Γιώργος Παυλόπουλος
ΗΠΑ και Ισραήλ επέλεξαν να πατήσουν τη σκανδάλη, με σκοπό τη δημιουργία μιας «Νέας Μέσης Ανατολής», στην οποία δεν έχουν θέση όσοι δεν υποταχθούν. Τους δίνουν, όμως, την επιλογή να παίξουν
ρόλο κομπάρσου, διασφαλίζοντας την επιβίωση του καθεστώτος τους. Οι λαοί είναι οι μοναδικοί που μπορούν να τους χαλάσουν τη ματωμένη «σούπα».
Μπρα ντε φερ για τα πυρηνικά του Ιράν
«Το καθεστώς των ΗΠΑ εισήλθε απευθείας στον πόλεμο επειδή εκτίμησε πως εάν δεν το έκανε, το σιωνιστικό καθεστώς θα καταστρεφόταν πλήρως. Εισήλθε στον πόλεμο σε μια προσπάθεια να σώσει αυτό το καθεστώς, αλλά δεν πέτυχε τίποτα». Το απόσπασμα από την – πρώτη μετά τις επιθέσεις του Ισραήλ στις 13 Ιουνίου – δήλωση που έκανε την Πέμπτη ο ανώτατος θρησκευτικός (και πολιτικός πρακτικά) ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, περιλαμβάνει αλήθειες και ψέματα. Όπως πρακτικά συμβαίνει με όλες τις επίσημες δηλώσεις, ανακοινώσεις, πληροφορίες και διαρροές στη διάρκεια ενός πολέμου, κάτι που προφανώς ισχύει, ακόμη περισσότερο, για τις ΗΠΑ και για το Ισραήλ.
Είναι αλήθεια, αναμφίβολα, ότι ένας από τους βασικούς λόγους που ανάγκασαν τον Τραμπ να διατάξει τον βομβαρδισμό του Ιράν ήταν ότι ο σύμμαχός του τα είχε βρει σκούρα και είχε διαπιστώσει πως δεν θα μπορούσε να επικρατήσει μόνος. Ειδικά στην περίπτωση που οι εκατέρωθεν επιθέσεις παρατείνονταν για μεγάλο διάστημα και η Τεχεράνη αποφάσιζε να εκτοξεύσει ταυτόχρονα μερικές εκατοντάδες πυραύλους και χιλιάδες drones, όπως έχει τη δυνατότητα να κάνει.
Συνιστά ψέμα, ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι τα αμερικανικά πλήγματα δεν είχαν επιπτώσεις στις πυρηνικές υποδομές της χώρας του – άλλωστε, το παραδέχθηκε δημοσίως και ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών ο οποίος, μιλώντας στο al-Jazeera, είπε ότι «είναι σίγουρο πως οι πυρηνικές μας εγκαταστάσεις έχουν υποστεί σοβαρές καταστροφές». Αλλά και ο ίδιος ο υπουργός, Αμπάς Αραγκτσί, τόνισε σε αραβικό δίκτυο ότι «προκλήθηκαν σοβαρές επιπτώσεις στην πορεία του πυρηνικού μας προγράμματος», προσθέτοντας ότι είναι αναγκαία η επανεξέταση της ασφάλειας των εγκαταστάσεων.
O κύκλος του πολέμου δεν έχει κλείσει
Δύσκολα θα καταλήξει κανείς σε αξιόπιστο συμπέρασμα από όσα λέγονται και γράφονται στις ΗΠΑ για το Ιράν. Ο Ντόναλντ Τραμπ, για του λόγου το αληθές, από την πρώτη στιγμή ισχυρίστηκε πως οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του εξολοθρεύτηκαν πλήρως, κάτι που υποστήριξαν επίσης τόσο ο υπουργός Άμυνας Χέγκσεθ όσο και ο Νετανιάχου, ο οποίος μάλιστα ευχαρίστησε τον «προστάτη» του για τους βομβαρδισμούς. Ο Τζέι Ντι Βανς, από την άλλη, άφησε σαφώς να εννοηθεί πως υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο μεγάλο μέρος του ουρανίου που έχει ήδη εμπλουτιστεί σε υψηλό βαθμό να έχει μεταφερθεί σε ασφαλές μέρος, αποφεύγοντας παράλληλα τις εκτιμήσεις για την κατάσταση των υπόγειων μονάδων – «στόχος μας ήταν να θάψουμε το ουράνιο και δεν πιστεύω πως το ουράνιο θάφτηκε», είπε χαρακτηριστικά.
Προς επίρρωσή του ήρθε, λίγο αργότερα, η διαρροή της «προκαταρκτικής» έκθεσης των υπηρεσιών πληροφοριών του Πενταγώνου (DIA) που φέρεται να εκτιμά ότι τα πλήγματα των ΗΠΑ απλώς «καθυστέρησαν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ίσως για μερικούς μήνες», ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό των φυγοκεντριστών (εκεί γίνεται η διαδικασία εμπλουτισμού) παραμένει άθικτο. Μόλις μία μέρα μετά, όμως, ο διορισμένος από τον Τραμπ διευθυντής της CIA επικαλέστηκε στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πολλές από τις εγκαταστάσεις καταστράφηκαν, ενώ η επικεφαλής όλων των μυστικών υπηρεσιών επέμεινε πως «οι νέες πληροφορίες επιβεβαιώνουν αυτό που ο πρόεδρος έχει πει επανειλημμένως: οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν καταστράφηκαν πλήρως».
Όσον αφορά την επόμενη μέρα, η κατάσταση είναι επίσης συγκεχυμένη. Ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ, άλλωστε, αρχικά έδειχνε σίγουρος ότι ο πόλεμος Ισραήλ-Ιράν τελείωσε οριστικά, αποδίδοντας μάλιστα στον εαυτό του τα εύσημα, στη συνέχεια όμως δήλωσε πως «μπορεί να επαναληφθεί ανά πάσα στιγμή». Ταυτόχρονα, έχει προαναγγείλει νέες απευθείας συνομιλίες με την Τεχεράνη για την ερχόμενη εβδομάδα, οι οποίες ούτε έχουν επιβεβαιωθεί ούτε, πολύ περισσότερο, είναι δεδομένο ότι (εφόσον πραγματοποιηθούν) θα οδηγήσουν σε κάποιο βιώσιμο αποτέλεσμα ή μια νέα συμφωνία. Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι οι απαιτήσεις που πρόβαλαν οι Αμερικανοί μέχρι σήμερα ήταν αδύνατο να γίνουν δεκτές, καθώς ήθελαν ουσιαστικά να υποχρεώσουν τους Ιρανούς να εγκαταλείψουν και τα σχέδια για παραγωγή ατομικής ενέργειας.
Σε αυτό το φόντο, της προπαγάνδας και της παραπληροφόρησης, έχει ιδιαίτερη σημασία αφενός να μην χάνεται η «μεγάλη εικόνα» και, αφετέρου, να αξιοποιείται η κοινή λογική. Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά τους πραγματικούς υποκινητές του πολέμου και τις επιδιώξεις τους, τα βαθύτερα αίτια, τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται κάθε στιγμή – και έτσι, να προδιαγράψουμε τα επόμενα βήματά τους. Ιδού, λοιπόν, τα τρία βασικά δεδομένα που συνθέτουν το σημερινό σκηνικό.
Πρώτον, επιτιθέμενοι και τρομοκράτες είναι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, με τους «δορυφόρους» τους στην περιοχή (όπως η Ιορδανία και άλλα αραβικά καθεστώτα) να τους στηρίζουν ενεργά και την ΕΕ να τους συνδράμει πολιτικά-διπλωματικά και, όποτε χρειάζεται, στρατιωτικά. Αυτοί είναι που βομβαρδίζουν κατά βούληση και παραβιάζουν σύνορα θεωρητικά ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών της περιοχής, όπως το Ιράν, το Ιράκ, η Συρία, η Υεμένη, ο Λίβανος. Η Τεχεράνη, αντιθέτως, αν και επιδιώκει σαφώς να ασκεί επιρροή μέσω φιλικών προς αυτή οργανώσεων (Χεζμπολά, Χαμάς, Χούθι κ.λπ), ποτέ δεν έχει προχωρήσει σε κάποια ενέργεια που μπορεί να συγκριθεί με εκείνες Αμερικανών και Ισραηλινών, οι οποίοι έχουν επιλέξει τον πόλεμο.
Δεύτερον, ο πόλεμος αυτός εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο, το οποίο όχι απλώς δεν κρύβουν, αλλά έχουν ήδη περιγράψει και έχουν θέσει σε εφαρμογή οι Νετανιάχου και Τραμπ. Σκοπός τους είναι να δημιουργήσουν μια «Νέα Μέση Ανατολή», μέσω της βίαιης αλλαγής συνόρων και της μετακίνησης ή εξολόθρευσης πληθυσμών. Σε αυτή, θέση θα έχουν μόνο όσοι θεωρούνται φιλικά προσκείμενοι στην Ουάσιγκτον και το πρωτοπαλίκαρό της, το Ισραήλ, διασφαλίζοντας ότι ολόκληρη η περιοχή θα μετατραπεί σε Ελντοράντο κερδοφορίας, μέσω της εκμετάλλευσης των φυσικών της πόρων, της δημιουργίας τουριστικών θερέτρων, της κατασκευής κόμβων επικοινωνιών και τεχνολογίας και της διασφάλισης φτηνού και αναλώσιμου εργατικού δυναμικού.
Ο Τραμπ κάνει λόγο για πλήρη καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ο Βανς κρατά αποστάσεις. Η διαφωνία τους δεν περιορίζεται εκεί
Τρίτον, όσοι δεν «κολλούν» πρέπει να εκλείψουν από την εξίσωση: Είτε να εξαφανιστούν, όπως οι Παλαιστίνιοι, σε βάρος των εκτυλίσσεται εδώ και 20 σχεδόν μήνες μια γενοκτονία. Είτε να διαλυθούν, όπως ήδη συνέβη με τη Συρία και το καθεστώς Άσαντ. Είτε να συνθηκολογήσουν άνευ όρων, όπως απαιτεί ανοιχτά ο Τραμπ από το Ιράν – με ή χωρίς αλλαγή καθεστώτος. Είτε, τέλος, να πάρουν τα «μπογαλάκια» τους και να αποχωρήσουν, όπως επιδιώκεται να γίνει με τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες είχαν αρχίσει να «χτίζουν» μια ιδιαιτέρως επικίνδυνη επιρροή στην περιοχή. Δεν είναι τυχαίο, από αυτή την άποψη, ότι οι στρατηγικής σημασίας ρωσικές βάσεις στη Συρία μοιάζουν να βρίσκονται υπό πολιορκία, η Τεχεράνη – βασικός σύμμαχος της Μόσχας και εταίρος του Πεκίνου – είναι αποδυναμωμένη, ενώ οι δεσμοί και των δύο με το Ριάντ (μέσω ΟΠΕΚ, ενεργειακής συνεργασίας, BRICS, G20 κ.λπ) μοιάζουν να απειλούνται.
Με βάση τα παραπάνω και επειδή είναι προφανές ότι οι ανοιχτοί λογαριασμοί δεν έχουν λυθεί και το τοπίο δεν έχει καθαρίσει, μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε πως θα ακολουθήσουν και άλλα πολεμικά επεισόδια, ενδεχομένως πιο γενικευμένα. Αυτό, άλλωστε, φάνηκε και στους προηγούμενους γύρους της σύγκρουσης του Ισραήλ με το Ιράν, έστω κι αν πολλοί έκαναν λόγο για «σκηνοθεσία» και πρόβλεπαν κάθε φορά ότι δεν θα υπάρξει συνέχεια, για να διαψευστούν πολύ σύντομα.
Πρακτικά (για να δανειστούμε μια έκφραση ενός καλού συναδέλφου), πόλεμος και ειρήνη στροβιλίζονται σήμερα σε ένα θανάσιμο ταγκό, στο οποίο όμως ο πόλεμος έχει τον πρώτο λόγο και δίνει τον ρυθμό. Κι αυτό είναι κάτι που θα συνεχίσει να κάνει μέχρις ότου αποσαφηνιστεί οριστικά, πέρα από κάθε αμφιβολία και προπαγάνδα, ποιοι είναι οι νικητές και ποιοι οι ηττημένοι.
Σε αυτή τη διαδικασία και όσο ο πόλεμος διεξάγεται εξ’ αποστάσεως και με «ειδικές επιχειρήσεις», ΗΠΑ και Ισραήλ διαθέτουν συντριπτικό πλεονέκτημα. Ελπίζουν δε ότι θα το εκμεταλλευτούν για να πείσουν τους «ανυπάκουους» να ενταχθούν στη «Νέα Μέση Ανατολή» ως κομπάρσοι, χωρίς να διακινδυνεύσουν την ίδια τους την ύπαρξη. Η αλήθεια δε είναι ότι το καθεστώς της Τεχεράνης δείχνει να το σκέφτεται, όπως απέδειξε επιλέγοντας να μη χτυπήσει τη γροθιά στο μαχαίρι και να ενημερώσει εγκαίρως για τα «αντίποινά» του.
Το σίγουρο είναι πως αν τα βρουν, στη συνέχεια θα εκμεταλλευτούν από κοινού και δίχως περιττούς ανταγωνισμούς τους λαούς της περιοχής – οι οποίοι, ωστόσο, έχουν ακόμη την ευκαιρία να τους το χαλάσουν.
Όπλο παρά πόδα από Ρωσία-Κίνα
▸ Γιατί Πούτιν και Σι επέλεξαν να μην βοηθήσουν την Τεχεράνη
Όλα δείχνουν ότι Μόσχα και Πεκίνο γύρισαν την πλάτη στην Τεχεράνη όταν αυτή τους ζήτησε βοήθεια για να αντιμετωπίσει ΗΠΑ και Ισραήλ. Παρά το γεγονός ότι είναι ο πιο σημαντικός σύμμαχος και εταίρος τους στην περιοχή, προτίμησαν να μην εμπλακούν ενεργά σε μια σύγκρουση η οποία θα κινδύνευε να μετατραπεί ταχύτατα σε ένα Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενδεχομένως και πυρηνικό. Έτσι, προτίμησαν τη σιγουριά των εκ του μακρόθεν και φραστικών καταδικαστικών δηλώσεων, με παράλληλη επίκληση της ανάγκης για μη κλιμάκωση και για διπλωματική λύση.
Οι λόγοι που τους οδήγησαν σε αυτή την επιλογή είναι διαφορετικοί. Η Ρωσία του Πούτιν, από τη μία, είναι αναγκασμένη να αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών της στον πόλεμο της Ουκρανίας, υποβαθμίζοντας αντικειμενικά την παρέμβασή της σε άλλα μέτωπα. Το ΝΑΤΟ και ειδικά τα κράτη-μέλη της ΕΕ, μάλιστα, φροντίζουν δε ώστε το Ουκρανικό να παραμείνει ανοιχτό για όσο το δυνατό μεγαλύτερο διάστημα, αδιαφορώντας για τις τρομακτικές απώλειες για τις ανθρώπινες ζωές και το οικονομικό κόστος. Σε τέτοιο βαθμό ώστε θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι εάν δεν υπήρχε το Ουκρανικό τότε η Δύση θα έπρεπε να το εφεύρει. Το Πεκίνο του Σι, από την άλλη, αν και έχει παραμείνει «αγρατζούνιστο» από τις εν εξελίξει πολεμικές συγκρούσεις, μοιάζει να εκτιμά πως δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα του ή ότι είναι ανέτοιμο και δεν μπορεί να ρισκάρει να τα χάσει όλα.
Έτσι, προτιμά να συνεχίσει να προετοιμάζεται εντατικά, ενισχύοντας τον στρατό του και οικοδομώντας συμμαχίες, παρακολουθώντας στενά και τις εξελίξεις που, ανάμεσα στα άλλα, προσφέρουν πολύτιμα διδάγματα για τον τρόπο που διεξάγονται, κερδίζονται και χάνονται οι πόλεμοι της εποχής μας.
Ένας άλλος «εμφύλιος» στις ΗΠΑ και το MAGA

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ διεξάγεται αυτή την περίοδο ένας διπλός εμφύλιος. Ο ένας, όπως περιγράφηκε, αφορά στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και το μέγεθος του πλήγματος που δέχθηκε. Είναι όμως περιστασιακός και πιθανότατα παραπλανητικός – υπό την έννοια ότι οι «αμφιβολίες» μπορούν να δώσουν κάθε στιγμή το αναγκαίο πρόσχημα για να εξαπολυθεί μια νέα και ακόμη πιο σφοδρή επίθεση εναντίον του.
Ο δεύτερος είναι πιο σημαντικός, καθώς αποτυπώνει μια σύγκρουση στο εσωτερικό της αστικής τάξης των ΗΠΑ, η οποία δεν εκφράζεται μόνο στην αντιπαλότητα Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών, αλλά δείχνει πλέον να έχει εισέλθει και στις γραμμές των πρώτων. Εκεί όπου ένας σκληρός πυρήνας του κινήματος MAGA (Κάνουμε Πάλι Μεγάλη την Αμερική), το οποίο «καβάλησε» ο Τραμπ για να επανέλθει στον Λευκό Οίκο, αμφισβητεί ευθέως την επιλογή του να εμπλακεί ενεργά στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ειδικά να χτυπήσει το Ιράν. Εκπρόσωποί του, μάλιστα, έφτασαν να κατηγορήσουν το Ισραήλ ότι εάν δεν βομβάρδιζε πρώτο, δεν θα απειλούνταν.
Το συγκεκριμένο ρεύμα – με το οποίο «φλερτάρει» και ο αντιπρόεδρος Βανς – εκφράζει με πιο ακραίο τρόπο τη γραμμή του «απομονωτισμού», που θέλει τις ΗΠΑ να αποποιούνται εκουσίως τον ρόλο της παγκόσμιας υπερδύναμης και να συνεχίζουν να ευημερούν τις επόμενες δεκαετίες αξιοποιώντας τον τεράστιο πλούτο και την πολύ μεγάλη επιρροή που έτσι κι αλλιώς διαθέτουν. Αντιθέτως, ο Τραμπ δείχνει να επιδιώκει ένα συμβιβασμό με την «κοσμοπολίτικη» πτέρυγα του αμερικανικού καπιταλισμού, επιδιώκοντας μια σταδιακή αναδίπλωση που θα συνοδεύεται από μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων της οποίας εγγυητές και ρυθμιστές θα παραμένει ο ίδιος.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 28-29 Ιουνίου
















