Γεράσιμος Λιβιτσάνος
Μέχρι και ότι η φορολόγηση του κεφαλαίου μειώνει τα έσοδα του δημοσίου υποστήριξε το οικονομικό επιτελείο
Ένα προϋπολογισμό ακραίων νεοφιλελεύθερων δογμάτων θα φέρει στη βουλή την επόμενη εβδομάδα η κυβέρνηση, με την σχετική διαδικασία συζήτησης και ονομαστικής ψηφοφορίας να ξεκινά την Παρασκευή 12 και να ολοκληρώνεται στις 16 Δεκεμβρίου. Ο προϋπολογισμός αναμένεται να στηριχθεί από τους 155 βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας ενώ αν τηρηθούν οι «παραδόσεις» των προηγούμενων ετών θα έχει και την στήριξη ανεξάρτητων βουλευτών από τον χώρο της ακροδεξιάς.
Το νεοφιλελεύθερο πνεύμα του προϋπολογισμού καταδείχθηκε πλήρως κατά την διάρκεια της επεξεργασίας του στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της βουλής. Εκεί όπου το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης με κύριους εκφραστές τον υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κυριάκο Πιερρακάκη αλλά και τον υφυπουργό Θάνο Πετραλιά έδωσαν ξεκάθαρα το στίγμα τους.
Ενδεικτική ήταν η επιχειρηματολογία του Θάνου Πετραλιά όταν απέρριψε το αίτημα της αύξησης του συντελεστή φορολογίας των μερισμάτων. Δηλαδή ενός από τους τρόπους που διανέμονται τα εταιρικά κέρδη. Υποστήριξε ότι ο χαμηλός συντελεστής του 5% (ο χαμηλότερος συντελεστής φορολόγησης στην Ε.Ε) αποτελεί κίνητρο για τις επιχειρήσεις να διανέμουν μερίσματα και έτσι αυξάνεται στον συγκεκριμένο τομέα η φορολογητέα ύλη.
Εκτίμησε ότι σε περίπτωση αύξησης του ποσοστού φορολόγησης οι επιχειρήσεις θα επιλέξουν άλλους τρόπους διανομής της κερδοφορίας (φυσικά ούτε καν …περνάει από το μυαλό της κυβέρνησης η φορολόγηση κερδών ανεξαρτήτως τρόπου διάθεσης). Έτσι παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η απόδοση της φορολογίας στα μερίσματα «με 10% είναι 170 εκατομμύρια, με 5% τώρα φόρο 380 εκατομμύρια!». Μια εκτίμηση που προφανώς ανοίγει τον δρόμο για περεταίρω μειώσεις φορολογίας στην πιο «κλασσική» μορφή αποτύπωσης της εταιρικής κερδοφορίας.
Αντίστοιχη ήταν και η λογική του οικονομικού επιτελείο και για το θέμα της ακρίβειας. Απορρίφθηκε ως… οικονομικά εσφαλμένη οποιαδήποτε εκδοχή μείωσης των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Μια και σε αυτούς βασίζεται το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων που καταγράφεται στην προϋπολογισμο που για μια φορά ακόμη στηρίζεται στην ακρίβεια που πλήττει την αγοραστική δύναμη των μισθών. Μάλιστα ο υφυπουργός οικονομικών έφθασε στο σημείο να δηλώνει ότι είναι εσφαλμένο οικονομικά μέτρο ακόμη και τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Όπως δήλωσε (εκτιμώντας ψευδώς το ύψος του πληθωρισμού) «το μελετήσαμε το συγκεκριμένο μέτρο, μια αύξηση με βάση τον πληθωρισμό αν ο πληθωρισμός είναι 2% τι σημαίνει; Ότι το όριο των 10.000 ευρώ που εφαρμόζεται γίνεται 10.200 . Τι σημαίνει το 10 200; Ότι στα 200 ευρώ αντί να έχει 22% θα έχει 9%. Τι σημαίνει αυτό; 13% όφελος στα 200 ευρώ, δηλαδή, 26 ευρώ το χρόνο».
Τέλος η κυβέρνηση συνοδεύει τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις που εκφράσει στον προϋπολογισμό με το – προεκλογικού χαρακτήρα- επιχείρημα ότι λαμβάνει μέτρα για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Σε αυτά περιλαμβάνει την αύξηση του κατώτατου μισθού (που δεν έχει καμία σχέση με τον προϋπολογισμό), την διανομή 250 ευρώ σε περιορισμένες κατηγορίες συνταξιούχων όπως επίσης και την επιστροφή ενοικίου που δόθηκε τον Νοέμβριο. Παρά το γεγονός πως όλοι οι ειδικοί σε ζητήματα διαμόρφωσης τιμών στην αγορά ακινήτων θεωρούν πως τα συγκεκριμένο μέτρο θα οδηγήσει σε νέες ανατιμήσεις και σταθεροποίηση της αυξητικής πορείας στα ενοίκια. Παρόλα αυτά ο Κυριάκος Πιερρακάκης δήλωσε πως ο προϋπολογισμός δείχνει ότι «η Ελλάδα έχει περάσει σε μια νέα οικονομική πραγματικότητα που μπορούμε να στηρίζουμε τους πολίτες με πρόγραμμα, συνέπεια και μόνιμο τρόπο, γιατί το κράτος μπορεί πια να επιστρέφει στην κοινωνία αυτό που της αναλογεί- γιατί έχει δημοσιονομική σταθερότητα, προβλεψιμότητα, πειθαρχία».
















