Καλομοίρα Σωτηρίου
Οι εκλογές του 2026 θα δοκιμάσουν τα όρια του Λούλα
Την Κυριακή, 21 Σεπτέμβρη, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές, σε πολλές πόλεις της Βραζιλίας, εξέφρασαν την αντίθεσή τους στις προτεινόμενες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις κι έδωσαν τη μάχη για άλλη μία φορά ενάντια στο ενδεχόμενο αμνήστευσης των επίδοξων πραξικοπηματιών, παρά την καταδικαστική απόφαση για τον τέως πρόεδρο και τους συνεργούς του.
Παρά την ιστορική της σπουδαιότητα, κανένα εφησυχασμό δεν έχει προκαλέσει στη Βραζιλία η απόφαση καταδίκης του πρώην προέδρου, Ζαΐχ Μπολσονάρο, από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της χώρας στις 11 Σεπτεμβρίου. Κι αυτό διότι ο πολιτικός συσχετισμός δεν προμηνύει ούτε ότι η απόφαση θα εφαρμοστεί ούτε ότι θα αποδυναμωθεί η ακροδεξιά και η δράση της. Ήδη τα κόμματα της δεξιάς και της ακροδεξιάς ανασυντάσσουν τις δυνάμεις τους για να διεκδικήσουν το πολιτικό κεφάλαιο που έχει σωρεύσει ο Μπολσονάρο και να προσελκύσουν τους οπαδούς του στις προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν τον επόμενο χρόνο.
Υπενθυμίζεται πως ο Μπολσονάρο παραπέμφθηκε σε δίκη, τον περασμένο Φεβρουάριο, μαζί με άλλα 7 άτομα, εκ των οποίων 6 υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί που κατείχαν υπουργικές θέσεις κατά την περίοδο διακυβέρνησής του. Η βασική κατηγορία εναντίον του ήταν ότι ηγήθηκε εγκληματικής οργάνωσης που είχε στόχο την αποτροπή της ανάληψης της εξουσίας από τον νυν πρόεδρο και ηγέτη του Εργατικού Κόμματος, Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, μετά τη νίκη του τελευταίου στις εκλογές, το φθινόπωρο του 2022. Επιπλέον, του απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες της βίαιης κατάλυσης του κράτους δικαίου, της απόπειρας πραξικοπήματος, της φθοράς δημόσιας περιουσίας και της φθοράς διατηρητέας κληρονομιάς, αφού η δράση της οργάνωσης κορυφώθηκε με την κατάληψη των εδρών των Τριών Εξουσιών στην Μπραζίλια, στις 8 Ιανουαρίου 2023. Ο ίδιος καταδικάστηκε σε 27 χρόνια και τρεις μήνες φυλάκισης, ενώ κρίθηκαν ένοχοι και οι συγκατηγορούμενοί του. Ανοιχτό παραμένει το ερώτημα αν θα εκτίσει κανονικά την ποινή του ή θα γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της υπεράσπισής του, η οποία ζητά την κατ’ οίκον κράτησή του για λόγους υγείας.
Η διαδικασία προκάλεσε τη δριμεία αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος έκανε ευθεία πολιτική παρέμβαση υπέρ του Μπολσονάρο, μιλώντας για «κυνήγι μαγισσών» κι απειλώντας τον Λούλα με αύξηση κατά 40% των δασμών στην περίπτωση που δεν τερματιστεί η δίωξη. H δίκη προχώρησε ωστόσο, με αποτέλεσμα να επιβληθούν με διάταγμα δασμοί 50% από 1η Αυγούστου σε πολλά εξαγωγικά προϊόντα της Βραζιλίας, περιλαμβανομένου του καφέ. Την ίδια μέρα, επιβλήθηκε απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ στο μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου, Αλεξάντρε ντε Μοράες, που ηγήθηκε της διαδικασίας κι επέβαλε, όσο διαρκούσε η δίκη, σοβαρούς περιορισμούς στον Μπολσονάρο.
Η καταδικαστική απόφαση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και αίσθημα «εθνικής υπερηφάνειας» στο εσωτερικό από τους πολιτικούς εχθρούς του Μπολσονάρο, και ειδικά από την κυβέρνηση και την αριστερά. Θεωρήθηκε ισχυρή απόδειξη ότι οι θεσμοί λειτουργούν. Ομοίως, επαινέθηκε από διεθνή Μέσα η παραδειγματική απόδοση δικαιοσύνης στη Βραζιλία και προβλήθηκε σε αντίστιξη με το διάταγμα Τραμπ που αμνήστευσε αποφυλακίζοντας πρόωρα 1.500 από τους καταδικασμένους εισβολείς του Καπιτωλίου. Πάνω από όλα, όμως, θεωρήθηκε ότι συνιστά τομή σε σχέση με την διαχρονική ατιμωρησία των εμπλεκόμενων σε πραξικοπήματα στρατιωτικών παραγόντων της χώρας, οι οποίοι ποτέ δεν παραπέμφθηκαν στη δικαιοσύνη.
Η δικαστική ήττα του Μπολσονάρο, όμως, δεν σημαίνει καθόλου ότι ηττήθηκε και το πολιτικό ρεύμα που αυτός εκφράζει. Ήδη κόμματα της δεξιάς και ενός ευμετάβλητου πολιτικού συνασπισμού κομμάτων του κέντρου που επιχειρεί να επωφεληθεί από συγκυριακές συμμαχίες, επαναφέρουν το θέμα της αμνηστίας προκειμένου να μετριάσουν τις ποινές που επιβλήθηκαν. Επιπλέον, έχουν καταθέσει και πρόταση συνταγματικής τροπολογίας που στοχεύει στον περιορισμό της δυνατότητας της δικαιοσύνης να ερευνά πολιτικά πρόσωπα, θέτοντας ως προϋπόθεση την έγκριση της έρευνας από τα δύο νομοθετικά σώματα, τη Βουλή και τη Γερουσία, με μυστική ψηφοφορία. H τροπολογία, που θα υπονομεύσει την ισχύ της απόφασης καταδίκης του Μπολσονάρο και θα προστατεύσει πολύ περισσότερα πολιτικά πρόσωπα στο μέλλον, εγκρίθηκε σε πρώτη φάση και με τις ψήφους 12 βουλευτών του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος (PT), αναδεικνύοντας τα όρια της πολιτικής του.
Σε αυτό το κλίμα, την προηγούμενη Κυριακή, 21 Σεπτέμβρη, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές σε πολλές πόλεις της Βραζιλίας εξέφρασαν την αντίθεσή τους στις προτεινόμενες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, εκφράζοντας την ανησυχία τους, κι έδωσαν τη μάχη για άλλη μία φορά ενάντια στο ενδεχόμενο αμνήστευσης των επίδοξων πραξικοπηματιών. Η αλήθεια δε είναι πως παρά τη ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού, η κυβέρνηση Λούλα επέδειξε αντοχή στις πολιτικές και οικονομικές πιέσεις των ΗΠΑ.
Αντίβαρο στην επιθετικότητα των ΗΠΑ η προσφυγή στην ετερόκλιτη ομάδα των ΒRICS και η συμμαχία με τη Κίνα
Η στάση αυτή σχετίζεται εν μέρει και με την εκτίμηση ότι οι δασμοί δεν θα έχουν εκτεταμένη επίδραση στην οικονομία λόγω της μείωσης του ποσοστού των ΗΠΑ στο εξαγωγικό εμπόριο της Βραζιλίας και της υποκατάστασής τους από άλλους εμπορικούς εταίρους, με πιο σημαντική την Κίνα. Φαίνεται ότι επιχειρείται να αντιμετωπιστεί η επιθετικότητα των ΗΠΑ με την προσφυγή στην ετερόκλιτη ομάδα των ΒRICS, κατά βάση όμως με τη διαμόρφωση στρατηγικής συμμαχίας με τη Κίνα. Επιδιώκεται, έτσι, να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν φιλόδοξα σχέδια συνεργασίας σε διάφορους τομείς (εξωτερικό εμπόριο, μεταφορά τεχνολογίας, εργοστάσια αυτοκινήτων και μπαταριών, κοινές μελέτες για την κατασκευή μεγάλων φαραωνικών υποδομών). Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η ρητορική για τον τερματισμό της εξάρτησης από τις μεγάλες εταιρείες του κλάδου της τεχνολογίας (Big Tech), η νομοθετική πρωτοβουλία για τη ρύθμιση του περιεχομένου που εμφανίζεται στις ψηφιακές πλατφόρμες αλλά και η ομιλία του Λούλα στη συνάντηση των BRICS που πραγματοποιήθηκε στις 6-7 Ιουλίου στο Ρίο ντε Τζανέιρο, κατά την οποία υποστήριξε την αποδολαριοποίηση στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.
Οι συνέπειες των δασμών στην οικονομία κι οι κλιμακούμενες πιέσεις των ΗΠΑ στις χώρες της Λατινικής Αμερικής θα καθορίσουν πολλά το επόμενο διάστημα και, κυρίως, θα διαμορφώσουν τις προτιμήσεις της αστικής τάξης της Βραζιλίας ως προς το ποια θα είναι η πολιτική διαχείριση της κατάστασης. Γι’ αυτό, η πορεία προς τις εκλογές είναι δυνατό να δοκιμάσει σοβαρά τις δυνατότητες του χαλαρού πολιτικού μετώπου που έφερε στην κυβέρνηση τον Λούλα, παρά το γεγονός ότι σε αυτή τη φάση εμφανίζεται ενισχυμένος.
















