αντισυστημισμός και ενσωμάτωση
Τα κινήματα που δεν ενσωματώθηκαν έθεσαν αιτήματα που δεν χώραγαν στο κυρίαρχο πλαίσιο!
Νίκος Σακαλής
Η μεγάλη απεργία της 28ης Φλεβάρη ταρακούνησε την ήδη ταραγμένη κυβέρνηση, η οποία προσπάθησε να επιστρατεύσει κάθε μέσο για να ελέγξει την αντίδραση του κόσμου, που όσο περισσότερες αποκαλύψεις έρχονται στο φως (βλ. πόρισμα ΕΟΔΑΣΑΑΜ), γεμίζει οργή για το έγκλημα στα Τέμπη. Ένα ζήτημα που ανοίγει από πολλές πλευρές είναι αν -και με τι τρόπο- ενισχύεται στον κόσμο μια αντισυστημική τάση; Σίγουρα η απάντηση σε αυτό δεν είναι ένα απλό «ναι» ή «όχι», αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι μαζικά, αν όχι πλειοψηφικά, με όσα έγιναν στα Τέμπη, υπάρχει καθαρός κλονισμός της εμπιστοσύνης όχι μόνο απέναντι στην κυβέρνηση ή σε πρόσωπα, αλλά σε πλευρές του κράτους και ειδικά της Δικαιοσύνης. Όπως σε κάθε κοινωνική διεργασία, ειδικά σε μία τόσο μαζική, δεν είναι ενιαίος ο τρόπος που κινητοποιείται/πολιτικοποιείται η κοινωνία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όλοι/ες απαιτούν δικαιοσύνη για το έγκλημα και συγκρούονται ευθέως με την κυβέρνηση που έτρεξε να το «κουκουλώσει».
Την ίδια στιγμή βέβαια, από τα χείλη όλων ακούγεται το αίτημα «να μην επαναληφθεί». Και εκεί είναι που οξύνεται (και ορθά) η ευρύτερη πολιτική αντιπαράθεση. Πως θα διασφαλίσουμε το δίκαιο αυτό αίτημα; Πρέπει και μπορεί ο λαός να εγγυηθεί την ασφάλεια των δημόσιων μεταφορών, ή πρέπει απλώς να ζητήσει μία άλλη κυβέρνηση ώστε εκείνη να την εγγυηθεί; Το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων, που στο βωμό του κέρδους μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων θυσιάζονται ανθρώπινες ζωές, μπαίνει φυσικά εμφατικά στο προσκήνιο. Ο ρόλος της ΕΕ και όλων των κυβερνήσεων που τα τελευταία χρόνια έχουν ξεπουλήσει κάθε δημόσια δομή στο ιδιωτικό κεφάλαιο, δήθεν ως εξυγίανση, με κατάληξη την απομάκρυνσή τους από την κοινωνική πλειοψηφία ή την παροχή λειψών υπηρεσιών, επίσης. Κατ ’επέκταση, αναμετρούμαστε με τον ευτελισμό της ζωής των απλών ανθρώπων μπροστά στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και τα ιδιωτικά κέρδη. Οι αντικειμενικοί όροι, μέρος του υπό διαμόρφωση κινήματος να θέσει αυτά τα ζητήματα στο προσκήνιο, υπάρχουν! Είναι όμως κάτι που θα γίνει «αυτόματα» ή κάτι που το θέλουν όλα τα πολιτικά σχέδια που επιδρούν στη κοινωνική διεργασία αυτή;
Θα μπορούσαμε να πούμε -με μία μικρή γενίκευση- ότι το όσα ζούμε σήμερα, σε κάποιο βαθμό, συγγενεύουν με κοινωνικές διαμαρτυρίες προηγούμενων ετών σε άλλες χώρες. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε γίνει παρατηρητές διεθνών εξεγέρσεων, που ξεκινούν από φαινομενικά «μεμονωμένα» ή «τυχαία» συμβάντα, αλλά καταλήγουν σε πλημμυρισμένους δρόμους που δείχνουν ότι ο λαός δεν έχει οξυγόνο. Τα κινήματα αυτά, έβγαλαν στην επιφάνεια ευρύτερες κοινωνικές ανισότητες και ανέδειξαν τη συνολικότερη αγανάκτηση του κόσμου (είτε σε μεγαλύτερο είτε σε μικρότερο βαθμό). Μελετώντας αυτά, ένα από τα βασικά συμπεράσματα που πρέπει να κρατήσουμε είναι το εξής: Μόνο όταν εκείνα έθεσαν ένα πολιτικό πλαίσιο με αιτήματα που δεν μπορούσαν να ενσωματωθούν από το κράτος, κατάφεραν να αποκτήσουν διάρκεια και μαχητικότητα που πραγματικά κλόνισαν την εικόνα παντοκρατορίας του συστήματος.
Έτσι, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τη σημερινή προσπάθεια διαφόρων συστημικών κέντρων να κοντύνουν την προοπτική ριζοσπαστικοποίησης του κόσμου και να αναδείξουν δυνάμεις που όχι απλά δεν είναι επικίνδυνες για το σύστημα, αλλά είναι καθαρά συστημικές. Βασικός και ιστορικός πυλώνας σε αυτή την προσπάθεια, είναι η ακροδεξιά. Λατινοπούλου και Βελόπουλος παρουσιάζονται ως φωνή αντιπολίτευσης στον Μητσοτάκη, που βρίσκεται βεβαίως στον αντίποδα των θέσεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που φωνάζει «Για να αναπνεύσουμε, να τους Ανατρέψουμε». Αντίθετα, εντέχνως αποκρύπτουν, ότι σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα στηρίζουν τις επιλογές του κεφαλαίου με τον πιο ακραίο και φασίζοντα τρόπο. Από άλλο δρόμο, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, δεν αρθρώνει λόγο για την άρση των ιδιωτικοποιήσεων, για τον κλονισμό της πολιτικής της ΕΕ που επιβάλει όλα τα παραπάνω, ενώ δεν κάνει -σχεδόν- καμία αναφορά στη λέξη «απεργία».
Η «αντισυστημικότητα», λοιπόν, δεν είναι ούτε αυτοπροσδιορισμός ούτε ένας τίτλος που χαρίζεται από τα μίντια. Αντισυστημικός δεν είναι ο/η πολιτικός, που εχθρεύεται τον τωρινό διαχειριστή του συστήματος ή ασκεί σκληρή κριτική στον έναν ή στον άλλο αρμό της εξουσίας, με στόχο να τον βελτιώσει. Αντισυστημικός δεν είναι εκείνος που φωνάζει «όλοι οι Έλληνες ενωμένοι κόντρα στη διαφθορά», ούτε εκείνος που αρνείται να δει «δεξιά» ή «αριστερά». Τέλος, αντισυστημικός δεν είναι αυτός που δεν ονομάζει το σύστημα με το όνομα του. Δηλαδή καπιταλισμό, είτε γιατί δεν έχει θέμα με αυτόν είτε γιατί -υποτίθεται- το θεωρεί «ξύλινη γλώσσα».
Η Αριστερά δεν μασάει τα λόγια της, όταν βροντοφωνάζει πως κόμματα στα δεξιά της ΝΔ είναι κάλπικα αντισυστημικά και αυτό θα συνεχίσει να κάνει, περιθωριοποιώντας κάθε ακροδεξιό μόρφωμα από τις λαϊκές συγκεντρώσεις. Όμως, ταυτόχρονα, δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια της σε έναν «από τα αριστερά» (;), επίσης κάλπικο, αντισυστημισμό, στο όνομα της «ενότητας». Το θέμα δεν είναι το κέρδος σε ψήφους… Ο μόνος στόχος είναι να ηγεμονεύσουν πλατιά στην κοινωνία, αιτήματα που δεν θα ξεχαστούν στη πάροδο του χρόνου, ούτε θα ενσωματωθούν μέσω μίας πιρουέτας των αρμών του συστήματος. Πιο συγκεκριμένα για τα Τέμπη, πραγματική δικαίωση για τις αδικοχαμένες 57 ψυχές είναι η απόδοση πολιτικών, ποινικών ευθυνών σε όλες τις κυβερνήσεις που οδήγησαν στην αποψίλωση του ΟΣΕ και η κρατικοποίηση του ΟΣΕ με εργατικό/λαϊκό έλεγχο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 1-2 Μαρτίου