Μάκης Γεωργιάδης
Ακόμη και σήμερα, ιδιαίτερα στον δυτικό ή «αναπτυγμένο» κόσμο, πολλά στοιχεία παραμένουν στο σκοτάδι για τη σφαγή των Ινδονήσιων κομμουνιστών. Μια σφαγή που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερο από ένα εκατομμύριο ανθρώπους μέσα σε μόλις εφτά μήνες. Δηλαδή από τις 2 Οκτωβρίου 1965, οπότε εκδηλώθηκε το πραξικόπημα των στρατηγών Νασουνσιόν και Σουχάρτο, ως τις αρχές Μαΐου, 1966.
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ
17 Αυγούστου 1945: Ο Σουκάρνο ανακηρύσσει την Ινδονησία ανεξάρτητη χώρα.
1945-1948: Πόλεμος των Ινδονήσιων για την ανεξαρτησία εναντίον Βρετανών, και Ολλανδών.
27 Δεκεμβρίου 1949: Συμφωνία της Χάγης, η Ινδονησία ανακηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος.
14 Μαρτίου 1957: Ο Σουκάρνο επιβάλλει στρατιωτικό νόμο.
30 Σεπτεμβρίου 1965: Απαγωγή και εκτέλεση έξι στρατηγών από το Κίνημα 30ής Σεπτεμβρίου. Το ΚΚΙ δεν αναλαμβάνει καμία πολιτική ευθύνη.
2 Οκτωβρίου 1965: Εκδηλώνεται το πραξικόπημα του στρατηγού Σουχάρτο. Θα διαρκέσει ως το 1998.
Η Ινδονησία είναι η έκτη πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου, η οποία αποτελείται από περίπου τρεις χιλιάδες νησιά. Έπειτα από σχεδόν τρεις αιώνες βάναυσης και ληστρικής αποικιοκρατίας, έζησε τη σύντομη άνοιξη της διακήρυξης της ανεξαρτησίας, του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και την τελική αποτίναξη του ολλανδικού αποικιοκρατικού ζυγού, για να βυθιστεί λίγα χρόνια αργότερα στο πιο πηχτό και βάναυσο σκοτάδι της στρατιωτικής δικτατορίας. Μιας στυγνής αιματοβαμμένης χούντας που διήρκεσε περισσότερο από τρεις δεκαετίες. Ο αντικομμουνισμός έγινε έκτοτε επίσημη κρατική πολιτική και κατατρέχει ακόμη και σήμερα τη χώρα που εκτείνεται κατά μήκος του Ισημερινού για περισσότερα από 3.000 χιλιόμετρα. Και οι αναφορές σε εκείνη την περίοδο είναι ελάχιστες. Σε μια έρευνα του 2009, περισσότερο από το 50% των φοιτητών της χώρας δεν είχαν ακούσει ποτέ για τα γεγονότα της περιόδου 1965-1966. Φυσικά, ούτε λόγος να γίνεται για ηθική και υλική αποκατάσταση των θυμάτων.
Αν επιχειρούσαμε να συνοψίσουμε τη σύγχρονη ιστορία αυτής της πολύπαθης χώρας της Νοτιοανατολικής Ασίας, θα ξεκινούσαμε ασφαλώς από τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της στις 17 Αυγούστου του 1945, όταν ο ηγέτης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος Άχμεντ Σουκάρνο ανακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας μετά τη συντριβή της Ιαπωνίας που ήταν κατοχική δύναμη. Οι Βρετανοί είχαν βλέψεις να επαναφέρουν το αποικιοκρατικό καθεστώς και να διευκολύνουν την απόβαση ολλανδικών στρατευμάτων προκειμένου να ανακτήσουν τον έλεγχο της χώρας ώστε να μη διασαλευτεί η πρότερη ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων. Αμέσως ξεκινούν οι μάχες με τα βρετανικά στρατεύματα και κατόπιν με τις ολλανδικές δυνάμεις που τελικά θα ηττηθούν και στις 27 Δεκεμβρίου1949 με τη συμφωνία της Χάγης θα αποδώσουν στην Ινδονησία την πλήρη ανεξαρτησία της. Ο Σουκάρνο θα συγκροτήσει το Ινδονησιακό Εθνικό Κόμμα στο οποίο θα συγκεντρώσει ετερόκλητες και αντιφατικές δυνάμεις, από ισλαμιστές και εθνικιστές ως αντιιμπεριαλιστές και κομμουνιστές. Ο ίδιος επιχειρεί να ακροβατήσει μεταξύ των δύο αντιτιθέμενων παγκόσμιων πόλων προσεγγίζοντας όμως την Κίνα και διατηρώντας καλές σχέσεις και με την ΕΣΣΔ. Βασικός πυλώνας και υποστηρικτής του Σουκάρνο υπήρξε και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδονησίας. Ωστόσο, η διαπάλη με τις δυνάμεις της αντίδρασης οι οποίες βασίζονται κατά μεγάλο μέρος στον στρατό και στα φεουδαλικά κατάλοιπα, θα είναι σκληρή ενώ οι ΗΠΑ ως αναδυόμενη παγκόσμια ιμπεριαλιστική δύναμη εποφθαλμιά την περιοχή. Η ανεξαρτησία της Μαλαισίας, την οποία ο Σουκάρνο και οι εθνικιστές θεωρούν τεχνητό κράτος και η προσέγγιση με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, θα τοποθετήσουν την Ινδονησία στο στόχαστρο από νωρίς. Η πολιτική των εθνικοποιήσεων, που ακολούθησε ο Σουκάρνο από τα μέσα τις δεκαετίας του ’50, ριζοσπαστικοποιεί τον πληθυσμό αλλά ερεθίζει πλέον τις ΗΠΑ. Το 1957 εθνικοποιούνται 246 ολλανδικές εταιρείες και απελαύνονται 40.000 στελέχη και υπάλληλοί τους. Ταυτόχρονα απαγορεύεται στους ξένους η πρόσβαση στο χονδρεμπόριο – μέτρο που πλήττει τους Κινέζους 100.000 εκ των οποίων θα επιστρέψουν στην Κίνα. Το 1964 εθνικοποιούνται και οι βρετανικές ιδιοκτησίες. Στο ίδιο διάστημα, ωστόσο, η κυβέρνηση δεν προχωρά σε εθνικοποίηση των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και συνάπτει συμφωνίες με δυτικές εταιρείες. Το 1965 οι ΗΠΑ θα έχουν εμπλακεί στο Βιετνάμ και ο Σουκάρνο θα αποχωρήσει οδηγήσει την Ινδονησία εκτός ΟΗΕ λόγω του ιμπεριαλιστικού του χαρακτήρα και θα αναζητήσει στην αρχή συμμάχους στο Κίνημα των Αδεσμεύτων ενώ αργότερα θα προσπαθήσει να ιδρύσει έναν νέο γεωπολιτικό πόλο, το Συνέδριο των Νέων Αναδυόμενων Δυνάμεων με τη συνδρομή του Βόρειου Βιετνάμ, της Καμπότζης, του Λάος και της Βόρειας Κορέας. Σε Ουάσιγκτον και Λονδίνο δρομολογούνται επαφές και κινήσεις με στόχο την ανατροπή του Σουκάρνο. Και το καταλληλότερο εκκολαπτήριο, ασφαλώς, είναι ο στρατός.
Ένα ολοκαύτωμα κρυμμένο στη σκιά και τη λήθη. Οι δολοφονημένοι φίλοι και μέλη του ΚΚ Ινδονησιάς υπολογίζονται από 500.000 έως ένα εκατομμύριο
Την ίδια περίοδο, το ΚΚΙ αυξάνει την επιρροή του και φτάνει να αριθμεί περισσότερα από τρία εκατομμύρια μέλη και, σύμφωνα με υπολογισμούς, περί τα 15-20 εκατομμύρια ενεργούς υποστηρικτές. Καθίσταται έτσι το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα παγκοσμίως, εκτός φυσικά των χωρών του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Η ανάπτυξη και διείσδυση του ΚΚΙ στην εργατική τάξη και τον αγροτικό κόσμο ήταν εντυπωσιακή καθώς το 1952 δεν είχε περισσότερα από 7.000 μέλη ενώ στις τελευταίες εκλογές πριν ο Σουκάρνο κηρύξει τον στρατιωτικό νόμο, σε αυτές του 1956, το ΚΚΙ ήταν τέταρτο κόμμα με 16,4% των ψήφων. Όσο κορυφώνεται ο Ψυχρός Πόλεμος, τόσο σφίγγει η θηλιά γύρω από την Ινδονησία. Μια απειλή για τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό. Ο Σουκάρνο θα εκφράσει από νωρίς τις ανησυχίες του για προσπάθεια υπονόμευσης της κυβέρνησης και την υπόγεια στήριξη και χρηματοδότηση των ΗΠΑ στους στρατοκράτες. Ήταν επίσης κοινό μυστικό ότι μια συνωμοσία εντός του στρατού προετοιμαζόταν επιμελώς με τη δημιουργία ενός Συμβουλίου Στρατηγών. Αυτό αποτελούνταν από 40 στρατηγούς και υψηλόβαθμους αξιωματικούς όλων των επιτελείων, εκπαιδευμένων στις ΗΠΑ. Όπως αποκαλύφθηκε, το πραξικόπημα για την ανατροπή του Σοτκάρνο ήταν προγραμματισμένο για τις 5 Οκτωβρίου του 1965, την ημέρα δηλαδή των Ενόπλων Δυνάμεων. Οι κινήσεις αυτές, που είχαν γίνει αντιληπτές σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, οδήγησαν σε μια εσπευσμένη και σπασμωδική προσπάθεια απάντησης, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, από το βιαστικά οργανωμένο Κίνημα της 30ής Σεπτεμβρίου, το οποίο απήγαγε και εκτέλεσε έξι δεξιούς στρατηγούς, δύο εκ των οποίων ήταν μέλη του Συμβουλίου των Στρατηγών. Χωρίς ποτέ να αποδειχτεί η εμπλοκή και χωρίς ποτέ το ΚΚΙ να αναλάβει οποιαδήποτε πολιτική ευθύνη για το συμβάν, το γεγονός αποδόθηκε ως απόπειρα πραξικοπήματος υπό την καθοδήγηση και τον σχεδιασμό των κομμουνιστών. Αφήγηση που κυριάρχησε μετά την επιβολή της δικτατορίας του Σουχάρτο ο οποίος κινήθηκε, υποτίθεται, για την αποτροπή του «κομμουνιστικού κινδύνου».
Μια γενοκτονία μέσα σε μια φρενίτιδα αντικομουνισμού
Το τι ακολούθησε, ένα αποτρόπαιο λουτρό αίματος, δεν εμφανίστηκε παρά με μεγάλη καθυστέρηση στα δυτικά μέσα ενημέρωσης. Περιγράφοντας τον ζόφο στις πραγματικές του διαστάσεις, το περιοδικό Τάιμ μόλις στις 17 Δεκεμβρίου αναφέρει σε ανταπόκριση: «Οι δολοφονίες ήταν σε τέτοια κλίμακα ώστε η απόθεση των πτωμάτων να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα αποχέτευσης στην ανατολική Ιάβα και τη βόρεια Σουμάτρα όπου ο υγρός αέρας φέρνει τη μυρωδιά της σάπιας σάρκας. Οι ταξιδιώτες από αυτές τις περιοχές λένε για μικρά ποτάμια και ρέματα που έχουν κυριολεκτικά φράξει από πτώματα. Η ροή των ποταμών έχει παρεμποδιστεί σοβαρά…». Μέχρι και ο βρετανικός Γκάρντιαν, στις 7 Απριλίου 1966, θέτει αμφιβολίες για έναν απολογισμό των θυμάτων περί τις 600.000, εκτιμώντας ότι ο αριθμός των νεκρών είναι σημαντικά μεγαλύτερος μετά τις ομαδικές εκτελέσεις, τις φρικαλεότητες και τους μαζικούς αποκεφαλισμούς υπόπτων για συμμετοχή στο ΚΚΙ. Από εκεί και πέρα, ωστόσο, οι αναφορές στον Τύπο, είναι αναιμικές, μικρές και περιστασιακές λες και στην Ινδονησία δεν συνέβαινε το παραμικρό. Με εκατόμβες νεκρών και μαζικούς τάφους να βρίθουν στις αγροτικές περιφέρειες της Ινδονησίας. Μια πραγματική γενοκτονία μέσα σε μια φρενίτιδα αντικομουνισμού και ένα παντοιοτρόπως υποδαυλιζόμενο και καθοδηγούμενο φυλετικό και θρησκευτικό μίσος. Μια πραγματικά σκοτεινή σελίδα η οποία όχι μόνο δεν έχει φωτιστεί εξήντα χρόνια μετά, αλλά κρύβει, ποιος ξέρει άραγε πόσα θύματα ακόμη. Οι Ινδονήσιοι κομμουνιστές παραμένουν στη σκιά τόσο στον δικό τους τόπο όσο και στη Δύση και το εργατικό της κίνημα, ένα γεγονός ολότελα άδικο και παράλογο που κάποτε θα πρέπει να αλλάξει και να φωτιστεί. Να αποκατασταθεί στη συλλογική μνήμη και να βγει από δεκαετίες αφάνειας και λήθης…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 8-9 Νοεμβρίου
















