Αιμιλία Καραλή
Η θανατοφιλία είναι δομικό στοιχείο όλων των φασιστικών αρχών και δομών. Το «δίκαιο της πυγμής» εξαίρει τη βία, την εξόντωση των «αδύναμων», το πρότυπο του «ανθρώπου-φονιά». Τρέφεται από την ανάγκη της κυριαρχίας, ανατρέχει σε πρωτόγονα ένστικτα επιβίωσης, θεριεύει με τον ατομικισμό.
«Μα γιατί ήρθατε εσείς; Πού είναι η κυρία Τάδε;» «Παιδιά λείπει…». Και προτού εξηγήσει ο αντικαταστάτης καθηγητής αρχίζει ένας άγριος χορός κινήσεων χαράς και ανακούφισης. Κανένα παιδί δεν ρώτησε γιατί λείπει· η συναδέλφισσά του ήταν στο νοσοκομείο. Σε μια άλλη τάξη, μια παρέα παιδιών προσπαθεί να λύσει ασκήσεις με «φραγμένες συναρτήσεις». Δεν μπορεί κι αρχίζει να κοροϊδεύει τον καθηγητή. «Ρε συ, τις αρτηρίες του μας έβαλε; Για να πάθουμε εμείς το έμφραγμα;», λέει ο ένας καθώς θυμήθηκε μια περιπέτεια υγείας του δασκάλου τους. Ειπώθηκαν κι άλλα, πολύ χειρότερα.
Τι είναι εκείνο που οδηγεί νέους ανθρώπους να χλευάζουν τον πόνο ενός άλλου ανθρώπου, ακόμα και να εύχονται τον θάνατό του, αρκεί να «διευκολυνθεί» πρόσκαιρα η ζωή τους; Πώς χρησιμοποιούν συχνά, αβίαστα και σχεδόν ηδονικά λέξεις που σχετίζονται με τον βασανισμό, ακόμη και τη θανάτωση του άλλου; «Ψόφα», «σκοτώστε» τους ή παρόμοιες προτροπές αποτελούν συνθήματα εφηβικών εφόδων σε μεμονωμένα άτομα ή παρέες. Είναι «αστειάκια» της εφηβείας; Είναι θλιβερό, αλλά θα μπορούσε. Τα περιστατικά όμως ακραίας σωματικής βίας σε νεαρές ηλικιακά ομάδες που φτάνουν και στον φόνο έχουν διεθνώς αυξηθεί. Ίσως γιατί ο συμβολικός και κυριολεκτικός θάνατος που πλανιέται, απειλεί και κυβερνά τις ζωές μας δεν έχει απλώς αντίκτυπο, αλλά διαπερνά και ενδημεί πλέον την καθημερινότητα.
Λέγεται ότι ο πρώτος που διατύπωσε το οξύμωρο σύνθημα «Ζήτω ο θάνατος» (Viva la Muerte!), τον Οκτώβρη του 1936, ήταν ο στρατηγός Χοσέ Μιγιάν Αστράι, πρώτος διοικητής της Ισπανικής Λεγεώνας που εξόντωνε τους εξεγερμένους Άραβες στις αφρικανικές αποικίες της Ισπανίας. Το φώναξε στην Κεντρική Αίθουσα του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα μπροστά στον πρόεδρό του και φιλόσοφο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, συμπαθούντα του Φράνκο. Ο Ουναμούνο τότε μάλλον κατάλαβε πού έμπλεξε και προσπάθησε να απαντήσει. Ήταν αργά. Ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπίζονταν οι «Κόκκινοι» και η Ισπανική Δημοκρατία είχε αποκαλυφθεί.
Λέγεται ότι μέχρι και ο φον Κανάρις, στρατιωτικός ακόλουθος της ναζιστικής γερμανικής πρεσβείας στη Μαδρίτη, είχε εκπλαγεί με την ευκολία με την οποία οι Ισπανοί ομοϊδεάτες του σκότωναν ανθρώπους. Δεν είχε άραγε συνειδητοποιήσει τι σήμαινε το σύμβολο της νεκροκεφαλής που κοσμούσε τα πηλήκια των Ες Ες;
Μια νέα γενιά μεγαλώνει εξοικειωμένη με την παρουσία της βίας, σε κάθε της μορφή, στην καθημερινότητά της. Και την αναπαράγει ποικιλοτρόπως
Η θανατοφιλία είναι δομικό στοιχείο όλων των φασιστικών αρχών και δομών. Το «δίκαιο της πυγμής» εξαίρει τη βία, την εξόντωση των «αδύναμων», το πρότυπο του «ανθρώπου-φονιά». Τρέφεται από την ανάγκη της κυριαρχίας, ανατρέχει σε πρωτόγονα ένστικτα επιβίωσης, θεριεύει με τον ατομικισμό. Όσο πιο αυταρχικό είναι και γίνεται ένα καθεστώς τόσο περισσότερο απαξιώνει την ανθρώπινη ζωή -ακόμη και στη βιολογική της διάσταση. Το δικαίωμα σε αυτήν φέρεται να αφορά μόνο τους ισχυρούς του χρήματος και όσους θέλουν να τους μοιάσουν. Γι’ αυτό και γκρεμίζονται όλα εκείνα που την υπερασπίζονται σε στοιχειώδες επίπεδο. Και πρώτ’ απ’ όλα τα δημόσια συστήματα υγείας, παιδείας, συγκοινωνιών και ασφάλισης. Φτωχοί, άνεργοι, εργασιακά ανασφαλείς, χρεωμένοι στις τράπεζες, μετανάστες και πρόσφυγες θεωρούνται και γίνονται αναλώσιμοι σε όλα τα επίπεδα. Ο θάνατος των δικαιωμάτων μετατρέπει ακόμη και την επιβίωση σε προνόμιο.
Κοινωνίες ολόκληρες μετατρέπονται σε αρένες μονομάχων, όπως αυτές που ανέδειξε η νοτιοκορεάτικη σειρά Το παιχνίδι του καλαμαριού, μια μεταφορά του σκληρού καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Χρεωκοπημένοι και κοινωνικά απόκληροι ενήλικες υποβάλλονται όχι σε σκληρές δοκιμασίες αλλά σε παιδικά παιχνίδια όπου ο ηττημένος χάνει αμέσως τη ζωή του και ο κερδισμένος τα παίρνει όλα. Η παιδικότητα γίνεται το πλαίσιο όπου χάνεται κάθε συλλογική αξία ενώ κυριαρχούν η καχυποψία και ο φόβος του «άλλου», προς τέρψιν των «υπερπλούσιων» που βάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού και ποντάρουν στον νικητή.
Η ταινία Η Λευκή Κορδέλα του Μίχαελ Χάνεκε είχε αναδείξει πώς τα παιδιά-θύματα μιας αυταρχικής παιδείας κι ενός εκφοβιστικού δεσποτικού κοινωνικού συστήματος είναι εκείνα που στήριξαν, λίγα χρόνια αργότερα, τον ναζισμό. Ο δάσκαλος που είχε καταλάβει ποιοι ήταν οι υπεύθυνοι πίσω από τα ανεξήγητα περιστατικά βίας και προσπάθησε να προειδοποιήσει διώχτηκε ως εχθρός της κοινότητας.
Όπως σήμερα κάπως -ή χειρότερα; Μια νέα γενιά μεγαλώνει εξοικειωμένη με την παρουσία της βίας, σε κάθε της μορφή, στην καθημερινότητά της. Και την αναπαράγει ποικιλοτρόπως χωρίς συχνά το συνειδητοποιεί. Διαπαιδαγωγείται να βλέπει ως εχθρό εκείνον που υπερασπίζεται τα δικαιώματά της, που πολλές φορές δεν γνωρίζει. Μαθαίνει να μισεί όποιον αντιστέκεται. Προετοιμάζεται μέσα από σχολειά-εργοστάσια υπηκόων, από ΜΜΕ που ανήκουν σε μεγάλες εταιρίες και πολεμικές βιομηχανίες, από εργασιακές συνθήκες- κάτεργα να υπερασπιστεί έναν μελλοντικό εφιάλτη: τη ζωή που τρέφεται από τον θάνατο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 25-26 Οκτωβρίου
















