Αντώνης Δραγανίγος
Η ιδιωτικοποίηση των πάντων, η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας σε λίγα χέρια, το πανάκριβο ρεύμα, η λεηλασία για τα κέρδη αφορούν όλους
Το εργατικό κίνημα πρέπει να διαμορφώσει μέτωπο κοινού αγώνα με τη φτωχή αγροτιά
Η δίκαιη εξέγερση των αγροτών βγάζει με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια όλα τα προβλήματα και τις αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας. Είναι τμήμα των αγροτικών εξεγέρσεων σε όλη την Ευρώπη, από την Ολλανδία, μέχρι το Βέλγιο και την Γαλλία. Είναι δείγμα των πολύ βαθιών αλλαγών που γίνονται στις κοινωνίες.
Η συντριβή της μικρομεσαίας αγροτιάς που αποτελεί διακηρυγμένο στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του μεγάλου κεφαλαίου ώστε να φτάσουν στο 3-4% του ενεργού πληθυσμού αποτελεί ένα γεγονός πολύ μεγάλης σημασίας. Οι εξελίξεις των τελευταίων 30 χρόνων με τη βαθύτερη ενσωμάτωση στην καπιταλιστική ολοκλήρωση της ΕΕ, την απελευθέρωση-απορρύθμιση των αγορών και το σταδιακό ξήλωμα κάθε μηχανισμού «προστασίας», δηλαδή κάθε μηχανισμού που εξασφάλιζαν και εγγυούνταν ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» ανάμεσα στο μεγάλο κεφάλαιο και τα μικροαστικά στρώματα, οδήγησε στη σημερινή κατάσταση.
Το κόστος παραγωγής εκτινάχθηκε βίαια, αλλά υπάρχουν αιτίες για αυτό. Η τιμή του ρεύματος έγινε ανεξέλεγκτη με την απελευθέρωση των αγορών και τα χρηματιστήρια της ενέργειας. Η ιδιωτικοποίηση και το κλείσιμο όλων των (κρατικών στην πλειοψηφία τους) εργοστασίων γεωργικών εφοδίων (πχ βιομηχανία λιπασμάτων) οδήγησε σε εισαγωγές και μεγάλες αυξήσεις στις τιμές τους. Η ουσιαστική διάλυση των συνεταιρισμών κάτω από τα συνδυασμένα χτυπήματα της επιχειρηματικοποίησής τους και της ρεμούλας της αγροτικής γραφειοκρατίας, άφησε την μικρομεσαία αγροτιά χωρίς μηχανισμούς άμυνας απέναντι στον διαρκή εκβιασμό του εμπορικού κεφαλαίου.
Η τραγική ιδιωτικοποίηση της Αγροτικής Τράπεζας και το πέρασμά της στην Πειραιώς επιτάχυνε με τρομερό ρυθμό την υπερχρέωση και το ξεκλήρισμα. Η σταδιακή αλλά ριζική αλλαγή του χαρακτήρα των αγροτικών επιδοτήσεων και οι πολιτικές της ΚΑΠ έχουν επίσης στρατηγική σημασία στο ξεκλήρισμα. Η ΚΑΠ έτσι κι αλλιώς προσανατολίζεται στη μεγάλη ιδιοκτησία και το αγροτοδιατροφικό κεφάλαιο, αλλά η επιδίωξη για «αντικίνητρα» στην παραγωγή (αποσύνδεση επιδότησης-πραγματικής παραγωγής) έδωσε τη χαριστική βολή, δημιουργώντας το κατάλληλο έδαφος για την απίστευτη ρεμούλα των «δικών μας παιδιών» των τελευταίων χρόνων.
Όμως όλη αυτή η πολιτική δεν είναι «προνόμιο» των αγροτών, αλλά αποτελεί την ουσία, τον βαθύ πυρήνα της πολιτικής του κεφαλαίου, της ΕΕ και όλων των κυβερνήσεων στον σημερινό, ολοκληρωτικό καπιταλισμό. Για την κατεύθυνση που θα πάρουν οι αγροτικές κινητοποιήσεις, παρεμβαίνουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις και ρεύματα, ανάμεσα σε αυτές και η ακροδεξιά στις ποικίλες εκφράσεις της. Με μαχητικό τρόπο πρέπει να παρέμβει, και ήδη παρεμβαίνει με πιο συγκροτημένο και αναβαθμισμένο τρόπο και η αντικαπιταλιστική και κομμουνιστική αριστερά, αν και πίσω από τις απαιτήσεις της μάχης.
Η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας σε λίγα χέρια, δεν αφορά μόνο την αγροτιά και την αγροτική γη, αφορά την λαϊκή κατοικία και περιουσία, αφορά τη μικρή επιχείρηση, αυτή που δεν θα πάρει επιδότηση για το ρεύμα και θα κλείσει, «εκκαθαρίζοντας την αγορά». Η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, νερού και η εκτίναξη των τιμών τους δεν αφορά μόνο το αγροτικό ρεύμα ή το αρδευτικό νερό, αλλά πρωτίστως τη δυνατότητα επιβίωσης της εργατικής τάξης και του λαού. Η τοκογλυφική διαχείριση των «κόκκινων» δανείων αφορούν αυτούς που χάνουν τα χωράφια τους και αυτούς που χάνουν τα σπίτια τους. Η κατάρρευση της παιδείας, της υγείας, η απομόνωση της υπαίθρου (βλ. κλειστά ταχυδρομεία ή πανάκριβες συγκοινωνίες) δεν αφορά μόνο τον Αθηναίο που δεν μπορεί πια να πάει διακοπές στο χωριό του, αλλά πρώτα απ όλα τον εργάτη και τον αγρότη στην ύπαιθρο που νοιώθει και είναι απομονωμένος, διωγμένος απ’ τον τόπο του.
Το εργατικό κίνημα πρέπει να διαμορφώσει μέτωπο κοινού αγώνα με τη φτωχή αγροτιά
Το κρίσιμο λοιπόν ζήτημα είναι το εργατικό κίνημα να παρέμβει όχι μόνο εκδηλώνοντας την αλληλεγγύη του στην μικρομεσαία αγροτιά, αλλά διαμορφώνοντας ένα μέτωπο μάχης, ένα μέτωπο κοινού αγώνα για την ανατροπή της πολιτικής του κεφαλαίου, της ΕΕ, της άθλιας κυβέρνησης της ΝΔ και κάθε κυβέρνησης που ακολουθεί την ίδια πολιτική. Το εργατικό κίνημα να γίνει ο πυρήνας και ο «ηγεμόνας» στην ευρύτερη λαϊκή πάλη, συσπειρώνοντας γύρω του τα μικροαστικά στρώματα που καταστρέφονται στην πάλη ενάντια στο κεφάλαιο και την ΕΕ, τον ίδιο τον καπιταλισμό.
Αυτός είναι ο δρόμος για την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς δημαγωγίας, που αναπτύσσεται και μέσα στην αγροτιά. Τα μαντρόσκυλα του συστήματος (απ’ τους Σπαρτιάτες και τη Λατινοπούλου ως τον Μπέο και την Ελληνική Λύση) προσφέρουν τεράστια υπηρεσία στο σύστημα βγάζοντας λάδι την ΕΕ, το κεφάλαιο και την εκμετάλλευση. Στρέφουν τον προβολέα στην «κάθαρση», ή στους «πολιτικούς» γενικά, αθωώνοντας την κυβέρνηση και τα κόμματα του συστήματος, τους τραπεζίτες, τους μεγαλέμπορους, τους βιομήχανους των τροφίμων.
Η αντικαπιταλιστική, κομμουνιστική αριστερά έχει να δώσει μεγάλη μάχη. Να επιδιώξει να μπει «μέσα» στο εξαιρετικά αντιφατικό αυτό λαϊκό ρεύμα, να «κολυμπήσει» στις ανάγκες και τα όριά του, να «ζήσει» τις αγωνίες και την απόγνωσή του, να χτίσει με υπομονή επικοινωνώντας με την πιο ταξική του πλευρά.
Επιδιώκοντας πρώτα απ’ όλα να αποκτήσει «πόδια» στους εργάτες γης στο κατά βάση «πολυεθνικό» προλεταριάτο του χωριού με τους άθλιους όρους ζωής. Να έρθει σε επαφή με το πιο νέο και πιο φτωχό κομμάτι των εργατοαγροτών και μικρομεσαίων αγροτών, που τους πετάνε έξω από τα μητρώα, που παλεύουν με δυο και τρεις δουλειές, που βλέπουν τον ταξικό εχθρό και λαχταρούν μια άλλη ζωή. Και οπωσδήποτε να μπουν μπροστά στους αγώνες της εργατικής τάξης στην πόλη στηρίζοντας έμπρακτα και αποφασιστικά τα αγροτικά μπλόκα.
Η σοσιαλδημοκρατία τύπου ΣΥΡΙΖΑ που καταψήφισε την πρόταση για απεργία στις 16 του μήνα στην ΑΔΕΔΥ και στο ΕΚΑ, την ώρα που υπάρχει ο ξεσηκωμός των μπλόκων, είναι τελειωμένη υπόθεση. Μια άλλη αριστερά μπορεί και πρέπει να δώσει τη μάχη.
















