Στις 9 Νοεμβρίου ολοκληρώθηκε το 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Τον Μάρτη περιμένουμε το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Ας δούμε όμως τα συναισθήματα που μας άφησε και όσα θα θυμόμαστε.
Το τέλος ενός φεστιβάλ είναι σαν μια γέννα: παύει να είναι έμβρυο και γεννιέται ένα παιδί. Κάθε φορά λυπούμαστε που τελειώνει ένα φεστιβάλ, αλλά, μετά από λίγο, χαιρόμαστε που θα έρθει ένα νέο.
Ξεκινώντας με την τελετή έναρξης του Φεστιβάλ, έχουμε να επισημάνουμε την αδιαφορία της κυβέρνησης, εστιασμένη στο πρόσωπο του υφυπουργού σύγχρονου Πολιτισμού, Ιάσονα Φωτήλα, κάτι που δεν είναι καινούργιο. Κάθε χρόνο αυτή η αντιμετώπιση γίνεται όλο και χειρότερη. Αντιμετωπίζεται ο κινηματογραφικός κόσμος σαν ένα φέουδο που το διοικούν οι νέοι άρχοντες, προερχόμενοι από παλιά «τζάκια», που δεν θέλουν να χαθεί αυτή η σαθρή εξουσία που ασκείται με ολοένα μεγαλύτερη ένταση.
Ας αφήσουμε όμως τους ασπόνδυλους πολιτικούς για να μιλήσουμε για τον κινηματογράφο. Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης παρουσιάζεται σχεδόν το σύνολο της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής. Έχουμε μια εικόνα της ελληνικής κινηματογραφίας και μπορούμε να κάνουμε διαχρονική μελέτη, παρακολουθώντας το Φεστιβάλ κάθε χρονιά. Παρατηρήσαμε ότι στο Φεστιβάλ Δράμας είχαμε μια εξαιρετική «σοδειά» παραγωγών. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τις ταινίες μεγάλου μήκους. Αυτή η χρονιά ήταν φτωχή, με λίγες ταινίες να ξεχωρίζουν. Ας ελπίσουμε ότι οι μικρομηκάδες θα φέρουν, όσο το δυνατόν πιο σύντομα, ένα άλλο τοπίο, πιο ευχάριστο για τους κινηματογραφόφιλους.
Η ζυγαριά έγειρε ανισομερώς προς την κλασική αφήγηση. Είχαμε μόνο μία ταινία που πρότεινε μια άλλη φόρμα και αφήγηση, τις Κραυγές του Πέτρου Σεβαστίκογλου, ίσως την πιο ώριμη δουλειά του που με ενθουσίασε. Όταν η ταινία βγει στις αίθουσες θα μου δοθεί η ευκαιρία να γράψω αναλυτικά την άποψή μου. Το γεγονός όμως είναι ότι δεν την πρόσεξαν όσο έπρεπε ούτε οι κριτικοί κινηματογράφου. Από τις άλλες ταινίες αυτές που ξεχώρισαν ήταν λίγες, πάντα με κριτήριο τη στρωτή αφήγηση, τις καλές ερμηνείες και την πρότασή τους για μια ματιά της περιρρέουσας πραγματικότητας, εφόσον μιλάμε για κλασική αφήγηση.Θα αναφερθούμε στη Maricel του Ηλία Δημητρίου που αναφέρεται στο θέμα των μεταναστών και την αντιμετώπισή τους από τις λαϊκές μάζες στην Κύπρο. Ακόμη στην ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου, Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ, με τον Βαγγέλη Μουρίκη να δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας και τα θέματα του Μe Τoo και των αναβολικών στον αθλητισμό, εδώ το τζούντο, να είναι στον πυρήνα της αφήγησής της. Λιγότερο θα ξεχωρίσουμε τη Μάχη του Ηλία Γιαννακάκη, που αναφέρεται στο θέμα της αποδοχής της ομοφυλοφιλίας, ειδικά στον στρατό, και στη συμφιλίωση της κόρης και του πατέρα που έχει αλλάξει φύλο.
Τα βραβεία είναι γνωστά. Η επιλογή των ταινιών που θα βραβευτούν είναι καθαρά υποκειμενική και θέμα συσχετισμών. Η ταινία Αρκουδότρυπα της Χρυσιάννας Παπαδάκη και του Στέργιου Ντινόπουλου, που αξίζει να αναφερθεί, ξεκίνησε από μικρού για να γίνει μεγάλου μήκους. Αυτό το φαινόμενο τρομάζει λίγο τους κριτικούς γιατί βλέπουμε ένα αφηγηματικό έργο να μεγαλώνει on demand και να γίνεται μεγάλου μήκους και ενδεχομένως μικρό σίριαλ ακολουθώντας τις επιταγές της αγοράς.
Το Φεστιβάλ τέλειωσε, δεν κατάφερε όμως να αφήσει ένα σημαίνον αποτύπωμα στην πόλη αφού ακόμη δεν έχει βρει τον τρόπο να διεισδύσει στις δομές της. Έκανε ένα άνοιγμα στην ιστορία, βραβεύοντας τους παλιούς ηθοποιούς και τον κριτικό Νίνο Φένεκ Μικελίδη, αλλά αυτό δεν φτάνει, έχει ακόμα δρόμο να βαδίσει για να καθιερωθεί σαν ένα μεγάλο καλλιτεχνικό και κοινωνικό φαινόμενο για την Ελλάδα.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 15-16 Νοεμβρίου
















