Γιάννης Σιμόπουλος
Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν αποκτήσει ολοένα αυξανόμενο ρόλο στη λειτουργία του σύγχρονου αστικού κράτους οι λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές, ως, σύμφωνα πάντα με το κυρίαρχο αφήγημα, «αντίβαρο» στην εκτελεστική εξουσία, αλλά κυρίως για ανάληψη διοικητικών αρμοδιοτήτων στις οποίες αναγνωρίζεται «αντικειμενικός» και κατ’ ανάγκη «μη πολιτικός» χαρακτήρας.
Οι Ανεξάρτητες Αρχές λειτουργούν στην πλειοψηφία των σημερινών αστικών κοινοβουλευτικών δημοκρατιών, ειδικά σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην Ελλάδα, πρωτοεμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, με την ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, και έπειτα ακολούθησε η ίδρυση μιας σειράς ανεξάρτητων αρχών. Από το 2001 τόσο η ίδια η ύπαρξη τους αλλά και ο τρόπος λειτουργίας τους προβλέπονται από το άρθρο 101Α του συντάγματος (συγκεκριμένα κατοχυρωμένες συνταγματικά είναι πέντε εξ ’αυτών), και επόμενους νόμους που διασαφηνίζουν σε ένα βαθμό τα χαρακτηριστικά τους. Υπάρχει μια πληθώρα Ανεξάρτητων Αρχών (Α.Α.), που μπορεί να αφορούν τη ρύθμιση αγορών (π.χ. ΡΑΑΕΥ), τη δημόσια διοίκηση, την προστασία προσωπικών δεδομένων, και άλλες που έχουν πιο ιδιαίτερους ρόλους, όπως είναι η Α.Α.Δ.Ε.
Οι ανεξάρτητες αρχές λειτουργούν σε ένα ιδιαίτερο νομικό πλαίσιο, θολώνοντας με ένα τρόπο τα όρια των παραδοσιακών μορφών άσκησης εξουσίας, και μπορεί η καθεμία να αναλαμβάνει και να επικαλύπτει έργο που κανονικά υπάγεται σε μια από τις τρεις κλασσικές εξουσίες. Οι πρόεδροι και τα μέλη τους, στις περισσότερες περιπτώσεις, ορίζονται από την διάσκεψη των προέδρων της βουλής, στην οποία υπάρχει κυβερνητική πλειοψηφία, και σε άλλες γίνονται προτάσεις από τους αρμόδιους υπουργούς. Λειτουργούν με προσωπική και διοικητική ανεξαρτησία, που σημαίνει ότι δεν υπάγονται σε κάποιου είδους ιεραρχικού ή διοικητικού ελέγχου (με την εξαίρεση της επιτροπής ανταγωνισμού), αλλά μόνο κοινοβουλευτικού ελέγχου, ο οποίος όμως είναι στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων τόσο περιορισμένος, αλλά και στην ουσία ανίσχυρος, καθώς συνήθως έρχεται στην μορφή ερωτήσεων/επίκαιρων ερωτήσεων, και υποχρεώσεων ετήσιας παρουσίασης του έργου της οποιαδήποτε αρχής προς το κοινοβούλιο. Άρα, η κυβέρνηση μπορεί να αποφασίσει για την ίδρυση μιας ανεξάρτητης αρχής, τι αρμοδιότητες και τι ρόλο θα έχει, και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τι σύσταση θα έχει από πλευράς μελών. Έπειτα, όμως, η ανεξάρτητη αρχή, για όποια απόφαση παίρνει, δεν λογοδοτεί στο αρμόδιο υπουργείο, άρα ούτε στην κυβέρνηση.
Επί του πρακτέου, με τον αυξανόμενο ρόλο και παρουσία που έχουν οι ανεξάρτητες αρχές στο σύγχρονο αστικό κράτος, παρατηρούμε τη σταδιακή μεταφορά μιας σειράς αρμοδιοτήτων που τυπικά υπάγονται στην ίδια την εκτελεστική εξουσία, η οποία λογοδοτεί σε ένα βαθμό στους πολίτες και μπορεί να φέρει ευθύνες για το έργο της, σε αρχές που έχουν διοικητικό χαρακτήρα και δεν υπάγονται σε κάποιον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό ή δημόσιο έλεγχο. Έτσι, η εκτελεστική εξουσία δεν είναι ακριβώς «υπεύθυνη» για το έργο της ανεξάρτητης αρχής, και άρα, αποποιείται τις ευθύνες και για τις επιπτώσεις, παρά μόνο μπορεί να κατηγορηθεί ότι πήρε την ευθύνη της σύστασης της ίδιας της αρχής. Μπορεί όμως, να αξιοποιήσει τα πορίσματα και τις αναφορές της, καθώς παρουσιάζονται ως «αντικειμενικά» και χωρίς «πολιτική σκοπιμότητα» για να βρει «άλλοθι» για διάφορες πολιτικές αποφάσεις που έχει πάρει, και ανά καιρούς ιδιαίτερα κρίσιμες. Τρανταχτό παράδειγμα στην Ελλάδα αποτελεί η ΕΛΣΤΑΤ, η οποία λειτουργούσε σαν Γενική Γραμματεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, αλλά άλλαξε οργανωτικό μοντέλο το 2010 εν μέσω της συζήτησης για τα στατιστικά της ελληνικής οικονομίας και μετατράπηκε σε ανεξάρτητη αρχή. Σε δεύτερο χρόνο αναθεωρήθηκε το έλλειμμα της χώρας σε βαθμό που την έβαλε σε επιτροπεία, με τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες για τον λαό. Ουδέποτε επίσης, έβγαλε η ΡΑΣ πόρισμα ή ανακοίνωση που μιλούσε για τα τεράστια ζητήματα ασφάλειας στα τρένα, και χέρι-χέρι με την Hellenic Train αγνοούσε τις προειδοποιήσεις των εργαζομένων.
Οι Αρχές αυτές είναι δομικά εξαρτημένες από την εκάστοτε κυβέρνηση και τις αποφάσεις της, και κυρίως από την αστική πολιτική στην εκάστοτε συγκυρία
Σε τελική ανάλυση οι Α.Α. μόνο ανεξάρτητες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Είναι δομικά εξαρτημένες, τόσο από την εκάστοτε κυβέρνηση και τις αποφάσεις της, και κυρίως από την αστική πολιτική στην εκάστοτε συγκυρία. Ο αυξανόμενος ρόλος που έχουν αναλάβει στο σημερινό κράτος σηματοδοτεί μια σταδιακή μετάβαση προς μια πιο τεχνοκρατική μορφή διακυβέρνησης, θεσμοθετώντας την απόκρυψη του ταξικού χαρακτήρα τόσο του δικού τους έργου, αλλά και του νομοθετικού έργου και της πολιτικής των κυβερνήσεων και του κεφαλαίου.
Η ελεύθερη αγορά δαγκώνει, η κυβέρνηση κάνει μια «Αρχή εποπτείας» της
Παρά την Επιτροπή Ανταγωνισμού και τον Συνήγορο του Καταναλωτή, τιμές και κέρδη είναι στα ύψη
Η κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια έχει ιδρύσει μια σειρά από ανεξάρτητες αρχές, ενώ έχει μετατρέψει διάφορα σώματα σε ανεξάρτητες αρχές, όπως για παράδειγμα με τον νόμο Χατζηδάκη που μετέτρεψε την Επιθεώρηση Εργασίας σε ανεξάρτητη αρχή. Η τελευταία τέτοια Αρχή δημιουργήθηκε στις αρχές του Ιούνη, και πρόκειται για την «Αρχή Eποπτείας της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή», που ο πρωθυπουργός δηλώνει πως θα αποτελέσει «ένα ακόμα όπλο στη φαρέτρα μας για την αντιμετώπιση της ακρίβειας». Η «φαρέτρα», όμως, είναι ήδη μεγάλη, καθώς πέρα από το αρμόδιο υπουργείο και διάφορες άλλες υπηρεσίες, υπάρχουν ήδη δύο ανεξάρτητες αρχές που σε ένα βαθμό, απασχολούνται με το ζήτημα: Επιτροπή Ανταγωνισμού, Συνήγορος του Καταναλωτή. Και οι δύο λειτουργούν χρόνια τώρα, και έχουν αποδειχθεί εντελώς ανίκανες στο να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά το ζήτημα της ακρίβειας, το οποίο επαληθεύεται με μια επίσκεψη στο σουπερμάρκετ με τον μισθό του μέσου εργαζόμενου στην Ελλάδα. Η νέα αρχή, σύμφωνα με τον υπουργό ανάπτυξης, θα ενσωματώσει τις λειτουργίες του Συνηγόρου του Καταναλωτή, του ΔΙΜΕΑ, κάποιον τμημάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, και θα λειτουργεί «στο μοντέλο της Α.Α.Δ.Ε.».
Η συγκεκριμένη Α.Α. θα έχει εισηγητικές, ενισχυτικές, συμφιλιωτικές, κυρωτικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες. Στην καλύτερη των περιπτώσεων δηλαδή, θα μπορεί να επιβάλλει (τις ελάχιστες φορές που θα το κάνει, όπως δείχνει και η πείρα της επιτροπής ανταγωνισμού) κάποια μικρά πρόστιμα που χάνονται μέσα στα τεράστια κέρδη των μεγάλων ομίλων, να κάνει κάποιες «προτάσεις» για την προστασία του καταναλωτή στο υπουργείο, και να αναλαμβάνει ανά καιρούς παράπονα καταναλωτών προς εταιρείες, που τις περισσότερες φορές δεν καταλήγουν πουθενά όπως φαίνεται και από τη μέχρι σήμερα λειτουργία του Συνηγόρου του Καταναλωτή. Είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη ότι η απόφαση για τη σύσταση της παίρνεται λίγο πριν την άρση του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων για τα τρόφιμα και τα βασικά είδη διαβίωσης, στις 30 Ιούνη! Άρα πρακτικά, το ζήτημα της ακρίβειας, αντί να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά, με ριζικές αυξήσεις στους μισθούς και πλαφόν στις τιμές, θα μετατεθεί σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό προς διάφορους τεχνοκράτες, σε μια απόπειρα ξεπλύματος της κυβερνητικής πολιτικής.
Δημοσιεύτηκε στο Πριν στο φύλλο 5-6 Ιούλη 2025
















