Μαριάννα Τζιαντζή
Ξημερώνει ένας Μάρτης με τον πόλεμο στην «καθημερινότητά» μας. Οι λαδέμποροι νέας γενιάς τρίβουν τα χέρια τους, οι εργολάβοι καταστρώνουν μπίζνες πλαν, οι κυβερνώντες κοκορεύονται και τα ακροδεξιά τάγματα ιδεολογικής εφόδου στήνουν χορό πάνω στο πτώμα της αντιπολίτευσης.
Μάρτης γδάρτης ξημερώνει. Έτσι είχαν βαφτίσει αυτό το μήνα που, ακόμα και μετά από έναν ήπιο χειμώνα, έφερνε ξαφνικά τα κρύα αναγκάζοντας τους αγρότες να ξηλώνουν και να καίνε τα παλούκια από τους ξύλινους φράχτες τους για να ζεσταθούν – εξού και «κακός παλουκοκάφτης». Όμως τα τελευταία χρόνια την ιδιότητα του «γδάρτη» φαίνεται να την αποκτούν και άλλοι μήνες ενώ όλο και περισσότεροι άνθρωποι και λαοί αποκτούν τα χαρακτηριστικά του «γδαρμένου», του λεηλατημένου, του γονατισμένου ή του υποψήφιου για γδάρσιμο, για λεηλασία, για εξευτελισμό. Και φέτος ο πρώτος μήνας της άνοιξης κουβαλά την απειλή του πολέμου, που κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο κοντινή.
Ο φετινός Μάρτης θα αποδειχτεί γδάρτης αν φέρει κρύα καθώς θα αναγκαστούμε, προκειμένου να μην ξεπαγιάσουμε, να κάψουμε πετρέλαιο ή να καταναλώσουμε ηλεκτρικό ρεύμα και να μας έρθει τσιμπημένος λογαριασμός. «Καλά τη βγάλαμε τον φετινό χειμώνα», λένε πολλοί με ανακούφιση εννοώντας ότι δεν πολυάναψαν το καλοριφέρ. Γδάρτης όμως παραμένει η ακρίβεια, γδάρτης και η ανεύρεση σπιτιού για νοίκι. Γδάρτης το 13ωρο. Γδάρτης και η καθημερινή μάχη για επιβίωση που μας εξοντώνει σωματικά και ψυχικά και δεν μας αφήνει περιθώρια, π.χ., να κατακεραυνώσουμε τον Βιμ Βέντερς που, με αφορμή το Φεστιβάλ του Βερολίνου, δήλωσε ότι ο κινηματογράφος πρέπει να μένει μακριά από την πολιτική. Αυτά μοιάζουν με ανησυχίες πολυτελείας, με «κόλπα ζόρικα που κάνουν στην Ινδία». Η ζωή σε σπρώχνει να ασχοληθείς με πιο βατά και πεζά πράγματα, όπως αν θα βρεις θέση να παρκάρεις, ή για να κάτσεις στο λεωφορείο ή το τρένο όταν γυρνάς από τη δουλειά, αν θα φτιάξουμε την ταραμοσαλάτα της Καθαράς Δευτέρας με πατάτα ή με μπαγιάτικο ψωμί. Ασφαλώς, ένα κομμάτι της κοινωνίας δεν έχει λόγους να ασχολείται με τις μικροέγνοιες του «κοσμάκη», μπορεί να κάνει τις αγορές του, τις διακοπές του, τα πολυδάπανα γλέντια του και τις πολιτιστικές βραδιές του. Όμως για τους πολλούς, η ζωή παραμένει φουσκωμένο ποτάμι που αγωνίζεται να περάσει από τρύπα βελόνας.
Μια χούφτα χώμα είναι αρκετή για να φυτρώσουν αγριολούλουδα μες στα χαλάσματα, στις ρωγμές
του τσιμέντου
Μέγας Γδάρτης της ανθρωπότητας, της ειρήνης, της φύσης, του περιβάλλοντος η Αμερική του Τραμπ. Πρόθυμος βοηθός του υπερατλαντικού γδάρτη και η ελληνική κυβέρνηση, κάτι που προς το παρόν δεν φαίνεται ικανός λόγος να την γκρεμίσει από τον θρόνο της (σε κινηματικό ή, έστω, σε δημοσκοπικό επίπεδο). Λέμε αστειάκια για το «πορτοκαλί μαλλί» του Τραμπ, όπως και στη δικτατορία κυκλοφορούσαν πολλά ανέκδοτα για τον Παττακό, τον Παπαδόπουλο και τον Μακαρέζο χωρίς αυτά να απειλούν την εξουσία τους. Όμως κανένα αστειάκι δεν κυκλοφόρησε για το αεροπλανοφόρο «Τζέραλντ Φορντ», που με ορμητήριο τη Σούδα ετοιμάζεται να σκορπίσει τον θάνατο στη Μέση Ανατολή. Τι αστειάκια να ειπωθούν για τη γενοκτονία στη Γάζα, για το έγκλημα της Πύλου, των Τεμπών και της Χίου, για τους θαλασσοπνιγμένους πρόσφυγες και μετανάστες που παραμένουν αριθμοί δίχως πρόσωπο;
Τι αστειάκια να ειπωθούν για τον αργό, συστηματικό στραγγαλισμό της Κούβας όπου η πείνα και οι αβάσταχτες στερήσεις χρησιμοποιούνται σαν πολεμικό όπλο; Για τα τέσσερα χρόνια του πολέμου στην Ουκρανία, για την γκανγκστερική απαγωγή του Μαδούρο, για το ενδεχόμενο νέων βομβαρδισμών στο Ιράν; Αυτός ο Μάρτης δεν μοιάζει να φέρνει το άρωμα της άνοιξης αλλά του αίματος.
Ξημερώνει ένας Μάρτης που εντάσσει την προετοιμασία για πόλεμο στη λεγόμενη «καθημερινότητά» μας. Οι λαδέμποροι νέας γενιάς τρίβουν με χαρά τα χέρια τους, οι εργολάβοι καταστρώνουν μπίζνες πλαν, οι κυβερνώντες κοκορεύονται και τα ακροδεξιά τάγματα ιδεολογικής εφόδου στήνουν χορό πάνω στο πτώμα της αντιπολίτευσης.
Διαβάζουμε ότι τα γραφεία στοιχημάτων έχουν ήδη πιάσει δουλειά ενόψει της Eurovision. Ίσως, όπως υπάρχει το Σκοτεινό Διαδίκτυο, να υπάρχει και ο Σκοτεινός Ιντερνετικός Τζόγος με στοιχήματα για το πόσα εργατικά ατυχήματα ή ναυάγια θα φέρει ο Μάρτης-γδάρτης. Πόσοι νεκροί εργαζόμενοι, πόσοι σακατεμένοι; Πόσες μικρές Βιολάντες; Πόσα φουσκωτά με πρόσφυγες και μετανάστες θα βυθιστούν, πόσα τα κουφάρια, πόσοι οι αγνοούμενοι; Πόσο θα πυκνώσουν οι γραμμές των ατιμώρητων;
Μια χούφτα χώμα είναι αρκετή για να φυτρώσουν αγριολούλουδα μες στα χαλάσματα, στις ρωγμές του τσιμέντου. Μες στη γενική μαυρίλα, σποραδικά συναντάμε την ελπιδοφόρα πνοή της αλληλεγγύης, της αξιοπρέπειας, της αντίστασης στον ρατσισμό, τον μιλιταρισμό, τον κυβερνητικό γκεμπελισμό – ακόμα και αυτόν τον Μάρτη-γδάρτη. Φέτος μια τέτοια πνοή έφεραν οι φωτογραφίες από τη μάντρα της Καισαριανής, όμως δεν χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά στο χρόνο για να διαπιστώσουμε ότι «το αγριολούλουδο αντέχει». Και όχι μόνο αντέχει αλλά κάποτε μπορεί και να νικήσει.
Ήδη γράφτηκε το πρώτο τραγούδι για τη Ρενέ Γκουντ και τον Άλεξ Πρέτι, που δολοφονήθηκαν από τους κτηνάνθρωπους της ICE, των ταγμάτων εφόδου του Τραμπ. Όπως το 1970, όταν οι τότε διάσημοι Κρόσμπι, Στιλς, Νας & Γιανγκ έγραψαν το «Οχάιο», ένα περίφημο τραγούδι για τους τέσσερις φοιτητές του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Κεντ που έπεσαν νεκροί μες στην πανεπιστημιούπολη από τις σφαίρες της Εθνοφρουράς, γιατί συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες για την επέκταση του πολέμου του Βιετνάμ με τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς που μόλις είχαν αρχίσει στην Καμπότζη.
Αναρωτιέται κανείς τί τραγούδια θα γραφτούν για τις πέντε νεκρές εργάτριες του «μπισκοτάδικου» στα Τρίκαλα. Γιατί σίγουρα αξίζει να γραφτούν τραγούδια για τον χαμό τους, όπως αξίζει να γραφτούν θεατρικά έργα, να γυριστούν ντοκιμαντέρ και ταινίες, να ανεγερθούν μνημεία. Για να μην ξεχνάμε, για να πάψουν οι ένοχοι να απολαμβάνουν την ατιμωρησία τους, για να μη θεωρείται γραφικός όποιος καταγγέλλει την υποτυπώδη έως ανύπαρκτη ασφάλεια των ανθρώπων στον χώρο εργασίας τους.
Πόσα λίγα ξέρουμε για τις πέντε γυναίκες της Θεσσαλίας και πόσα πολλά ήδη ξέρουμε για τους δύο νεκρούς της Μινεάπολης. Ξέρουμε την οικογενειακή κατάσταση των δεύτερων, τις σπουδές τους, τις συνήθειές τους. Ξέρουμε ότι ο Πρέτι ζούσε μόνος αλλά «δεν ήταν μοναχικός», ότι αγαπούσε τον σκύλο του και τις πεζοπορίες στην εξοχή. Ότι πρόσφατα επιδιόρθωσε την γκαραζόπορτα του σπιτιού του κι έδωσε 100 δολάρια φιλοδώρημα στον ισπανόφωνο τεχνίτη! Όμως οι πέντε γυναίκες παραμένουν άγνωστες, αινιγματικές. Ήταν παντρεμένες, χωρισμένες, είχαν παιδιά και πόσα; Οι φίλοι, οι συγγενείς, οι γείτονες ξέρουν, όμως εμείς πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτά είναι λεπτομέρειες άνευ σημασίας. Μας αρκούν η ηλικία τους, το ονοματεπώνυμό τους και οι φωτογραφίες τους όπου ποζάρουν άλλες γελαστές και λιγάκι ναζιάρες, άλλες σοβαρές. Πώς πέρασαν την τελευταία ημέρα που ακόμα ζούσαν και δεν ήξεραν ότι η βραδιά που τις περίμενε θα ήταν η τελευταία; Και αν ζούσαν, πώς θα ήταν η μέρα τους μετά το τέλος της βάρδιας; Τι θα τις περίμενε στο σπίτι; Φροντίδα των παιδιών, μαγείρεμα, δουλειές του νοικοκυριού;
Αυτές οι πέντε γυναίκες δεν επέλεξαν να γίνουν ηρωίδες της εργατικής τάξης και σύμβολα της εργοδοτικής ασυδοσίας και της κυβερνητικής αναλγησίας. Να ζήσουν ανθρώπινα ήθελαν, όπως αυτό θέλει η πλειονότητα των εργαζομένων. Τώρα οι νεκρές εργάτριες ανήκουν στην ίδια οικογένεια με τα εκατοντάδες θύματα των εργατικών δυστυχημάτων των τελευταίων χρόνων που δεν βλέπουν σαν σανίδα σωτηρίας την τηλεργασία ή την τεχνητή νοημοσύνη: με τους αδικοχαμένους διανομείς, τους οικοδόμους, τους λιμενεργάτες, τους εργαζόμενους στην καθαριότητα, καθώς και με τους 57 νεκρούς των Τεμπών.
Πλάι στους πολύτιμους εργατικούς αγώνες θα μπορούσαν να αναπτυχθούν «καλλιτεχνικοί αγώνες» για την αλλαγή της πραγματικότητας.
Το εργατικό ρεπορτάζ, που τεκμηριωμένα δείγματά του συναντάμε συχνά στον αριστερό Τύπο, λάμπει διά της απουσίας του από τα καθεστωτικά ΜΜΕ ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τα ρεπορτάζ για εγκλήματα τιμής ή συμφέροντος ή παραφροσύνης. Όμως εκεί, στο εργατικό ρεπορτάζ, όπως και στις καταγγελίες των συνδικάτων, βρίσκουμε τις απαντήσεις γι’ αυτές τις κατά συρροήν δολοφονίες – ή ένα μεγάλο μέρος των απαντήσεων. Όταν μιλούν οι αριθμοί (που είναι αμείλικτοι) οι υπουργοί θα έπρεπε να σωπαίνουν ή, ακόμα καλύτερα, να παραιτούνται. Το ζήτημα όμως είναι να μη σωπαίνουν οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι μουσικοί, οι άνθρωποι του κινηματογράφου, του θεάτρου, οι εικαστικοί. Η γενοκτονία στη Γάζα άφησε ισχυρό αποτύπωμα στον κόσμο της τέχνης: ντοκιμαντέρ, αφίσες, πίνακες, θεατρικά δρώμενα. Η συνεχιζόμενη «εργατοκτονία» δεν έχει αποτυπωθεί με καλλιτεχνικά εργαλεία που θα κρατούν ζωντανή τη μνήμη των άγνωστων πεσόντων.
Για τη μετανάστευση, για παράδειγμα, έχουν γραφτεί αριστουργηματικά τραγούδια, όχι μόνο στα 1955-1965 αλλά και αργότερα – ας θυμηθούμε τη «Φάμπρικα» του Γιάννη Μαρκόπουλου, σε στίχους Γιώργου Σκούρτη και ερμηνεία Λάκη Χαλκιά: «Η φάμπρικα δεν σταματά / δουλεύει νύχτα μέρα…» Όπως δεν σταματούσε η φάμπρικα της «Βιολάντας» στα Τρίκαλα, όπως δεν σταματούν αλλά λειτουργούν τα καταστήματα λιανικής πώλησης πολλές Κυριακές τον χρόνο.
Ο εργατικός αγώνας, με τις κλασικές ή και τις καινοτόμες μορφές του, είναι αναντικατάστατος. Όμως πλάι σ’ αυτόν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν καινοτόμοι «καλλιτεχνικοί αγώνες» που δεν θα αποτυπώνουν απλώς την πραγματικότητα αλλά θα συμβάλλουν στην αλλαγή της. Δεν είναι εύκολο, καθώς το έργο που θα παραχθεί –εφόσον παραχθεί– πρέπει να είναι καλλιτεχνικά, αισθητικά ισοδύναμο με το μεγαλείο και την τραγωδία της εποχής που ζούμε τώρα. Αν είναι να επαναλάβουμε τα παλιά ή να αρκεστούμε σε ένα μέτριο ή κοινότοπο αποτέλεσμα, καλύτερα να σωπάσουμε ή να στραφούμε στις κλασικές (και ασφαλώς πολύτιμες) μορφές καταγγελίας ή αλληλεγγύης.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 28 Φεβρουαρίου-1 Μαρτίου 2026
















