Μάκης Γεωργιάδης
Στις αρχές του 1996, με τον Ανδρέα Παπανδρέου άρρωστο στο Ωνάσειο, τα αστικά κέντρα πίεζαν για αντικατάστασή του, για να επιταχυνθεί η καπιταλιστική ανασυγκρότηση της χώρας, με πρώτο στόχο την ένταξη στην ευρωζώνη. Ο Κώστας Σημίτης, υπουργός Εμπορίου τότε και γνωστός στους αστικούς κύκλους από το αντιλαϊκό πρόγραμμα «σταθεροποίησης» 1985-87 και τη συνολική σοσιαλφιλελεύθερη στάση του, γίνεται ο εκλεκτός ισχυρών αστικών παραγόντων και καταλαμβάνει τη θέση του πρωθυπουργού και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ. Η οκταετία των «εκσυγχρονιστών» θα μείνει στην ιστορία ως μία περίοδος βαθιάς αντεργατικής επίθεσης, αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων, απογείωσης των κερδών και των σκανδάλων.
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ
1995, 20 Νοεμβρίου – Εισαγωγή Α. Παπανδρέου στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο.
1996, 17 Ιανουαρίου – Παραίτηση του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ από την πρωθυπουργία.
18 Ιανουαρίου – Ο Κ. Σημίτης εκλέγεται πρωθυπουργός από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ.
23 Ιουνίου – Ο Α. Παπανδρέου πεθαίνει στο σπίτι του στην Εκάλη.
30 Ιουνίου – Ο Κ. Σημίτης αναδεικνύεται πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ στο 4ο συνέδριο.
22 Σεπτεμβρίου – Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις πρόωρες εκλογές με ποσοστό 41,49% με αρχηγό τον Κ. Σημίτη.
Η άνοδος του Κώστα Σημίτη στα υψηλότερα πολιτικά αξιώματα δεν υπήρξε ούτε ένα μονόπρακτο ούτε ένας ανώδυνος, υγιεινός περίπατος. Τόσο όσον αφορά τις επιπτώσεις του στον λαό και την εργατική τάξη όσο και από άποψη λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Η ελληνική αστική τάξη προετοίμαζε επί αρκετά χρόνια μια λύση εμπιστοσύνης, η οποία να υπηρετεί τις στρατηγικές επιδιώξεις της και στην προώθηση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης στο εσωτερικό, στη βαθύτερη ενσωμάτωση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και στη μετατροπή της Ελλάδας σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη. Από αυτήν την άποψη, το σύνθημα που λάνσαρε ο Κώστας Σημίτης σχεδόν αμέσως με την ανάδειξη του σε πρωθυπουργό, το οποίο συνοψιζόταν στο «ισχυρή Ελλάδα», δεν ήταν τυχαίο. Ο Κ. Σημίτης ήταν παλιός και καλός γνώριμος των εξωθεσμικών κέντρων επιρροής ήδη από την δεκαετία του 1980. Ήταν αυτός που ανέλαβε το πρόγραμμα «σταθεροποίησης» όπως λεγόταν κομψά η σκληρή λιτότητα, από το 1985 ως το 1987 στη δεύτερη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Την εποχή εκείνη και λόγω των αντιστάσεων και λόγω των πολιτικών σκοπιμοτήτων του Ανδρέα Παπανδρέου, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας άλλαξε χέρια και πέρασε από τον Κ. Σημίτη στον Δημήτρη Τσοβόλα και την περιβόητη φράση «δώστα όλα».
Το πολιτικό κεφάλαιο ωστόσο του Κ. Σημίτη μάλλον τότε άρχισε να αυξάνει. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ απόλυτη σύμπνοια με τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, παρά το γεγονός πως υπήρξε μέλος του ΠΑΚ κατά τη δικτατορία και ιδρυτικό μέλος του Κινήματος. Σε δύο περιπτώσεις μάλιστα όξυνσης της κρίσης στις σχέσεις τους, ο Κ. Σημίτης βρέθηκε στην πόρτα της εξόδου από το κόμμα, μια το 1987 και άλλη μια το 1991, αλλά στη μεν πρώτη περίπτωση παρέμεινε με παρέμβαση του Τηλέμαχου Χυτήρη και του Κώστα Λαλιώτη στη δεύτερη. Η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ βούλιαζε στην κρίση και το 1989 το ΠΑΣΟΚ θα χάσει τις εκλογές για να δημιουργηθούν οι δύο κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας (Τζαννετάκη και Ζολώτα) με κατάληξη την ανάληψη της κυβέρνησης από τη ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης αυτής καταποντίστηκε από τις εσωτερικές της αντιθέσεις τόσο για τα «εθνικά» θέματα όσο και για τα οικονομικά, αλλά κυρίως από τις τεράστιες εργατικές και νεολαιίστικες κινητοποιήσεις της περιόδου. Το 1993 θα κερδίσει τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ με τον Α. Παπανδρέου, ο οποίος όμως θα αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα υγείας, δημιουργώντας ερώτημα για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Το αίτημα του «εκσυγχρονισμού» και το αφήγημα της ισχυρής Ελλάδας διαμόρφωσαν και το πολιτικό τοπίο της επόμενης μέρας. Ο Κ. Σημίτης, εκλεκτός και των ευρωπαϊκών κέντρων, ήταν φανερό πως θα αναλάβανε με τη στήριξη μεγάλου μέρους της ολιγαρχίας την ολοκλήρωση του «εθνικού στόχου» τους που μεταφραζόταν στη συμμετοχή στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ και κατ’ επέκταση στην ΟΝΕ και στο ευρώ. Υπήρχε ωστόσο ένα μεγάλο εμπόδιο: οι εσωκομματικοί συσχετισμοί οι οποίοι δεν ευνοούσαν. Η περίοδος της νοσηλείας του Α. Παπανδρέου στο Ωνάσειο ήταν η περίοδος των ισχυρότερων ζυμώσεων στο παρασκήνιο καθώς το εκδοτικό και επιχειρηματικό κατεστημένο πίεζε για παραίτηση του γηραιού και άρρωστου ιστορικού αρχηγού του ΠΑΣΟΚ. Αυτή ήρθε μέσα από το Ωνάσειο στις 17 Ιανουαρίου 1996 και αμέσως μετά με εισήγηση του γραμματέα του κόμματος, Κώστα Σκανδαλίδη η ανάδειξη νέου πρωθυπουργού θα γινόταν άμεσα από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ. Στις 18 Ιανουαρίου τέσσερις υποψήφιοι διεκδίκησαν τον θώκο: Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, Γεράσιμος Αρσένης, Άκης Τσοχατζόπουλος και Κώστας Σημίτης. Στον πρώτο γύρο οι δύο τελευταίοι ισοβάθμησαν λαμβάνοντας από 53 ψήφους ενώ ο Γ. Αρσένης συγκέντρωσε 50 και ο Γ. Χαραλαμπόπουλος 11. Στον δεύτερο γύρο τα τότε προγνωστικά που ήθελαν τον Τσοχατζόπουλο φαβορί ανατράπηκαν. Ο Σημίτης αναδείχτηκε πρωθυπουργός με 85 ψήφους έναντι 76 του αντιπάλου του. Κρίσιμο ρόλο στην ανατροπή των συσχετισμών, φαίνεται πως έπαιξε ο Γιώργος Παπανδρέου ο οποίος μαζί με έξι βουλευτές του περιβάλλοντος του, τάχθηκαν υπέρ του Κ. Σημίτη. Πράξη την οποία ανταπέδωσε ο Κ. Σημίτης οκτώ χρόνια αργότερα δίνοντας του το περιβόητο δαχτυλίδι.
Το σύνθημα ήταν «Ισχυρή Ελλάδα», η κατάληξη μια νέα χρεοκοπία
Ο Κ. Σημίτης ορκίζεται στις 22 Ιανουαρίου και λίγες ημέρες μετά δίνει τα διαπιστευτήρια απαράμιλλης δουλικότητας προς τις ΗΠΑ με την περιβόητη δήλωση από βήματος της Βουλής «Ευχαριστούμε την κυβέρνηση των ΗΠΑ», για την παρέμβαση των τελευταίων στην σοβαρότατη κρίση των Ιμίων στις 30 προς 31 Ιανουαρίου που έφερε Ελλάδα και Τουρκία στα πρόθυρα της σύρραξης. Παρόλα αυτά, η εσωκομματική διαπάλη καλά κρατεί. Ο νέος πρωθυπουργός δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδέα της δυαρχίας που προκρίνει ο Α. Τσοχατζόπουλος, ο οποίος διεκδικεί πλέον την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ. Ο Κ. Σημίτης σε έναν από τους πλέον γνωστούς και επαναλαμβανόμενους εκβιασμούς προς το εκάστοτε εκλογικό σώμα, δηλώνει πως αν δεν πάρει και την αρχηγία του κόμματος τότε θα παραιτηθεί και από την πρωθυπουργία. Ένας ιδιότυπος εκλογικός αγώνας με εκατέρωθεν χτυπήματα διεξάγεται μέχρι τις 23 Ιουνίου οπότε αποβιώνει ο Α. Παπανδρέου. Στα τελευταία μέτρα η διαπάλη οξύνεται και στο 4ο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ στις 30 Ιουνίου τελικά ο Σημίτης επικρατεί εκ νέου του Τσοχατζόπουλου καθώς σε σύνολο 5.111 συνέδρων λαμβάνει 2.732 ψήφους έναντι 2.324 του αντιπάλου του.
Η εποχή Σημίτη ξεκινάει και θα συνοδευτεί από ένα κρεσέντο νεοφιλελεύθερων «μεταρρυθμίσεων» και επιθέσεων σε εργατικά και λαϊκά δικαιώματα. Η επίτευξη της εισόδου στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ και στο ευρώ θα πληρωθεί αργότερα με αίμα και καταστροφή ενώ δεν μπορούμε να μην μνημονεύσουμε τα νέα τζάκια που δημιουργήθηκαν και συντηρούνται ακόμη, τους «εθνικούς εργολάβους» τους ανάλογους «προμηθευτές και τους «εθνικούς εκδότες», αλλά και τα σκάνδαλα μεγατόνων του χρηματιστηρίου, των εξοπλιστικών, των περιβόητων Greek statistics και τόσων άλλων τα οποία θα μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένα στις πλέον διαπλεκόμενες και σκανδαλώδεις σελίδες της Ιστορίας…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στις 17-18 Ιανουαρίου 2026
















