Πρόσφατα εκδόθηκε από τις εκδόσεις Έναστρον το βιβλίο του γερμανού συγγραφέα Φόλκερ Μπράουν Αυτό που πραγματικά θέλουμε. Πρόκειται για ιστορίες που συνδέουν το ατομικό με το πολιτικό και ότι απέμεινε από τη σκιά του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1939 στη Λειψία, πέρασε τα νεανικά του χρόνια εργάτης στη μεταπολεμική Γερμανία και σπούδασε φιλοσοφία στη Λειψία, στη Γερμανική Λαοκρατική Γερμανία (ΓΛΔ). Αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους συγγραφείς στη ΓΛΔ. Εργάστηκε στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ, το θέατρο που ίδρυσε ο Μπέρτολτ Μπρέχτ. Υπήρξε πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος και στη ΓΛΔ και στη Γερμανία μετά την επανένωση. Στάθηκε κριτικά απέναντι στο κυβερνόν κόμμα της ΓΛΔ (SED). Είναι πάντα πολέμιος του καπιταλισμού ενώ το 2015 έγραψε το θεατρικό έργο Δήμος/οι Έλληνες/οι καθαρίστριες για την περίοδο 2012-2015 στην Ελλάδα.
Η νουβέλα Αυτό που πραγματικά θέλουμε αποτελείται από τρία διηγήματα. Η μετάφραση και ο εκτεταμένος πρόλογος είναι της Σούλας Ζαχαροπούλου.
Το πρώτο διαδραματίζεται στην Ιταλία όπου ένα ηλικιωμένο ζευγάρι (Τζόρτζιο και Λουτσία) σε ένα παρατημένο αγρόκτημα και σπίτι «υποδέχεται» άθελά του ένα αγόρι και ένα κορίτσι, κυνηγημένους πρόσφυγες από την Αλβανία. Ο Τζόρτζιο είναι συνταξιούχος καθηγητής πανεπιστημίου. Είναι γιος χτίστη αλλά καβάλησε τα ανοδικά ρεύματα της κοινωνικής κινητικότητας. Το αντικείμενό του ως καθηγητής ήταν «la rivoluzione», τώρα πια είχε χαθεί όμως γι αυτόν καθώς η επανάσταση «είχε γίνει εκεί, όπου δεν την έκαναν». Έτσι, ωφελημένος από μια επανάσταση που δεν έκανε, «απολάμβανε τον οπορτουνισμό του», comfortably numb. Ο Τζόρτζιο και η Λουτσία έρχονται σε επαφή με το εφηβικό ζευγάρι των προσφύγων και τη νεανική κτηνώδη(;) ζωτικότητά του που ξυπνάει παλιά ξεχασμένα πάθη με μια βίαιη σύγκρουση στο τέλος.
Στα διηγήματα μια παλιότερη γενιά φορέας αξιών και νοημάτων αλλά αμήχανη, έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα ορμητική αλλά κενή
Στη δεύτερη ιστορία που εκτυλίσσεται στην ανατολική Σιβηρία, ένα μεσήλικο ζευγάρι (Ζαχάρ και Βαρβάρα) που δούλευαν στην κατασκευή της τεράστιας σιδηροδρομικής γραμμής, βρέθηκε «μετά την εκροή του σοσιαλισμού στον τεράστιο υπόνομο» χωρίς σπίτι και δουλειά να ζει σε ένα εγκαταλελειμμένο βαγόνι σε μια ερημωμένη περιοχή, πάνω στις ράγες «σε μια γραμμή για το τίποτα» πια. «Τώρα τα διαμερίσματα ήταν εμπόρευμα, όπως τα σναπς και το ψωμί. Ακόμα και τα νερό κόστιζε». Το αδιέξοδο κοινωνικό περιβάλλον συμπληρώνεται από την εγκληματικότητα με την οποία ο Ζαχάρ έρχεται αντιμέτωπος μέσω του ανιψιού του. «Συνεχίζουμε απλώς να ζούμε κι αυτό είναι το μεγαλύτερο κακούργημα», έτσι, χωρίς νόημα.
Στο τρίτο διήγημα ο Μπόρχες, ηλικιωμένος αρχιτέκτονας στο Ρίο της Βραζιλίας φέρνει ένα χαμίνι, τον Χόρχε, από το δρόμο στο σπίτι του, σχεδόν με το ζόρι, να τον σώσει… Ο Χόρχε είχε κάνει βέβαια διάφορα στους δρόμους, όμως ο Μπόρχες λέει «το μεγαλύτερο έγκλημα είναι ότι δε μπορείς να διαβάσεις και να γράψεις». Ο αρχιτέκτονας ξέρει: «ΦΤΩΧΟΣ ΚΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟΣ, αυτός ήταν ο κανόνας του κόσμου». Ο Χόρχε ξαναγυρνάει(;) στο δρόμο. Πώς να αλλάξουν τα πράγματα; «Οι επόμενοι, τα παιδιά θα έδιναν την απάντηση…».
Και στα τρία διηγήματα το τέλος είναι αμφιλεγόμενο. Μια παλιότερη γενιά φορέας αξιών και νοημάτων αλλά αμήχανη, έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα, γεμάτη ζωτικότητα και ενέργεια που όμως ξοδεύεται άσκοπα (συχνά αυτοκαταστροφικά) προς το παρόν σαν την τεράστια ενέργεια των ωκεάνιων κυμάτων. Πού θα διοχετευτεί; Τι είναι «αυτό που πραγματικά θέλουμε»;
Ιάσονας Σταθαμόπουλος
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 20-21 Σεπτέμβρη 2025
















