Γιώργος Μουρμούρης
▸«Ασφυκτιούν» οι κάτοικοι, κάνουν πάρτι τα συμφέροντα
Ένα σκουρόχρωμο πέπλο αδιαφορίας, σαν το βαθύ καφέ της λάσπης που πριν από δύο χρόνια είχε καλύψει χωριά και πόλεις της περιοχής, εξακολουθεί να σκεπάζει τους κατοίκους της Θεσσαλίας, δύο χρόνια μετά τον «Ντάνιελ».
Στους οικισμούς και τις κωμοπόλεις που επλήγησαν περισσότερο από τη φονική κακοκαιρία, οι κάτοικοι, μακριά από κάθε δημοσιότητα και χωρίς ουσιαστική κρατική βοήθεια, προσπαθούν ακόμα να ξαναστήσουν στοιχειωδώς τη ζωή τους. Αναμετρώνται με τα τραύματα του παρελθόντος, την αδιαφορία και τον κυνισμό του κεντρικού και τοπικού κράτους, καθώς και με τα αλλεπάλληλα πλήγματα που έχουν παγιώσει μια κατάσταση ασφυκτικής οικονομικής δυσπραγίας.
«Η κατάσταση παραμένει τραγική. Βρέχει και ετοιμάζεις μια τσάντα με ρούχα για να φύγεις –τέτοια είναι η αγωνία και ο φόβος», λέει η Λίτσα Ρητά, πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Μεταμόρφωσης Καρδίτσας. Αν και έχει ληφθεί απόφαση μετεγκατάστασης του χωριού σε νέα θέση δίπλα στον Παλαμά, με παράλληλη διατήρηση των οικιών στο χωριό ως έδρα για τις αγροτικές εργασίες, μέχρι στιγμής –όπως τονίζει– καμία παρέμβαση δεν έχει πραγματοποιηθεί στην υπό πολεοδόμηση έκταση. Έτσι, πέραν όσων γύρισαν το φετινό καλοκαίρι στον οικισμό για δουλειές στα χωράφια, υπάρχουν και πολλοί που αναγκάστηκαν να κατοικήσουν ξανά μόνιμα στα σπίτια που πριν από δύο χρόνια είχαν βρεθεί ολόκληρα κάτω από το νερό. Συνολικά, γύρω στα 100 άτομα υπολογίζεται πως επέστρεψαν το τελευταίο διάστημα στη Μεταμόρφωση.
«Τα σπίτια βγάζουν ακόμα υγρασία και όσοι πέρασαν τον χειμώνα σε αυτά ήταν με τους αφυγραντήρες. Δεν μπόρεσαν να τα ζεστάνουν, ούτε καν τον μικρό χώρο που έφτιαξε ο καθένας», σημειώνει η Λίτσα Ρητά, εξηγώντας ότι λεφτά για ολική αποκατάσταση των κατοικιών δεν υπάρχουν.
Ο φόβος κυριαρχεί: «Τα αναχώματα αποκαταστάθηκαν πρόχειρα, με χαλίκι και χώμα. Αν έρθει νερό, ακόμα και λιγότερο από τον “Ντάνιελ”, θα πλημμυρίσουμε ξανά. Νιώθουμε ανασφαλείς και ψυχολογικά είμαστε ράκη, δεν έχουμε δύναμη ούτε να αντιδράσουμε», συνεχίζει.
Την οικονομική δυσπραγία επιβαρύνουν οι κακές σοδειές των τελευταίων ετών. Οι καλλιέργειες, ελλείψει των απαραίτητων έργων υποδομής, χτυπήθηκαν φέτος από παρατεταμένη ξηρασία. «Πολλοί σκέφτονται να παρατήσουν τα χωράφια και οι πιο νέοι φεύγουν αναζητώντας εργασία αλλού», λέει η πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου. «Το χωριό ερημώνει: μέσα στα τελευταία δύο χρόνια πέθαναν τουλάχιστον 30 άτομα από ανακοπές και ξαφνικούς καρκίνους. Λογικό, όταν αναγκάζεσαι να μείνεις μες στη βρωμιά και την υγρασία».
Αντίστοιχη εικόνα επικρατεί και στη Φαρκαδόνα Τρικάλων, μια κωμόπολη που πριν τον «Ντάνιελ» αριθμούσε 2.500 κατοίκους. Πλέον, όπως εκτιμά η Αθηνά Μπαλάφα, κάτοικος της περιοχής, έχουν απομείνει γύρω στους 800. «Κάποιοι έφυγαν στα Τρίκαλα και τη Λάρισα, άλλοι στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, κάποιοι ακόμα και στο εξωτερικό, στη Γερμανία και την Ολλανδία –όπου ο καθένας είχε συγγενείς», περιγράφει. «Κι εμείς φέτος τον χειμώνα θα μείνουμε στα Τρίκαλα, και δεν ξέρω αν θα γυρίσουμε. Η καθημερινότητά μας πλέον είναι εκεί», λέει, μιλώντας για ένα χωριό που μαραζώνει, χωρίς καμία προοπτική.
Οι αποζημιώσεις, ακόμη και για όσους τις έλαβαν, καλύπτουν μικρό μόνο μέρος του κόστους για να στηθεί ξανά η ζωή σε σπίτια που χρειάζονται αποκατάσταση «από τα πλακάκια ως τη σκεπή». Σε τραγική κατάσταση παραμένουν και οι υποδομές: η ανακατασκευή του παιδικού σταθμού βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της δημοπράτησης, το δεύτερο δημοτικό σχολείο μαζί με το γυμνάσιο και το τεχνικό λύκειο μόλις φέτος εγκαινιάζονται, ενώ τα μπάζα από τα σπίτια που γκρέμισε η πλημμύρα παραμένουν δίπλα στις κατοικίες, εστίες μόλυνσης γεμάτες χόρτα, ποντίκια και φίδια. Η κατεστραμμένη οικοσκευή και ό,τι άλλο απομακρύνθηκε από τα σπίτια παραμένουν, όπως καταγγέλλει η Αθηνά Μπαλάφα, σε μια μεγάλη άτυπη χωματερή. Και στη Φαρκαδόνα επικρατεί ανησυχία για το τι θα συμβεί σε περίπτωση ισχυρής νεροποντής, καθώς «τα αναχώματα αποκαταστάθηκαν μεν, αλλά πρόχειρα, με αμμοχάλικο».
Τελευταία, την ήδη βεβαρημένη οικονομική αλλά και υγειονομική κατάσταση στην περιοχή επιβάρυνε ακόμη περισσότερο η σφαγή και μαζική ταφή πολλών χιλιάδων ζώων για να περιοριστεί η εξάπλωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων. Οι τοπικές μικροεπιχειρήσεις στενάζουν, αφού δεν μπορούν να λειτουργήσουν με τους λιγοστούς, κυρίως ηλικιωμένους, κατοίκους που απέμειναν, ενώ δύο χρόνια μετά την καταστροφή, περίπου 35 άτομα (25 σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις) εξακολουθούν να ζουν στη δομή μεταναστών του Κουτσόχερου, μη έχοντας πού αλλού να μείνουν.
Μια συνολική αλλαγή του χάρτη της Θεσσαλίας, που εκτείνεται από την κοινωνική σύνθεση των πληγεισών περιοχών έως τη μορφολογία του εδάφους, περιγράφει από την πλευρά του ο Νίκος Ταλαχούπης, μέλος της αντικαπιταλιστικής περιφερειακής κίνησης Αριστερή Παρέμβαση στη Θεσσαλία. «Τεράστιες εκτάσεις δεκάδων χιλιάδων στρεμμάτων, βοσκότοποι και καλλιεργήσιμη γη, μετατρέπονται σταδιακά σε φωτοβολταϊκά πάρκα», τονίζει, σημειώνοντας ότι πολλοί καλλιεργητές, απογοητευμένοι από τις αλλεπάλληλες καταστροφές, εγκαταλείπουν την παραγωγή. Η κυβέρνηση, όπως προσθέτει, αντιμετωπίζει την καταστροφή ως ευκαιρία για να προωθήσει την ιδιωτικοποίηση του νερού, την ώρα που οι παρεμβάσεις για την αποκατάσταση των πληγεισών υποδομών παραμένουν ελάχιστες. «Όλοι περιμένουν ένα τρίτο χτύπημα, μετά τον “Ντάνιελ” και τον “Ηλία”, για να ολοκληρωθεί η καταστροφή. Μένει να δούμε μόνο πώς θα ονομαστεί», σημειώνει.
Υπογραμμίζει δε πως οι ανάγκες των εργαζομένων και των κατοίκων πρέπει να μπουν πάνω από τα κέρδη και τη λογική «κόστους – οφέλους». Να ολοκληρωθεί η καταβολή των αποζημιώσεων στην πραγματική τους έκταση, να προχωρήσουν τα έργα αντιπλημμυρικής προστασίας και να στηριχθούν οι κάτοικοι ώστε να παραμείνουν στην περιοχή, «γιατί υπάρχει μεγάλο ρεύμα ερήμωσης και φυγής».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 13-14 Σεπτεμβρίου 2025
















