▸Σαρανταπέντε χρόνια συμπληρώθηκαν την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου από εκείνη την αποφράδα μέρα του 1981, όπου γράφτηκε η τραγικότερη σελίδα στο ελληνικό ποδόσφαιρο.
Ο λόγος για την τραγωδία της «Θύρας 7», που έμελλε να σφραγίσει ανεξίτηλα τη μνήμη του φίλαθλου και μη κόσμου στην Ελλάδα. Έπειτα από τη θριαμβευτική νίκη του Ολυμπιακού επί της ΑΕΚ με 6-0, το στάδιο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» βάφτηκε με αίμα, καθώς 21 νεολαίοι άφησαν την τελευταία τους πνοή πίσω από μια παρατημένη μισόκλειστη πόρτα.
Τόνοι μελάνι χύθηκαν για να ξεπλύνουν τους υπευθύνους, καθώς μετά από μια πενταετία οι – φερόμενοι ως – υπαίτιοι αθωώθηκαν. Αυτό που μένει όμως χαραγμένο από τότε, πέρα από τα πανιά μνήμης, τα κασκόλ και τα συνθήματα είναι ένα, τα γήπεδα δεν είναι ασφαλή.
Πώς άλλωστε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια τέτοια κατάσταση, όταν το μεγαλύτερο στάδιο της χώρας βρίσκεται σε διαρκή αποσύνθεση; Το άλλοτε «στολίδι» των Ολυμπιακών Αγώνων αυτή τη στιγμή παραπαίει και ανακαινίζεται με χρήματα από τα «ευρωπαϊκά ταμεία». Αυτό όμως δεν εμποδίζει την εμπορική του αξιοποίηση για αγώνες ποδοσφαίρου αλλά και μουσικές εκδηλώσεις.
Εδώ λοιπόν προκύπτει άλλη μια αντίφαση, πώς γίνεται χώροι που δεν είναι ασφαλείς ούτε για τους αθλητές ούτε για τους φιλάθλους να αξιοποιούνται με μόνο σκοπό το κέρδος, θέτοντάς τους σε ανθυγιεινές και επικίνδυνες συνθήκες; Πώς γίνεται χώροι που αθλούνται χιλιάδες ανθρώπων, μεταξύ τους και πολλά παιδιά, να αποτελούν πεδίο κερδοφορίας;
Η ίδια η πολιτεία αρνείται πεισματικά να προσφέρει κατάλληλους χώρους, να συντηρήσει τους ήδη υπάρχοντες αλλά και να κατασκευάσει νέους. Μόνη εξαίρεση στα παραπάνω αποτελούν οι δημόσιοι χώροι που είτε παραχωρήθηκαν είτε ετοιμάζεται να παραχωρηθούν σε ιδιώτες. Όσο το κέρδος μπαίνει πάνω από τη λογική και το κοινό καλό, φίλαθλοι και αθλητές οφείλουν να παλέψουν στον στίβο μάχης απέναντι σ’ αυτό το σύστημα.
Χριστόφορος Καψάλης
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 7-8 Φεβρουαρίου 2026
















