Αφιέρωμα: Ιουλιανά 1965
Λευτέρης Φίλιππας
(Ένα καθυστερημένο γράμμα σταλμένο απ’ το πουθενά)
Μετά το Αφιέρωμα του Πριν στα Ιουλιανά του 1965, συνεχίζουμε με μια προσωπική μαρτυρία από τη δολοφονία του πρωτοπόρου αγωνιστή Σωτήρη Πέτρουλα και όσα προηγήθηκαν με τη βάρβαρη αστυνομική επίθεση κατά των διαδηλωτών. Πρόκειται για κείμενο του αγωνιστή Λευτέρη Φίλιππα, που δεν βρίσκεται σήμερα στη ζωή, γραμμένο το 2015 και περιλαμβάνεται στο βιβλίο 1960-1970 Μια κρίσιμη δεκαετία, που έχει γράψει. Ευχαριστούμε την κόρη του Ακριβή Φίλιππα για την παραχώρηση του συγκλονιστικού κειμένου.
(Ένα καθυστερημένο γράμμα σταλμένο απ’ το πουθενά)
Σύντροφε, για λίγο συναγωνιστή. Δεν σε ήξερα. Αν δε με απατά η μνήμη μου, σε είχα συναντήσει στα γραφεία του περιοδικού Αναγέννηση, Γραβιάς 10-12, που πέρναγα από σπόντα. Μα κείνη τη βραδιά σε γνώρισα για τα καλά. Ναι, το βράδυ της Τετάρτης 21ης Ιούλη 1965 που σε πήρε η… ξαστεριά. Σε πήρε η γραμμένη από τους νικητές ιστορία, ίσως για να σε… κρύψει στην αθέατη μεριά της, από φόβο μην την αλλάξεις, μήπως φανεί η άγνωστη πλευρά της. Όχι αυτή που δείχνουν, χιλιάδες τώρα χρόνια, οι ταγοί κι οι… τράγοι της. Αυτοί τη θέλουν βουτηγμένη στο αίμα να πολεμάει το δίκιο, να κυλιέται μες τη βρωμιά και τη λάσπη των ισχυρών ή… νουνών της, να προσκυνάει γονατιστή τους βιαστές της, να ναρκισσεύεται στη χλιδή των ινδαλμάτων της […] Κατάλαβε, -κατάλαβαν- ότι στόχευες να αλλάξεις την απαίσια μορφή της. Δεν ήθελε, δεν άξιζε την εμπιστοσύνη Σου. Γι’ αυτό πρόκανε και σε πήρε, εκείνο το βράδυ. Έτσι έγινες αγέρας, ποίημα, τραγούδι, σύμβολο για την κρυμμένη φάτσα της. Κανείς τότε δε γνώριζε ότι ήσουν το πρώτο θύμα μακρινού πραξικοπήματος, από τα πολλά που κάνουν οι διαχρονικοί πάτρωνές της. Πραξικόπημα που είχε ξεκινήσει λίγες μέρες πριν και θα τέλειωνε εννιά χρόνια μετά, με την Προδοσία της Κύπρου, όταν κάποιος π.χ. Πιουριφόι ή Κρίστοφερ, θα αναγγείλει πομπωδώς: «Στην Ελλάδα έχουμε σήμερα… αλλαγή».
Παρασύρθηκα, ξεστράτισα εντελώς. Συγνώμη για λίγο συναγωνιστή. Συγνώμη Σωτήρη!

Ξεκίνησα να πω για τη φοβερή βραδιά που χάθηκες στην άγρια μπόρα, σε μια πνιγερή καταχνιά, μια αλλόκοτη μάχη, μια επέλαση βαρβάρων, μ’ εντολή ενός μοιραίου-άβολου ανθρωπάκου, που εκτελούσε εντολές άλλων για να φύγει με το στίγμα του Δολοφόνου. Εκείνο το βράδυ στη πορεία που ξεκίνησε από τη συγκέντρωση φοιτητικών συλλόγων στο καθιερωμένο τότε μέρος της οδού Ιπποκράτους, έλαχε να είμαι δίπλα Σου.
Συμμέτοχος, συνοδοιπόρος σε όλες -σχεδόν- τις παρόμοιες εκδηλώσεις της δεκαετίας 1957-1967, οπωσδήποτε όλες μετά τις 15 του Ιούλη, παραμένοντας αφανής μπορούσα να επιλέγω τους πρωτοπόρους από το πάθος τους και να βρίσκομαι κοντά τους. Έτσι φθάσαμε με τα γνωστά συνθήματα, στο σταυροδρόμι που είχαν επιλέξει κείνη τη βραδιά για τη σαλαμοποίηση των πορειών, όπως ξεκίνησαν με το κυβερνών Κόμμα.
Εκεί είχαν παραταχθεί πάνοπλοι επίλεκτοι αστυνομικοί με αύρες-μάσκες, ασφυξιογόνα και ρόπαλα. Σταματήσαμε, έγιναν κάποιες συνεννοήσεις με σκοπό λόγω του πλήθους των διαδηλωτών να γίνει η αντιστροφή από την επόμενη, πιο ευρύχωρη στροφή. Προς στιγμή φάνηκε να το συζητούν και περιμέναμε. Και τότε έγινε κάτι εντελώς αδιανόητο.
Με μια πρωτοφανή μανία ορμούνε σαν λύκοι μασκοφόροι και ροπαλοφόροι χτυπώντας ανελέητα
Με μια πρωτοφανή μανία – λύσσα θα την έλεγα- ορμούνε σαν λύκοι μασκοφόροι και ροπαλοφόροι χτυπώντας ανελέητα, αδιάκριτα, ενώ από τις… αύρες εκτοξεύονται κατά εκατοντάδες καπνογόνα -ασφυξιογόνα δημιουργώντας ένα πραγματικό πανδαιμόνιο. Οι διαδηλωτές υποχωρούν χτυπημένοι, τσαλαπατημένοι, αρκετοί τραυματισμένοι. Μερικοί λιποθυμούν, πέφτουν ζαλισμένοι σαν άρρωστα κοτόπουλα. Όταν συνέρχονται προσπαθούν να φύγουν -μπουσουλώντας ή συρόμενοι- από εκείνη την αποπνιχτική θολούρα, την πίσσα, τη μαυρίλα, ξεσχισμένοι, ξυπόλητοι, ματωμένοι. Δεν γνωρίζω πως εννοούν ή φαντάζονται την κόλαση όσοι την αναφέρουν και τη γράφουν, για προφανείς σκοπούς. Ούτε έχω διαβάσει το βιβλίο του Δάντη. Έτσι αφήνομαι στη φαντασίωση. Σε αυτήν την… κόλαση, συναγωνιστή, ήμουν με αυτούς που έπεσαν στριμωγμένοι πάνω στην εσοχή του «Εσπερία». Τέτοιες στιγμές, σταματάει ο χρόνος. Σε κάποια αναλαμπή συρόμενος πάνω στα σπασμένα τζάμια της γωνιακής βιτρίνας, …πνιγμένος στον καπνό και τα… δάκρυα, χάνω τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα λίγο, βρίσκομαι κάπου στο πεζοδρόμιο της Σταδίου. Η περιοχή έχει αδειάσει από διαδηλωτές, αλλά η ατμόσφαιρα είναι πλιότερο πνιγερή. Οι αύρες με τις σειρήνες στη διαπασών, τριγυρνούν ρίχνοντας νέο υλικό. Δίπλα μου μέσα στη μαυρίλα βρίσκω ξαπλωμένους σε αφασία ένα αγόρι και μια κοπέλα. Σε νέα αναλαμπή βλέπω την κοπέλα που προσπαθεί να σηκωθεί. Προσπαθώ να την εμψυχώσω φωνάζοντας: Πέρνα απέναντι να φθάσεις στη κατηφόρα της πλατείας. Σε λίγο την έχασα. Σκουντάω τον διπλανό. Φίλε, Σύντροφε, σήκω φωνάζω. Ανοίγει χαμογελαστά τα μάτια, προσπαθεί να κινηθεί, να μιλήσει. Κουράγιο του ξαναλέω. Εκείνη η στιγμή με αυτά που ακολουθούν θα μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου για πάντα…
Ας το ακούσουν -αν θέλουν- οι δικαστές κι όσοι τυχόν μελετητές απασχολούνται με την άγραφη πλευρά της: Μια αύρα ανεβαίνει… ουρλιάζοντας τη Σταδίου. Πλησιάζει στο σημείο που βρισκόμαστε. Προς στιγμήν χάρηκα. Είπα θα μας συλλάβουν, κρατήσουν, …ταλαιπωρήσουν, θα μας παραπέμψουν, μα θα σωθούμε. Δεν κάναμε κανένα έγκλημα. Ο οδηγός ελαττώνει λίγο ταχύτητα κι ο συνοδηγός ρίχνει επάνω μας νέο καπνογόνο.
Με μια τούμπα πέφτω στο κατάστρωμα της Σταδίου. Μπουσουλώντας κάθετα το δρόμο έφθασα συρόμενος, τρικλίζοντας, ως τους… Αγίους Θεοδώρους. Ανεξάρτητα του τι ακολούθησε μετά τη σύλληψη Σου κανένας δε μπορεί να βεβαιώσει αν αυτό το νέο καπνογόνο έπαιξε επιβαρυντικό ρόλο.
Σε λίγο βρισκόμουν με ομάδα συναγωνιστών που με αναμμένες φωτιές προσπαθούνε να… ξορκίσουν τα καπνογόνα. Τέτοιες ώρες τι να πεις; Σαν συνήλθαμε λίγο γυρίσαμε στη γωνία Σταδίου για να διαπιστώσουμε ότι σε είχαν συλλάβει. Ήταν η ώρα 10:30 περίπου. Από εκεί ότι γράψανε τα κιτάπια της ασφάλειας… και οι Θεοδωράκης-Μπριλάκης, που συνέχισαν.
Οι μικρές πληγές κλείνουν μένει το δυνατό Σοκ. Εσύ όμως ΣΩΤΗΡΗ δεν γύρισες πίσω.
Σωτήρη λυπάμαι γιατί μετά από 50 τώρα χρόνια στο ταξίδι της αιωνιότητας δεν μπορώ να αναγγείλω ότι ο Αγώνας Σου, δικαιώθηκε. Ισχύει ότι έλεγε ο Μεγάλος Βλαδίμηρος: «Ένα βήμα μπρος, δύο πίσω». Πενήντα χρόνια Αντίο, Σύντροφε 21η Ιούλη του 2015. Ο άγνωστος κι ανώνυμος για λίγο Συναγωνιστής Σου.
Σε άνιση μάχη έπεσες,
σε ένα τίμιο Αγώνα,
μακρινό αλλά Ηρωικό,
τότε κράταγε ακόμα.
Ενάντια στο άδικο,
στη μοίρα και στο νόμο,
για την κορφή της Αρετής,
με όρθιο το γόνα.
Εφιάλτες & κακοτοπιές
κλείσανε το δρόμο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 26-27 Ιουλίου 2025
















