Κώστας Μπουγιούκος, Γιώργος Παυλόπουλος
Γαλλία
Η πολιτική κρίση στη Γαλλία δεν προέκυψε ως κεραυνός εν αιθρία, μετά τη συντριπτική (364 ψήφοι υπέρ έναντι μόλις 194 κατά) αποδοχή της πρότασης μομφής σε βάρος της κυβέρνησης και τη συνακόλουθη παραίτηση του Φρ. Μπαϊρού. Απόδειξη, ανάμεσα στα άλλα, το γεγονός ότι πρόκειται για τον έκτο κατά σειρά (και τέταρτο από το 2022) πρωθυπουργό που χάνει τη θέση του στη διάρκεια των οκτώ και πλέον ετών προεδρίας του Εμ. Μακρόν. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να μην είναι ο τελευταίος, καθώς οι 20 περίπου μήνες που απομένουν τυπικά μέχρι τις επόμενες εκλογές (την άνοιξη του 2027) φαντάζουν ένα πολύ μεγάλο διάστημα για τον διάδοχό του, Σεμπαστιάν Λεκορνί, απολύτως έμπιστο του Μακρόν και μέχρι σήμερα υπουργό Άμυνας.
Ο πολιτικός χρόνος στη Γαλλία, άλλωστε, είναι εξαιρετικά πυκνός. Η αστική τάξη δείχνει πως έχει αποφασίσει να τα παίξει όλα για όλα, θεωρώντας ότι έχει μπροστά της μια μεγάλη ευκαιρία για να αναβαθμίσει τη θέση της τόσο στο καπιταλιστικό οικοδόμημα της ΕΕ (όπου εξακολουθεί να κυριαρχεί η Γερμανία) όσο και συνολικά στο στρατόπεδο της Δύσης (όπου το μεγάλο αφεντικό παραμένουν οι ΗΠΑ). Για να το καταφέρει, όμως, είναι υποχρεωμένη να επιτύχει μια ριζική αναδιάταξη των συσχετισμών στο εσωτερικό της χώρας. Κι αυτό είναι κάτι που δεν μεταφράζεται απλώς σε μια βίαιη αναδιανομή πλούτου υπέρ του κεφαλαίου και των συμμάχων του, αλλά απαιτεί μια στρατηγικών διαστάσεων νίκη επί του εργατικού κινήματος και της νεολαίας, που επί δεκαετίες δεν χάνουν ευκαιρία να «βγάλουν τη γλώσσα» στο σύστημα.
Αντικειμενικά, λοιπόν, η πολιτική του Μακρόν και των κυβερνήσεών του, που αποτυπώνεται και στον προϋπολογισμό-μνημόνιο του 2026, πυροδοτεί μια πρωτοφανή όξυνση της ταξικής σύγκρουσης στη Γαλλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη χώρα της ΕΕ. Η δε έκβασή της προφανώς και δεν αφορά μόνο την ίδια.

Οι μαζικές διαδηλώσεις της 10ης Σεπτεμβρίου, της μέρας που σε ολόκληρη τη Γαλλία και στα στόματα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων κυριάρχησε το σύνθημα «Μπλόκο σε Όλα», συνιστούν ταυτόχρονα μια συνέχεια και μια τομή με τις κοινωνικές και πολιτικές αναμετρήσεις που έχουν προηγηθεί κατά την οκταετία Μακρόν. Αποτελούν, καταρχάς, μια συνέχεια των μεγάλων κινημάτων των «Κίτρινων Γιλέκων» (2018-’19) και κατά της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού (2023), που έχουν αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στην ιστορία των σύγχρονων ταξικών αγώνων στη χώρα. Είναι και ο λόγος, άλλωστε, που αποτελούν σημεία αναφοράς τόσο για τους «πάνω» όσο και για τους «κάτω», καθώς αμφότεροι αντλούν από αυτά πολύτιμη εμπειρία.
Οι ίδιες διαδηλώσεις αντιπροσωπεύουν όμως – ή, για την ακρίβεια, έτσι δείχνουν σε αυτό το στάδιο – και μια τομή σε επίπεδο περιεχομένου και οργάνωσης. Τομή η οποία προφανώς θα γίνει πιο διακριτή και βαθιά εάν η συγκεκριμένη αναμέτρηση αποκτήσει και χρονική διάρκεια, καταφέρνοντας να στείλει στα αζήτητα της ιστορίας και τη νέα κυβέρνηση. Πολλά, αναμφίβολα, θα κριθούν από το επόμενο ραντεβού: τη γενική απεργία της 18ης Σεπτεμβρίου, στην οποία καλούν και τα τέσσερα μεγάλα συνδικάτα, που προσπαθούν να ανακτήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, μετά το παρ’ ολίγο κάζο που κινδύνευσαν να πάθουν στον πρώτο γύρο, όταν αρχικά είχαν πάρει αποστάσεις από το «αυθόρμητο» κάλεσμα.
Ο Λεκορνί είναι ο πέμπτος πρωθυπουργός της Γαλλίας από το 2022
Από αυτή την άποψη, η ερχόμενη Πέμπτη μπορεί να είναι μια μέρα-κλειδί. Όχι μόνο για την έκβαση της αναμέτρησης με τον Λακορνί και τον Μακρόν, αλλά και για τους εσωτερικούς συσχετισμούς στο κίνημα, τον προσανατολισμό που τελικώς αυτό θα πάρει και τις ρωγμές που θα προκαλέσει στο μπλοκ της εξουσίας και – γιατί όχι; – στο οικοδόμημα της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας.
Η αλήθεια είναι ότι τα πολιτικά του χαρακτηριστικά εμφανίζονται ήδη ενισχυμένα σε σύγκριση με τα προηγούμενα. Πλέον, πέρα από την απόσυρση του προϋπολογισμού-καρμανιόλα, η παραίτηση του Μακρόν αναδεικνύεται ολοένα πιο καθαρά ως βασικός πολιτικός στόχος και προβάλλεται συστηματικά και καθημερινά. Η αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό είναι επίσης παρούσα, όπως και η αντίθεση στην «πολεμική στροφή» που επιχειρεί το Παρίσι (η επιλογή του υπουργού Άμυνας ως πρωθυπουργού είναι ενδεικτική) και ολόκληρη η ΕΕ.
Η αναμέτρηση, φυσικά, δεν θα είναι εύκολη. Από την πλευρά του, άλλωστε, ο Γάλλος πρόεδρος δείχνει επίσης αποφασισμένος να πάει μέχρι τέλους, δικαιώνοντας επιτέλους εκείνους που τον ανέδειξαν στην πρώτη γραμμή και τον έφεραν στην προεδρία. Αυτός είναι και ο λόγος που επέλεξε για την πρωθυπουργία τον Λεκορνί, ένα πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του, ο οποίος είναι απολύτως πρόθυμος να βγάλει όλη τη βρόμικη δουλειά χωρίς αντιρρήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η αρχική εντολή που φέρεται να έχει λάβει είναι να εμφανιστεί διαλλακτικός και να επιδιώξει να διαπραγματευτεί, με σκοπό να περάσουν βασικά στοιχεία του νέου προϋπολογισμού χωρίς νέα ρήξη.
Στο στόχαστρό του βρίσκονται κυρίως η Ακροδεξιά των Λεπέν-Μπαρντελά (την παραδοσιακή Δεξιά των Ρεπουμπλικάνων την έχει έτσι κι αλλιώς στο τσεπάκι του) και οι Σοσιαλιστές. Στην προσπάθεια να κερδίσει την ανοχή τους θα επιχειρήσει να τους δελεάσει, ενδεχομένως και με ορισμό στην κυβέρνηση κάποιων «φίλων» τους, όπως και να εκμεταλλευτεί το αδύναμο σημείο τους: Για τους πρώτους, αυτό εντοπίζεται στην αδήριτη ανάγκη τους να εμφανιστούν ως υπεύθυνη δύναμη, ενώ για τους δεύτερους στην αγωνία τους να παραμείνουν στο παιχνίδι της εξουσίας και της διακυβέρνησης, έστω και ως συμπληρωματική δύναμη.
Σε αυτό το φόντο, η επιλογή της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI) να συνεργαστεί με τους Σοσιαλιστές στο Νέο Λαϊκό Μέτωπο φαντάζει ολοένα πιο δύσκολο να δικαιολογηθεί. Το κόμμα του Ολιβιέ Φορ, εξάλλου, ποτέ δεν έκρυψε ούτε τον συστημισμό του ούτε τους στενούς δεσμούς του με την αστική τάξη. Αξίζει να σημειωθεί πως ενώ ο Μελανσόν έχει ήδη ξεκαθαρίσει πως θα καταθέσει άμεσα νέα πρόταση μομφής σε βάρος της νέας κυβέρνησης, στην πρώτη κιόλας συνεδρίαση της βουλής μετά τις διακοπές, οι Σοσιαλιστές έχουν αφήσει να εννοηθεί πως ελπίζουν σε κάποιες κινήσεις καλής θέλησης από την πλευρά της, εγκαταλείποντας σταδιακά το αρχικό αίτημά τους προς τον Μακρόν να επιλέξει πρωθυπουργό από τις τάξεις τους.
Το μεγαλύτερο μέρος της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, τέλος, μοιάζει να έχει μια κάποια «απόσταση» από την πραγματικότητα και τις ανάγκες της κοινωνίας. Πέρα από το κινηματικό επίπεδο, δυσκολεύεται κανείς να βρει κάποια συγκροτημένη αναφορά, απάντηση, πρόγραμμα ή κάτι σχετικό για το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα. Τα κενά αποτυπώνονται και αλλού: Ελάχιστοι κάνουν λόγο για κρατικοποιήσεις (αυτό συμβαίνει μόνο όταν ξεσπά κάποια κρίση σε ένα εργοστάσιο που κλείνει), ελάχιστοι τολμούν να θίξουν το «κεφάλαιο» ΕΕ, ενώ για το ΔΝΤ δεν μιλούν ουσιαστικά, μια και τους φαίνεται ίσως αδιανόητο να ενταχθεί μια χώρα σαν την Γαλλία σε αυτό. Όσο για τον πόλεμο και την πολεμική απειλή, στις τάξεις της υπάρχουν τουλάχιστον δύο-τρεις αντιθετικές στην πράξη γραμμές.
Με βάση όλα τα παραπάνω, μάλλον συνιστά «λογικό άλμα» η σπουδή πολλών να παρομοιάσουν την κατάσταση που επικρατεί σήμερα και τις κινηματικές-πολιτικές εξελίξεις με όσα συνέβαιναν πριν τον Μάη του ’68. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, πως δεν υπάρχει η δυναμική για κάτι τέτοιο ή και για ακόμη μεγαλύτερα πράγματα. Και μάλιστα, όχι μόνο στο εσωτερικό της Γαλλίας, αλλά και στο ευρωπαϊκό και διεθνές σκηνικό, που σφραγίζεται αφενός από την ένταση της εκμετάλλευσης και, αφετέρου, από την κρίση και τους ανταγωνισμούς εντός του ολοκληρωτικού-πολεμικού καπιταλισμού.
Το σίγουρο είναι πως κάθε νέος γύρος ταξικών αγώνων οδηγεί σε βαθύτερη συνειδητοποίηση των αντιθέσεων και των απαιτήσεων της εποχής μας. Και γι’ αυτό, επιταχύνει τόσο τη διαδικασία ωρίμανσης των συνειδήσεων όσο και τις αναζητήσεις και διεργασίες στις γραμμές της πρωτοπορίας – μεταβάλλοντας, παράλληλα, τη δομή και τη σύνθεσή της. Τα χρόνια που ζούμε είναι γένους θηλυκού και η Γαλλία μπορεί (και διαθέτει το ειδικό βάρος) να αναδειχθεί στη μήτρα της νέας εποχής.
Πώς η Ακροδεξιά φτιάχνει προφίλ μιας «υπεύθυνης δύναμης»

Αργά, αλλά σταθερά και συστηματικά, η δήθεν «αντισυστημική» Ακροδεξιά προσπαθεί να εμφανιστεί ως μια αξιόπιστη δύναμη σταθερότητας και να αποκτήσει την εμπιστοσύνη της αστικής τάξης και του κεφαλαίου της Γαλλίας, Γνωρίζοντας πως εάν το καταφέρει, θα έχει διασφαλίσει και το «διαβατήριό» της για τα σαλόνια της εξουσίας και τη διακυβέρνηση. Φαίνεται δε πως ο ρόλος αυτός ταιριάζει καλύτερα στον Ζορντάν Μπαρντελά, καθώς η Μαρίν Λεπέν – παρά τις ολοένα καλύτερες εκλογικές επιδόσεις που καταγράφει – θεωρείται από πολλούς ότι κουβαλά πολλές «αμαρτίες» και, σε μεγάλο βαθμό, είναι «καμένο χαρτί». Εκτός των άλλων, υπάρχει σε βάρος της μια δικαστική απόφαση που της απαγορεύει τη συμμετοχή στην πολιτική για τα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ δεν είναι καθόλου βέβαιο πως η έφεση, που θα κριθεί στις αρχές του 2026, θα την δικαιώσει.
Οι προσπάθειες του Μπαρντελά δείχνουν, μάλιστα, να φέρνουν αποτελέσματα, όπως φαίνεται και από την πρόσκληση που έλαβε – την πρώτη προς ηγέτη του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου – προκειμένου να συμμετέχει στη θερινή συνδιάσκεψη της ένωσης εργοδοτών της Γαλλίας, MEDEF. Παρά δε το γεγονός ότι τόσο ο ίδιος όσο και τα στελέχη του Εθνικού Συναγερμού (RN) παραδέχτηκαν πως το κλίμα δεν ήταν ιδιαιτέρως θερμό, η αλήθεια είναι ότι έγινε ένα σημαντικό βήμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, άλλωστε, δεν χρειάζεται να υπάρχει… έρωτας, αλλά αρκεί και ένας γάμος από συμφέρον.
«Ορισμένοι σε αυτούς τους κύκλους, βλέποντας την κατάσταση που επικρατεί, λένε στους εαυτούς τους: Δεν μας αρέσουν (οι Ακροδεξιοί), αλλά μόνοι αυτοί έχουν την αποφασιστικότητα και τη δυνατότητα να καθαρίσουν το χάος, να αποκαταστήσουν την τάξη και την ασφάλεια. Από τη στιγμή που αυτό συμβεί, θα επιστρέψουμε στην εξουσία και όλα θα είναι πιο εύκολα», είπε σύμφωνα με τη le Monde ο γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας του RN, Ρενό Λαμπαγιέ, αποκαλύπτοντας τον τρόπο που σκέπτεται και λειτουργεί η ηγεσία του κόμματος.
Ο ίδιος καμβάς καθόρισε και τη στάση του κατά την πρόταση μομφής. Με τις βασικές εργοδοτικές οργανώσεις να έχουν εκφράσει τη στήριξή τους στον Μπαϊρού και, κυρίως, στα μέτρα που περιλαμβάνει ο προϋπολογισμός-μνημόνιο του 2026, ο Μπαρντελά προσπάθησε ουσιαστικά να τους πείσει ότι με την τακτική του, τόσο ο ίδιος όσο και ο εντολοδόχος του, Εμ. Μακρόν, κινδυνεύουν να τινάξουν στον αέρα τη Γαλλία και να προκαλέσουν μια γενικευμένη κοινωνική έκρηξη, με απρόβλεπτη κατάληξη. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν δίστασε να παρουσιάσει τον Μπαϊρού ακόμη και ως… σοσιαλιστή, εξαιτίας των νέων φόρων, ύψους 20 δισ. ευρώ, που περιλαμβάνει το σχέδιό του.\
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 13-14 Ιουνίου
















