Γιάννης Φραγκούλης
Η κριτική της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή είναι αφορμή για να γίνει μια μεγάλη συζήτηση. Έχει σημεία με ενδιαφέρον και αρκετά που μας ξένισαν αρνητικά. Πρόκειται για μια μεγάλη παραγωγή όπου έχει γίνει πολύ καλή δουλειά όσον αφορά στην κατασκευή των κοστουμιών και των σκηνικών, έτσι ώστε να αποδίεται η εποχή, μόνο στο μέρος που αναφέρεται στον Καποδίστρια πριν γίνει κυβερνήτης της Ελλάδας. Ακόμη, το μοντάζ είναι εξαιρετικό, τα πλάνα έδεναν με υποδειγματικό τρόπο και δημιουργούσαν τον ρυθμό που η ταινία χρειαζόταν.
Τα θέματα που κάνουν αυτή την ταινία να μην είναι καλλιτεχνική είναι αρκετά. Υπάρχει πρόβλημα ιδεολογικής τοποθέτησης. Ο Καποδίστριας εμφανίζεται ως επαναστάτης, ενώ ήταν ένας από αυτούς που δεν ενστερνίστηκαν την Επανάσταση του 1821, αυτό έγινε αφού αυτή ξέσπασε, άρα υπάρχει μια σοβαρή παραποίηση της πραγματικότητας, σε μια ταινία που θέλει να είναι η «αληθινή ιστορία», όπως αναφέρει η παραγωγή. Εκτός των άλλων, οι κοτζαμπάσηδες φαίνονται σαν ληστές ενώ ήταν τοπικοί άρχοντες ζώντας εις βάρος των Ελλήνων.
Ο ελληνικός λαός στην ταινία είναι φοβισμένος, τη στιγμή που δεν είχαν παραδώσει ακόμη τα όπλα και είχαν απελευθερώσει την Ελλάδα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επιπλέον δεν υπάρχει καμία νύξη για τον ταξικό χαρακτήρα της Επανάστασης του 1821.
Ο μόνος χαρακτήρας που αναδεικνύεται είναι ο Καποδίστριας. Όμως σε μια αφήγηση ένας χαρακτήρας αλλάζει όταν έρχεται σε επαφή με διάφορα περιβάλλοντα, άρα η ταυτότητά του μεταβάλλεται. Στην ταινία, παρά τις δοκιμασίες, ο Καποδίστριας παραμένει ο ίδιος, λες και είναι κάτι το θεϊκό. Σε όλη την ταινία η αγιοποίηση του Καποδίστρια κυριαρχεί. Φτάνει, μάλιστα, στο σημείο να παρομοιάζεται με τον ίδιο τον Χριστό, ενώ το όραμα της Παναγίας ξεπερνά τα όρια του κιτς. Ο ιδεαλισμός αυτός κορυφώνεται όταν ο κυβερνήτης πάει να συμβουλευτεί έναν μάντη, ο άνθρωπος που σχεδίαζε πολύπλοκες καταστάσεις, υπολογίζοντας την παραμικρή λεπτομέρεια!
Οι ατάκες σε όλη την ταινία είναι τόσο αδούλευτες που μας θυμίζουν άσχημα θεατρικά έργα της δεκαετίας του 1960. Η φωτογραφία, τέλος, ρίχνει πολύ την ταινία. Τα υπερφωτισμένα πλάνα είναι εξωπραγματικά, δεν εξυπηρετούν μια επαφή με το θείο, αφού αυτό δεν υπάρχει σε όλη την ταινία. Είναι ένα σοβαρό λάθος του φωτογράφου που δεν φώτισε επαρκώς τα πρόσωπα, μειώνοντας το εξωτερικό φως. Οι ηθοποιοί παραπαίουν σε ένα αδόμητο σενάριο, ενώ ο Καποδίστριας μένει όρθιος, χάρη στην πολύ καλή προσπάθεια του Αντώνη Μυριαγκού που όμως δεν μπορεί να σώσει την ταινία.
Η δουλειά του Γιάννη Σμαραγδή με τις προσωπογραφίες, Καβάφης, Σπύρος Λούης, Ελ Γκρέκο, Αναζητώντας τον Ιωάννη Βαρβάκη, Καζαντζάκης και τώρα Καποδίστριας έχει γίνει χωρίς καλλιτεχνική αξία. Να αναφέρουμε, τέλος, ότι ο ντόρος που έγινε για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η παραγωγή από το ελληνικό κράτος μόνο διαφημιστική αξία είχαν αφού στους τίτλους της ταινίας αναφέρεται το υπουργείο Πολιτισμού ως χορηγός!
Αυτή η κριτική δεν θέλει να αποτρέψει τον θεατή να δει την ταινία. Είναι μια πρόταση ανάγνωσης και ως τέτοια θα πρέπει να εκληφθεί.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 3-4 Ιανουαρίου 2026
















