Παναττική στάση εργασίας και συγκέντρωση στο υπουργείο Εσωτερικών πραγματοποίησαν οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο, καταγγέλλοντας το κυβερνητικό νομοσχέδιο «αναμόρφωσης» του πειθαρχικού δικαίου και απαιτώντας να μην κατατεθεί.
Στη συγκέντρωση συμμετείχαν συνδικαλιστικοί φορείς από μια σειρά χώρους του Δημοσίου, όπως τα νοσοκομεία, τους Δήμους, τα σχολεία, εκπρόσωποι των οποίων μιλώντας στην κινητοποίηση, κατήγγειλαν το ασφυκτικό πλαίσιο που διαμορφώνουν για τη συνδικαλιστική δράση οι διατάξεις του νομοσχεδίου, αντιμετωπίζοντας ως πειθαρχικά παραπτώματα ενέργειες και δράσεις που συνδέονται με τη διεκδίκηση στοιχειωδών δικαιωμάτων.
Στη συγκέντρωση μίλησαν ανάμεσα σε άλλους ο Μάνθος Κυριακόπουλος, μέλος εκτελεστικής επιτροπής ΑΔΕΔΥ, εκλεγμένος με τις Παρεμβάσεις, και ο Κώστας Τουλγαρίδης και ο διωκόμενος εκπαιδευτικός Κώστας Τουλγαρίδης, γενικός γραμματέας του ΣΕΠΕ Κ. Σωτηρίου.
Σε σχετική ανακοίνωσή του ο ΣΕΠΕ Κ. Σωτηρίου τονίζει μεταξύ άλλων:
«Τα σωματεία, οι εργαζόμενοι δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είμαστε σε θέση μάχης απέναντι στην επίθεση της κυβέρνησης που είναι σε εξέλιξη. Το νέο «αντιμεταναστευτικό», «αντιπροσφυγικό» και τα δύο νομοσχέδια- εκτρώματα που φέρνει η ΝΔ, μέσα στο κατακαλόκαιρο, εκφράζουν το μύχιο πόθο εργοδοτών και κράτους ,απ’ τη μία να ξεζουμίζουν τους εργαζόμενους με 13 ώρες και βάλε δουλειάς, για να αυξάνονται τα κέρδη τους, και απ’ την άλλη να γίνει νόμος το φίμωμα της αντίστασης, της συνδικαλιστικής δράσης.
Είναι ξεκάθαρο ότι το κράτος με το νέο πειθαρχικό δε στοχεύει όσους εμπλέκονται σε σοβαρά παραπτώματα για τα οποία το υπάρχον νομικό πλαίσιο μπορεί να τιμωρήσει αυστηρά, ακόμη και με απόλυση. Στόχος είναι ένας θωρακισμένος πειθαρχικός μηχανισμός που θα λειτουργεί ως φόβητρο για όσους τολμούν να σηκώνουν κεφάλι, να διεκδικούν, να αντιστέκονται, να μη σιωπούν.
Άλλωστε, έχουμε ήδη παραδείγματα εκπαιδευτικών που διώκονται με βάση τον ισχύοντα και ήδη αντιδραστικό πειθαρχικό κώδικα των Δημοσίων Υπαλλήλων που διατήρησαν και εφάρμοσαν όλες οι κυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, με κατηγορίες την «κακόβουλη άσκηση κριτικής προς την προϊσταμένη αρχή», επειδή καταγγέλθηκε η απουσία σχολικού νοσηλευτή ή την «αναξιοπρεπή συμπεριφορά» λόγω συμμετοχής σε κινητοποίηση ή «παραβίαση της υποχρέωσης της εχεμύθειας»…»
Καλεί δε σε αγώνα ώστε να μην κατατεθεί το νέο πειθαρχικό και να περιοριστεί ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας στην αντιμετώπιση περιπτώσεων του κοινού ποινικού δικαίου και να παρθούν πίσω τώρα όλες οι διώξεις.
Ειδικότερα, το νομοσχέδιο:
- Μετατρέπει τα Πειθαρχικά Συμβούλια σε πλήρως ελεγχόμενα ποινικά δικαστήρια για τους Δ.Υ., παρόλο που πρόκειται για διοικητικό δίκαιο, εξοβελίζει τη στοιχειώδη εκπροσώπηση των εργαζομένων (αιρετοί) με αποκλειστική σύνθεσή τους με μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δηλαδή διορισμένους συμβούλους του Δημοσίου που υπερασπίζονται τον εργοδότη. Εξαλείφονται και τα τελευταία ψήγματα εκπροσώπησης των εργαζομένων, που ούτως ή άλλως ήταν μειοψηφία και δεν καθόριζαν την λειτουργία και τις αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβούλιου
- Επιβάλλει fast track διαδικασίες εκδίκασης υποθέσεων με ασφυκτικές προθεσμίες, καταργώντας ενδιάμεσα βήματα, γιατί επείγεται στο πέρασμα των αντιλαϊκών πολιτικών (αξιολόγηση στους εκπαιδευτικούς, πλήρης ιδιωτικοποίηση του ΕΣΥ ως επόμενο των μεγάλων ελλείψεων σε προσωπικό και κ.ά.). Καταργείται η δυνατότητα άσκησης ένστασης κατά των αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων. Οι συνάδελφοι θα αναγκάζονται να στρέφονται στη δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικασία της δικαστικής προσφυγής. Προβλέπονται και περιπτώσεις που ο υπάλληλος δεν έχει ούτε δικαίωμα δικαστικής προσφυγής (στέρηση μισθού έως 1 μήνα), δηλαδή καταργείται κάθε δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Θεσμοθετείται η επίδοση με e-mail, όπου θα θεωρείται ότι ο διωκόμενος υπάλληλος το έλαβε 3 εργάσιμες ημέρες από την αποστολή του, ενώ αυτός μπορεί να βρίσκεται σε νόμιμη άδεια, να βρίσκεται στο νοσοκομείο κλπ, παραβιάζοντας κάθε έννοια εργασιακού δικαιώματος και εργάσιμου χρόνου.
- Θεσμοθετεί για πρώτη φορά την πειθαρχική συνδιαλλαγή, όπου ο διωκόμενος υπάλληλος μπορεί να αναλάβει ευθύνη, να ομολογήσει την «ενοχή» του και να υποστεί ηπιότερη ποινή. Ασκείται δηλαδή ένας ανέντιμος εκβιασμός με υπογραφή δήλωσης μετανοίας ως συμβιβασμός, που προσβάλλει την αξιοπρέπεια των δημοσίων υπαλλήλων, όπου έτσι κι αλλιώς δεν θα έχουν καμία εμπιστοσύνη στην έκβαση της πειθαρχικής διαδικασίας.
- Ταυτίζει αδικήματα ποινικού χαρακτήρα όπως υπεξαίρεση, διαφθορά, πλαστογραφία, πράξεις κατά της γενετήσιας ελευθερίας με προσαπτόμενες κατηγορίες κυρίως για συνδικαλιστική δράση και απεργία, όπως απείθεια, αναξιοπρεπής συμπεριφορά, άρνηση αξιολόγησης. Ποινικοποιείται έτσι η συνδικαλιστική πολιτική δράση των εργαζόμενων, αφού γίνονται πειθαρχικά παραπτώματα εκφάνσεις της, που μπαίνουν στο ίδιο καζάνι των πειθαρχικών παραπτωμάτων και ποινών με αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου.
- Αυστηροποιούνται και διευρύνονται οι πειθαρχικές ποινές για το σύνολο των αδικημάτων, φτιάχνοντας ένα απαράδεκτο και αντεργατικό στο σύνολό του νόμο, για να ενισχύσει το κλίμα φόβου, αυταρχισμού και τρομοκρατίας και να επιβάλει με σιγή νεκροταφείου την αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική. Διπλασιάζει την αρχική ποινή για μη συμμετοχή στην αξιολόγηση σε τουλάχιστον δύο μήνες στέρηση μισθού και οριστική παύση στην δεύτερη «άρνηση».
- Γίνεται ιδιώνυμο αδίκημα η «άρνηση υπαλλήλου να λάβει μέρος, να διευκολύνει ή να προβεί στη διαδικασία αξιολόγησης», που αντικαθιστά το πειθαρχικό αδίκημα της «αδικαιολόγητα μη έγκαιρης σύνταξης έκθεσης αξιολόγησης» ή της «παράλειψης αξιολόγησης». Η κυβέρνηση ομολογεί την αποτυχία της να επιβάλει την αξιολόγηση, συνέπεια του μακρόχρονου αγώνα των εργαζομένων. Η αποχή από την αξιολόγηση σε εφαρμογή των αποφάσεων των συνδικαλιστικών οργάνων δεν είναι πειθαρχικό παράπτωμα, αφού είναι υλοποίηση του συνδικαλιστικού και συνταγματικού δικαιώματος στην απεργία.
















