Θανάσης Σκαμνάκης
Συγκλονιστική είναι η νέα ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου με θέμα τους πρόσφυγες και φόντο το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Το Λιβάδι που δακρύζει, πρώτο μέρος μιας τριλογίας έγινε ήδη αντικείμενο ζωηρών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων.
Χωρίς εισαγωγή και περιστροφές. Θεωρώ πως η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι σπουδαία και αξίζει – χρειάζεται – να τη δούμε. Θεωρώ πως μιλάει με συναρπαστικό τρόπο, θα ήθελα να πω συγκλονιστικό, για το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, τον αιώνα των επαναστάσεων, των ελπίδων και των ξεριζωμών. Από τη σκοπιά του σήμερα. Των διαψεύσεων και των αναζητήσεων. Θεωρώ πως είναι ένα μάθημα ιστορίας και συναισθημάτων.
Ήδη, σε μια εποχή που ο κινηματογράφος δεν προκαλεί μεγάλες διαμάχες, δεν δημιουργεί σχολές και ρεύματα, δεν απασχολεί πέρα από τις δύο ώρες της προβολής – κι άντε λίγο ακόμη – Το Λιβάδι που δακρύζει γίνεται αντικείμενο ζωηρού ενδιαφέροντος και έντονων συζητήσεων. Και μόνο αυτό είναι μια μεγάλη προσφορά.
Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Ο μύθος αφορά τους πρόσφυγες, που είναι γεμάτος ο αιώνας. Τους πρόσφυγες των πατρίδων και τους πρόσφυγες της Αριστεράς. Έρχονται απ’ την Οδησσό και μπαίνουν στον κύκλο της ελληνικής μοίρας, πανάρχαιας και σύγχρονης.

Το σημείο αναφοράς, προσφιλές στον Αγγελόπουλο, είναι η ελληνική τραγωδία. Αυτή τη φορά ο θηβαϊκός κύκλος. Ο γιος φεύγει με την Ελένη, τη νεαρή γυναίκα του πατέρα του, την ημέρα του γάμου τους, αυτή με το νυφικό ακόμη. Κι αρχίζει νέα περιπλάνηση, του γιου με την κοπέλα αυτή τη φορά. Όσο για τον πατέρα, προδομένος και εξόριστος, ουσιαστικά κι αυτός, γυρίζει ψάχνοντας την Ελένη.
Τα δύο παιδιά παίρνουν το ρεύμα του καιρού, συναντούν τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, ζουν μαζί τους, μαθαίνουν το συνδικάτο, ζουν τα κυνηγητά της δικτατορίας του Μεταξά.
Μετά, ο άντρας, ο «μικρός», ξενιτεύεται στην Αμερική, νέα προσφυγιά. Η Ελένη φυλακίζεται. Πόλεμος. Ο «μικρός» πολεμάει με τον αμερικανικό στρατό «για να πάρει υπηκοότητα» και για να τους πάρει όλους μαζί του. Σκοτώνεται. Τα δύο παιδιά τους πολεμούν, εμφύλιος. Ο ένας γιος στο στρατό, ο άλλος αντάρτης. Ο αντάρτης σκοτώνεται, ο άλλος δεν ξέρει κανείς τι απέγινε. Η μάνα σπαράζει πάνω στο σώμα του νεκρού.
Στο έργο αυτό ο Αγγελόπουλος δεν κάνει μόνο το απολογισμό του αιώνα, αλλά ξαναδιαβάζει την ιστορία με τα μάτια του σήμερα. Ακόμα κι αν όπως την είδαν οι άλλες του παλιότερες ταινίες. Ο ίδιος θεματικός τόπος επιστρέφει σε γνωστά μέρη, αλλά αυτή τη φορά δεν είναι μια πρόταση, αλλά ένα μεγάλο λαϊκό αφήγημα.
Ο νεαρός πατέρας σκηνοθετείται με την ίδια λεπτότητα που είχε σκηνοθετήσει εκείνος ο άλλος νεαρός του εμφυλίου στους Κυνηγούς, αλλά αυτή τη φορά δεν τον ονομάζουν «κυνικό», σαφώς, παρά μνήμες, μύθους, σύμβολα, σαν να περνούν βαθιά στο τέλος τούτων των επεισοδίων. Το ταξίδι στα Κύθηρα επιστρέφει με το χορό του συνδικάτου που αυτή τη φορά θα γίνει ο χορός των δυσκολιών και κοντά στον πόνο, αλλά τελειώνει με ένα θάνατο.
Σε όλο το έργο δεν υπάρχουν πουθενά χαμένες σημασίες. Ο μουσικός του προσώπου είναι ανάμεσα στους μεγάλους δασκάλους του και δεσπόζει, αποκαλύπτοντας τα ορατά μέσα σ’ έναν κόσμο όπως αυτός που στα λευκά απομένει έντονα και συγκλονιστικά.

Το κυρίαρχο στοιχείο είναι το νερό, σαν να καλεί γύρω του την επανάσταση της δημιουργίας. Ακόμη κι όταν γίνεται το χωριό, αφήνοντας συντακτικά στην επιφάνεια μονάχα τα ορατά του στοιχεία.
Και το όνειρο το νερό είναι.
Με ασυνήθιστες θετικές αντιδράσεις έγινε δεκτή η νέα ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Η ταινία είναι μεγάλη. Ακόμα κι αν χωράει, και έτσι πρέπει, με μέτρο Αγγελόπουλου. Επί πλέον πρόκειται για ένα εικαστικό στήριγμα.
Και δεν ξέρω γιατί αυτή η ταινία προκάλεσε τόσο οργισμένες αντιδράσεις σε μεγάλο μέρος της κριτικής. Ίσως γιατί τα κινηματογραφικά της ρεύματα ακολουθούν άλλες γραμμές. Και ο Αγγελόπουλος δεν συμβιβάζεται, όπως ούτε εμείς πρέπει να συμβιβαζόμαστε με την πολιτική από τις ιδεολογίες, στο επιπόλαιο λόγο σήμερα.
Τελικά ευτυχώς που μας συμβαίνει να βλέπουμε ακόμα μεγάλα έργα!
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν τον Μάρτιο του 2004
















