Γιάννης Φραγκούλης
Με μαύρο χιούμορ και ωμή ειλικρίνεια, η ταινία μας ταξιδεύει στο χάος της καθημερινότητας και τις πολλαπλές μορφές της γυναικείας καταπίεσης. Ένα ξεχωριστό ψυχολογικό θρίλερ
Η Λίντα είναι μία ψυχοθεραπεύτρια σε απόγνωση. Με τον καπετάνιο άντρα της μονίμως απόντα, μεγαλώνει μόνη της τη χρόνια άρρωστη κόρη τους.
Η Λίντα βρίσκεται εγκλωβισμένη σε έναν ατέλειωτο κύκλο φροντίδας και αγωνίας, ενώ ταυτόχρονα όλο το περιβάλλον της την πιέζει. Ένας εφιάλτης που γιγαντώνεται όταν η οροφή του σπιτιού τους καταρρέει. Η Λίντα καταφεύγει σε ένα παρακμιακό μοτέλ και πρέπει να βρει την κανονικότητα για την ίδια, την κόρη και τους ασθενείς της, ενώ τα όρια μεταξύ πραγματικότητας, μεταφυσικών ψευδαισθήσεων και παραλογισμού, δοκιμάζονται.
Στην ταινία βλέπουμε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό τις μάχες που δίνει η μητέρα για να αποδείξει το αυτονόητο: ότι είναι καλή μαμά.
Όλα, λοιπόν, έχουν πέσει στους ώμους της: η επίβλεψη του παιδιού, η διαχείριση του νοικοκυριού, η δουλειά της, οι πελάτες της, οι γιατροί του παιδιού και οι φόβοι της. Τρέχει να τα προλάβει όλα και δεν τα καταφέρνει. Το άγχος είναι ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της και εκφράζεται με τον αγχωτικό λόγο της, στη δουλειά, στο πάρκινγκ, στις συνομιλίες με την κόρη της, στις επαφές με την γιατρό, στις κουβέντες με τον άντρα της από το κινητό τηλέφωνο. Το άγχος δημιουργείται από αυτά που πρέπει να κάνει. Αυτά τα «πρέπει» είναι που την πνίγουν.
Το ταβάνι γκρεμίζεται μπροστά στα μάτια της. Ο φακός εστιάζει σε ένα μικρό χείμαρρο που πέφτει από το ταβάνι. Γίνεται μια τρύπα. Από αυτή θα παρατηρήσει κάποια μυστηριακά και απόκοσμα φαινόμενα. Χάνει τον έλεγχο των καταστάσεων και, όταν ο άντρας της επιτέλους εμφανιστεί, θα τρέξει στη θάλασσα. Ελπίζει ότι θα βρει στο υγρό στοιχείο την απόλαυση και την ασφάλεια, σύμβολο του αμνιακού υγρού. Αυτό όμως την ξεβράζει απανωτά. Η μητέρα δεν τη θέλει. Εξάλλου, την απείλησε με το νερό που έριξε μπροστά της, σα να ήταν η εχθρική γλώσσα της, ο λόγος της.
Μας φανερώνται το τραύμα της που έχει εμφανισθεί στην παιδική της ηλικία. Καλεί την μητέρα της αλλά ματαίως. Ο δρόμος την οδηγεί στο πεδίο όπου η νεύρωσή της έχει μπει στο υστερικό, η συνδιαλλαγή με τον Άλλο της εαυτό, που η ίδια έχει κατασκευάσει, την πιάνει από το χέρι και πάνε μαζί στο ψυχωτικό πεδίο. Η πραγματικότητα και το παραλήρημα μπερδεύονται. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει ποιο είναι το πραγματικό και ποιο δεν είναι. Από αυτό το σημείο οι πράξεις της είναι φυσιολογικά απρόβλεπτες.
Όλα αυτά εικονοποιούνται με κοντινά πλάνα στα πρόσωπα, στις ζημιές του σπιτιού, στο σώμα του παιδιού. Γίνονται ανάγλυφα με τον φρενήρη ρυθμό που φτιάχνει το μοντάζ.
Τονίζονται με τη μουσική που εντείνει την εντύπωση αυτού του καταπιεστικού ρυθμού. Σε όλα αυτά η Ρόουζ Μπέρν δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας. Η ταινία της Μέρι Μπρόνστιν ακολουθεί τη θεματολογία του Τζον Κασσαβέτη, όμως προεκτείνει τη θεματολογία του Ελληνοαμερικάνου δημιουργού. Ο άντρας δεν την κλείνει στο ψυχιατρείο, δεν της επιτίθεται ευθέως, κάνει ότι την καταλαβαίνει, αλλά οι επιθέσεις έρχονται από τις δομές της πατριαρχικής κοινωνίας σαν κάτι που θα πρέπει να γίνει έτσι, ως ένας άγραφος αλλά κακοποιητικός λόγος.
















