Γιάννης Φραγκούλης
Η νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη (Σπιρτόκουτο, Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς) είναι ένα δυνατό δράμα και παράλληλα ένα οξυδερκές πολιτικό και κοινωνικό σχόλιο
‘Ενας επιχειρηματίας, ο Θωμάς, είναι πνιγμένος στα χρέη. Ανάμεσα σε άλλους, χρωστά στον τοκογλύφο που έχει γδάρει όλη την Αθήνα. Κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του. Ψάχνει να βρει λεφτά. Του λείπουν περίπου 40 χιλιάρικα και ύστατη λύση είναι να κλέψει τον γιο του. Αυτό όμως δεν θα εξελιχθεί όπως ο Θωμάς και οι συνεργάτες του έχουν σχεδιάσει. Εκεί που όλα είναι καλά, πόσο αυτό απέχει από την ολική καταστροφή;
Στις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε και να ακούμε τη βία μεταξύ των ανθρώπων. Αυτό το συναντάμε και σε αυτή την ταινία, όμως ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος με τον Βαγγέλη Μουρίκη οδηγεί την αφήγηση στο πολιτικό πεδίο, με έμμεσο τρόπο.
Στην ταινία βλέπουμε τον Θωμά να είναι πιεσμένος από τους ανθρώπους, που αρνούνται να τον βοηθήσουν, και από την οικογένειά του. Υπάρχουν στιγμές που ακούει με σκυμμένο το κεφάλι και κάποιες άλλες που βγαίνει έξω από τον εαυτό του, με ελεγχόμενες σχετικά εκρήξεις. Η ταινία θέτει τα εξής θέματα αφήνοντας τον θεατή να τα αναζητήσει, σε δεύτερο χρόνο, ψάχνοντας στον δικό του κόσμο, αφού το τέλος της ταινίας μένει ανοικτό.
Το πρώτο θέμα είναι η ατομική ευθύνη. Τι έχουμε κάνει έτσι ώστε να φτάσουμε στα αδιέξοδα που στραγγαλίζουν τον ψυχικό μας κόσμο, αυτά που ο καθένας έχει κάνει και έχει καταστρέψει τη ζωή του. Το δεύτερο θέμα είναι η αλληλεγγύη που, λογικά, θα έπρεπε να υπήρχε μέσα στην κοινωνία. Στην ταινία όμως βλέπουμε ότι ο κοινωνικός ιστός είναι κατακερματισμένος. Ο άνθρωπος είναι μόνος του και βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι: θα αντιμετωπίσει τη μαφία των τοκογλύφων ή θα εγκληματήσει; Εκεί, όμως, προκύπτει το τρίτο θέμα που είναι το κράτος και πώς αυτό κανονίζει τη ζωή σε αυτή την κοινωνία;
Ο έντονος ρυθμός κρατά το στομάχι του θεατή σφιγμένο μέχρι το τέλος
Η ταινία μάς δίνει στοιχεία που τείνουν στο ότι «δεν την κανονίζει». Αντίθετα, οι τράπεζες λειτουργούν σαν ένα διπλανό μαγαζάκι από τον μαφιόζο. Οι νόμοι είναι τέτοιοι που βιάζουν τον άνθρωπο αναγκάζοντάς τον να παίρνει τραγικές αποφάσεις που αργότερα θα μετανιώσει. Η ταινία δείχνει ότι η φιλοσοφία που διέπει τη λογική για τη συνοχή της κοινωνίας δεν έχει να κάνει καθόλου με τα διδάγματα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.
Και έρχεται το τέταρτο ερώτημα: Αυτή η κοινωνία προς τα πού κατευθύνεται; Προς την ολική καταστροφή, είναι η απάντηση που βγαίνει από τις αφηγηματικές δομές της ταινίας. Οι πολύ καλές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς, ειδικά από την Μαρία Κεχαγιόγλου, την Μπέτυ Αρβανίτη, για να βάζουμε πρώτα τις γυναίκες, τον Βασίλη Μπισμπίκη, τον Στάθη Σταμουλακάτο και τον Γιάννη Αναστασάκη, μας διευκολύνουν να κατανοήσουμε το φιλμικό κείμενο. Ο έντονος ρυθμός, η βροχή των θεμάτων που παρουσιάζονται στον θεατή κρατούν το στομάχι του σφιγμένο μέχρι το τέλος. Στην κυριολεξία βιώνει την απάνθρωπη ζωή σε μια απάνθρωπη κοινωνία που πρέπει να αλλάξει.
















