Ηρώ Ζιώζια
Το τμήμα του νέου Κώδικα που έχει δοθεί στη δημοσιότητα φέρνει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο εκλογής στις αυτοδιοικητικές εκλογές, στην κατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα σε κεντρικό κράτος και δήμους/περιφέρειες και στο πειθαρχικό δίκαιο αιρετών.
Ο νέος Κώδικας Αυτοδιοίκησης αναμένεται να κατατεθεί προς ψήφιση μετά από «διαβούλευση», μέσα στους πρώτους μήνες του 2026. Με βάση το κείμενο που έχει δοθεί στη δημοσιότητα από το Υπουργείο, επί της ουσίας πρόκειται για ένα εκτεταμένο νομοσχέδιο που επιχειρεί να ενοποιήσει όλο το αντιδραστικό πλαίσιο των τελευταίων χρόνων σε ένα ενιαίο κείμενο, παγιώνοντας και εμβαθύνοντας πολιτικές που προς το παρόν έχουν εφαρμοστεί αποσπασματικά. Αξίζει να σημειωθεί πως ακόμα δεν έχει δημοσιευθεί το σύνολο των άρθρων, καθώς τα πιο «καυτά» από αυτά βρίσκονται σε διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ του Υπουργείου και της ΚΕΔΕ (Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος).
Ως προς τις αλλαγές που προετοιμάζονται, ιδιαίτερη σημασία έχει η αλλαγή του εκλογικού συστήματος. Προβλέπεται η εκλογή σε έναν και μόνο γύρο με την εισαγωγή της «εναλλακτικής ψήφου», δηλαδή της δυνατότητας να ψηφίσουμε και έναν εναλλακτικό συνδυασμό, πέραν της αρχικής επιλογής υποψηφίου! Επιτυχών θεωρείται ο συνδυασμός που πλειοψήφησε με ποσοστό μεγαλύτερο του 42%. Εάν δεν το αγγίξει κανείς, ενεργοποιείται αυτόματα δεύτερος γύρος προσμέτρησης, που συμμετέχουν ο πρώτος και ο δεύτερος, ενώ καταμετρούνται και οι «εναλλακτικές ψήφοι». Πρόκειται για μια ρύθμιση που ευνοεί τους «μεγάλους», προσωποκεντρικούς συνδυασμούς, περιορίζει ακόμα περισσότερο την αναλογική εκπροσώπηση και ενέχει υψηλό κίνδυνο διαβλητότητας.
Σε επίπεδο οργάνων διοίκησης και εσωτερικής λειτουργίας των ΟΤΑ, προωθείται μια καθαρά διαχειριστική λογική λειτουργίας τους και επιχειρείται ο αποκλεισμός της αντιπολίτευσης και του λαϊκού παράγοντα. Τα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια μετατρέπονται σε επικυρωτικά όργανα αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού, με αποτέλεσμα την περαιτέρω υποβάθμιση του πολιτικού διαλόγου και της ουσιαστικής αντιπαράθεσης. Χαρακτηριστική είναι και η άρση της πρόβλεψης για τουλάχιστον μία συνεδρίαση τον μήνα δια ζώσης για τα συμβούλια.
Παράλληλα, διαφαίνεται μια σαφής τάση μεταφοράς κρίσιμων αρμοδιοτήτων στους δήμους και τις περιφέρειες, χωρίς φυσικά την αντίστοιχη εξασφάλιση πόρων. Η «αυτοδιοίκηση» καλείται να αναλάβει δαπάνες σε τομείς όπως η υγεία, η πρόνοια και η παιδεία, ενώ εισάγεται και νέα αρμοδιότητα για τη διαχείριση κρίσεων, όπως η απομάκρυνση πολιτών σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών. Ταυτόχρονα, επεκτείνονται οι αρμοδιότητες της δημοτικής αστυνομίας με πρόβλεψη να εκπαιδευτεί από την αστυνομία, ώστε να φέρει αλεξίσφαιρο, χειροπέδες και γκλομπ, ενισχύοντας τον κατασταλτικό ρόλο του τοπικού κράτους.
Στο πεδίο της «δημοκρατίας», εισάγονται θεσμοί που παρουσιάζονται ως «καινοτόμοι», όπως τα συμβούλια νέων σε δήμους άνω των 2.000 κατοίκων, με τον πρόεδρό τους να συμμετέχει στο δημοτικό συμβούλιο μόνο με δικαίωμα λόγου. Προβλέπονται επίσης ηλεκτρονικά τοπικά δημοψηφίσματα συμβουλευτικού χαρακτήρα, τα οποία όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο να προκηρυχθούν, καθώς και γενικευμένη ψηφιοποίηση της πολιτικής διαδικασίας, με προαιρετική ηλεκτρονική ψηφοφορία τόσο στις αυτοδιοικητικές εκλογές, όσο και υποχρεωτικά στα συμβούλια νέων.
Ως επιστέγασμα στα παραπάνω, αλλάζει και το πειθαρχικό δίκαιο αιρετών, σε συνέχεια του νέου πειθαρχικού στο δημόσιο. Στόχος είναι οι αιρετοί που δεν «συμμορφώνονται», να σέρνονται στα πειθαρχικά με την πιθανότητα ακόμα και της έκπτωσης από την ιδιότητά τους.
Πρόκληση η «εναλλακτική ψήφος», που απολιτικοποιεί τη διαδικασία των εκλογών!
Στην πραγματικότητα, ο νέος Κώδικας ενσαρκώνει πλήρως τη νεοφιλελεύθερη λογική της λεγόμενης «καλής διακυβέρνησης», κατά την οποία η αποτελεσματικότητα τίθεται πάνω από τη δημοκρατία και την πολιτική συμμετοχή, με κύριο μέλημα την ενίσχυση της κυβερνησιμότητας. Παράλληλα, εμπεδώνει το κυρίαρχο αναπτυξιακό μοντέλο, μετατρέποντας την πόλη σε επενδυτικό προϊόν και τον δήμαρχο σε τοπικό CEO και διαχειριστή έργων. Η έμφαση στη διαφάνεια περιορίζεται κυρίως στα οικονομικά μεγέθη, χωρίς καμία πρόβλεψη για αναδιανομή πόρων, καθιστώντας τη λογοδοσία μια τεχνική διαδικασία. Με μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς επαρκείς πόρους, εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες, ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεις και προωθεί μια δημοκρατία-βιτρίνα, αποπολιτικοποιημένη και «προαιρετική», που στην πράξη θωρακίζει το σύστημα απέναντι στις κοινωνικές αντιστάσεις.
Σε Δελτίο Τύπου που δημοσιοποιήθηκε μετά από σύσκεψη που πραγματοποίησαν αντικαπιταλιστικές τοπικές κινήσεις περιφερειών και πόλεων αναφέρεται: «Δεν προσδοκούμε, ούτε περιμένουμε ότι τον αγώνα ενάντια στις αντιδραστικές αλλαγές του νέου Κώδικα θα τον δώσουν οι συστημικοί πολιτευτές, περιφερειάρχες και δήμαρχοι μέσα από τις περιφέρειες και τους δήμους». Αντίθετα επισημαίνεται η ανάγκη πολύμορφων πρωτοβουλιών ενημέρωσης των κατοίκων και η διεξαγωγή ανοικτής δημόσιας εκδήλωσης με εργαζόμενους στους δήμους.
















