Κίμων Ρηγόπουλος
Το έκπληκτο και ανήμπορο: μα είναι δυνατόν; έχει παραχωρήσει τη θέση του στο: όλα είναι δυνατά. Και σε αυτό το όλα είναι δυνατά φαίνεται αποκλεισμένη η δική μας δυνατότητα να τα κάνει όλα δυνατά. Λες και δεν είμαστε στο πεδίο της ταξικής πάλης μέρος του παιχνιδιού,
Α. Η διάγνωση είναι: Αδυναμία του λόγου. Η πιο προηγμένη ή η μόνη, πέραν της θεόγυμνης ισχύος, δυνατότητα συνεννόησης των ανθρώπων ασθενεί. Τα συμπτώματα της ασθένειας είναι το ακατάσχετο ενός λόγου που συσκοτίζει το ήδη θολό τοπίο και εμπεδώνει την παρεξήγηση… χωρίς εξήγηση. Αυτοί που ευτέλισαν τον λόγο και τον κατέστησαν ανυπόληπτο και ανίσχυρο δεν μπορούν πλέον να τον επικαλεστούν. Μαζί τους τον επικαλούνται επί ματαίω και όσοι δεν ευθύνονται για τον διασυρμό του, αλλά η επιδημία της ανυποληψίας δεν τους εξαιρεί.
Β. Δεν είναι ο φόβος, είναι η αδιαφορία το πρόβλημα της κοινωνίας μας. Είναι μια μαραμένη και παρακμιακή ειρωνεία που καταλαμβάνει με αναίδεια τον χώρο αντί μιας εύρωστης και ετοιμοπόλεμης κριτικής. Η διάχυτη χλεύη δεν κινητοποιεί αλλά παραλύει. Το όπλο της κριτικής έχει πάθει αφλογιστία. Διαθέτουμε την πολυτέλεια της κριτικής αλλά μας λείπει το όπλο. Μας λείπουν οι πράξεις και όχι η απειλή πράξεων. Η κόπωση δεν είναι το επακόλουθο μιας χαμένης μάχης, αλλά μιας οφειλόμενης μάχης που διαρκώς αναβάλλεται επ’ αόριστον.
Το έκπληκτο και ανήμπορο: μα είναι δυνατόν; έχει παραχωρήσει τη θέση του στο: όλα είναι δυνατά. Και σε αυτό το όλα είναι δυνατά φαίνεται αποκλεισμένη η δική μας δυνατότητα να τα κάνει όλα δυνατά. Λες και δεν είμαστε στο πεδίο της ταξικής πάλης μέρος του παιχνιδιού, αλλά το παιχνίδι.
Γ. Η γλώσσα από δύναμη που τσακίζει κόκαλα, έγινε άκακο αρνάκι. Κουράστηκε η έρμη να αντιστέκεται σε νεολογισμούς που υπολείπονται στο βίωμα. Η σπουδαιοφάνεια σε όλο το άθλιο μεγαλείο της. Βάζουμε μπροστά μία πρόθεση και έτσι αλλάζουμε level. Αν και αστόχαστοι προβιβαζόμαστε σε αναστοχαστές και κατακλυζόμαστε από ενσυναίσθηση χωρίς να διέλθουμε από τα στάδια της αίσθησης και της συναίσθησης. Το «νέο» δεν φέρει ποτέ υποχρεωτικά μαζί του και το ρηξικέλευθο. Δεν αρκεί η εξεζητημένη μορφολογία κενή περιεχομένου. Τρέχουμε να προλάβουμε τις λέξεις αντί αυτές, λαχανιασμένες, να κυνηγούν την αποτύπωση των πράξεών μας. Λέξεις αδούλευτες και αβασάνιστες.
Δ. Λες και το face book ανακάλυψε τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος το facebook. Τον ανακάλυψε μάλιστα στην πιο αδύναμη εκδοχή του κι έτσι ήρθαν οι άνθρωποι λίγο πιο… μακριά. Πήξαμε από απόψεις που θυμίζουν πρωινή γυμναστική στον καθρέφτη μας. Λίγη φειδώ ρε παιδιά! Ο πληθωρισμός υποτιμά αυτομάτως το προϊόν. Από το: βουλώνω το στόμα μου μέχρι το: μια άποψη μετά από κάθε γεύμα εκτείνεται το πεδίο της έλλογης επικοινωνίας. Ας μην το περιορίσουμε με την πένθιμη σιωπή μας και ας μην το… ξεχειλώσουμε με τη λογοδιάρροια της ματαιοδοξίας μας. Και μην το ξεχνάμε ποτέ: η μνησικακία που εκλύεται ατομικά σε δόσεις ανεξέλεγκτες, δεν έχει καμιά σχέση με τη συγκρότηση σε λόγο του ταξικού μίσους. Αντίθετα το οδηγεί, ανεπεξέργαστο και ανεπίστρεπτο, στη χωματερή της κτηνωδίας. Κυοφορούμε παρθένο ελαιόλαδο για να ξερνάμε βαλβολίνες; Διανύουμε μια παρατεταμένη περίοδο κρίσης για το είδος μας κι εμείς ξεφυλλίζουμε τη ζωή μας σαν κακογραμμένο σινερομάντσο.
Αρχίζουμε να στερεύουμε από την ιδέα του μέλλοντος. Το εφήμερο, πιεστικό, συρρικνώνει τη σκέψη μας και τη συλλογική φιλοδοξία της τάξης μας
Ε. Αρχίζουμε να στερεύουμε από την ιδέα του μέλλοντος. Ένα μέλλον που οφείλουμε να σχεδιάσουμε με τη βεβαιότητα ότι δεν θα μας περιέχει ως φυσικές παρουσίες. Και αυτή η βεβαιότητα δεν συνοδεύεται από το: γαία πυρί μιχθήτω αλλά από το ρασουλικό: τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη μας ζωή. Το εφήμερο, πιεστικό, συρρικνώνει τη σκέψη μας και τη συλλογική φιλοδοξία της τάξης μας. Πολλά δικαιώματα κυκλοφορούν ορφανά. Στρακαστρούκες και όχι πραγματικά πυρά με καθαρή στόχευση και περίσκεψη στην οικονομία των υλικών.
Z. Η προπαγάνδα της πραγματικότητας από μόνη της δεν αρκεί. Είδα γέροντα να περιφέρεται σε απόγνωση δηλώνοντας σε τηλεοπτική κάμερα ότι δεν επαρκεί η σύνταξη για να πιει έναν έρμο καφέ στο καφενείο, προσθέτοντας: για την ώρα καλά τα πάει ο Μητσοτάκης.
Η. Και έρχεται ο πατέρας όλων, ο πόλεμος. Κάποιοι «κακοί άνθρωποι», κατά την νηπιακή διάλεκτο του πλανητάρχη, πρέπει να πεθάνουν οπωσδήποτε. Οι υπόλοιποι πρέπει να συμμορφωθούν με τον μεταφρασμένο σε κανονικότητα παραλογισμό. Ο δικός μας λόγος οφείλει να ξεδιαλύνει τη σύγχυση που μπλοκάρει το εν δυνάμει και το εξορίζει στις εσχατιές του απρόσιτου. Μπορούμε;
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 7-8 Μαρτίου 2026












