Κυριάκος Νασόπουλος, Αντιγόνη Τρούλη
▸Οι πανελλαδικές εξετάσεις καθιερώθηκαν από το 1964, επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, και μέχρι σήμερα αποτελούν την «ιερή αγελάδα» του εκπαιδευτικού συστήματος, ως θεσμός τάχα ουδέτερος και αξιοκρατικός για την επιλογή των υποψηφίων και την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Πέρσι, συνολικά 90.416 υποψήφιοι διαγωνίστηκαν για μία από τις 68.851 θέσεις στα πανεπιστήμια της χώρας για το ακαδημαϊκό έτος 2024-2025, από τους οποίους οι 74.847 προέρχονταν από τα Γενικά Λύκεια (ΓΕΛ) και οι 15.569 από τα Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑΛ). Φέτος, για το ακαδημαϊκό έτος 2025-2026, ο αριθμός των εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα είναι ακόμη μικρότερος, αφού σύμφωνα με την υπουργική απόφαση καθορίστηκε στους 68.788 φοιτητές.
Μηχανισμός σκληρής ταξικής επιλογής, μέσα σε συνθήκες μάλιστα όξυνσης της οικονομικής κρίσης, θα αφήσει και φέτος εκτός πανεπιστημίων περίπου το 30% των υποψηφίων, κυρίως από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα και τις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας, αυτούς δηλαδή που δεν θα έχουν την απαραίτητη οικονομική και φροντιστηριακή στήριξη.
«Η δημόσια δωρεάν παιδεία είναι στην αιχμή των προτεραιοτήτων γιατί η δημόσια παιδεία ήταν πάντα ιμάντας κοινωνικής κινητικότητας. Να ξέρουν τα παιδιά ότι μπορούν να έχουν πρόσβαση σε ίδιες και ίσες ευκαιρίες και αν δουλέψουν θα έχουν στο πλευρό τους ένα σχολείο που θα τους στηρίξει και θα κάνει τα όνειρά τους πράξη», θέλησε να… διαβεβαιώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης τους μαθητές, οι οποίοι από την Παρασκευή 30 Μαΐου ρίχνονται στη «μάχη» των πανελλαδικών εξετάσεων, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στο υπουργείο Παιδείας.
Όμως, οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί περί ισότητας ευκαιριών και του αδιάβλητου των εξετάσεων καταρρίπτονται από τη σκληρή κοινωνική πραγματικότητα των κραυγαλέων ανισοτήτων, οι οποίες μετατρέπονται σε εκπαιδευτικές ανισότητες.
Μπορεί λοιπόν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του πρωθυπουργού, η δημόσια δωρεάν παιδεία να είναι στην «αιχμή των προτεραιοτήτων» της κυβερνητικής πολιτικής, κάτι τέτοιο ωστόσο δεν αποτυπώνεται και στον κρατικό προϋπολογισμό. Μπορεί οι οδηγίες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) να αποτελούν διαχρονικά το «ιερό ευαγγέλιο» για κάθε αντιδραστική μεταρρύθμιση στον χώρο της παιδείας, όμως η χώρα μας κρίνεται «μετεξεταστέα» σε ό,τι αφορά τις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση.
Σύμφωνα με την έκθεση «Education at a Glance 2024» του ΟΑΣΑ, οι χώρες – μέλη του Οργανισμού δαπανούν κατά μέσο όρο περίπου το 12% των κρατικών δαπανών τους στην εκπαίδευση. Στη χώρα μας όμως, οι δαπάνες για την πρωτοβάθμια, τη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια εκπαίδευση για το 2022 ήταν μόλις το 6,1%. Αν συμπεριληφθεί και η μη τυπική εκπαίδευση (π.χ. προγράμματα επιμόρφωσης ενηλίκων κ.λπ.) οι δημόσιες δαπάνες φτάνουν το 7,2% του ΑΕΠ, ποσοστό που κατατάσσει την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, όπου οι αντίστοιχες δαπάνες είναι στο 9,5%.
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα οικογενειακού προϋπολογισμού της ΕΛΣΤΑΤ, τα ελληνικά νοικοκυριά ξοδεύουν κατά μέσο όρο το 3,4% του εισοδήματός τους σε εκπαιδευτικές δαπάνες, από τα μεγαλύτερα ποσοστά στην ΕΕ
Αντίθετα, εκείνα που είναι καταδικασμένα να «ματώνουν» οικονομικά για τη «δωρεάν παιδεία», για την οποία καυχιέται ο Μητσοτάκης, είναι τα ελληνικά νοικοκυριά. Συγκεκριμένα, με βάση την τελευταία έρευνα οικογενειακού προϋπολογισμού της ΕΛΣΤΑΤ, τα ελληνικά νοικοκυριά ξοδεύουν κατά μέσο όρο το 3,4% του εισοδήματός τους σε εκπαιδευτικές δαπάνες. Πρόκειται για τα μεγαλύτερα ποσοστά στην ΕΕ καθώς, σύμφωνα με τα τελευταία συγκεντρωτικά στοιχεία της Εurostat, οι ιδιωτικές δαπάνες εκπαίδευσης στα υπόλοιπα κράτη – μέλη είναι κατά μέσο όρο στο 1% των οικογενειακών προϋπολογισμών.
Όπως είναι λογικό, οι γονείς με παιδιά στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση –και πολύ περισσότερο στη Γ΄ Λυκείου όπου απαιτείται και εντατική προετοιμασία για τις πανελλαδικές εξετάσεις– είναι και εκείνοι με τη μεγαλύτερη οικονομική αφαίμαξη. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τις δαπάνες εκπαίδευσης, η οποία αφορά το 2020, οι οικογένειες ξόδεψαν 3.181,9 δισ. ευρώ για αγαθά και υπηρεσίες εκπαίδευσης. Από αυτά, 1.301,6 εκατ. ευρώ δόθηκαν για φροντιστήρια και 620,7 εκατ. για την προετοιμασία των παιδιών για τα μαθήματα του σχολείου.
Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ, ο ένας στους δύο εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα καταβάλλει τουλάχιστον 500 ευρώ μηνιαίως σε εκπαιδευτικές δαπάνες για τα παιδιά του, ενώ ένα 30% καταβάλλει τουλάχιστον 750 ευρώ το μήνα. Όσο για τη χρονιά της Γ΄ Λυκείου, οι δαπάνες προετοιμασίας για τις πανελλαδικές εξετάσεις εκτοξεύονται ακόμα και τα 1.000 ευρώ το μήνα.
Αντίστοιχη πρόσφατη έρευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το 2023 τα ελληνικά νοικοκυριά ξόδεψαν 614 εκατομμύρια ευρώ μόνο σε φροντιστήρια γενικής εκπαίδευσης, ενώ το 95% των δαπανών αφορούσε φροντιστήρια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σε ό,τι αφορά τη μέση εκπαίδευση, οι φροντιστηριακές δαπάνες παρουσίασαν αύξηση 35,5% τη διετία 2021-23.
Γίνεται λοιπόν ξεκάθαρο πως μόνο για δημόσια δωρεάν παιδεία δεν μπορεί να γίνει λόγος. Όπως επίσης και ότι, όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος οι περίπου 100.000 υποψήφιοι των πανελλαδικών εξετάσεων δεν θα δώσουν επί ίσιοις όροις τη «μάχη» για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση λόγω και των οικονομικών δυνατοτήτων κάθε νοικοκυριού, πέρα από τα υπόλοιπα ταξικά εμπόδια που θέτει το υπουργείο Παιδείας.
H επιβολή της Τράπεζας Θεμάτων (η οποία «κατέρρευσε» για αρκετή ώρα την Τετάρτη 21/5 στις ενδοσχολικές εξετάσεις των Λυκείων, με τον υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρη Παπαστεργίου να καταγγέλλει… κυβερνοεπίθεση) και της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) ενέτειναν τους εξεταστικούς φραγμούς και την εντατικοποίηση μετατρέποντας τους μαθητές σε άλογα κούρσας σε έναν εξεταστικό μαραθώνιο και όποιος αντέξει…
Και φέτος περίπου το 30% υποψηφίων θα μείνει εκτός πανεπιστημίου
Οι εξαγγελίες για Εθνικό Απολυτήριο με υπολογισμό των βαθμών και στις τρεις τάξεις του Λυκείου, μαζί με την ΕΒΕ για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα οξύνουν στο έπακρο τις ταξικές ανισότητες και το άγχος, μετατρέποντας το Λύκειο σε εξεταστικό κάτεργο για μαθητές και εκπαιδευτικούς, κατακερματίζοντας και τυποποιώντας τη γνώση. Στόχος η εκδίωξη των μαθητών από τη λυκειακή βαθμίδα, η στροφή τους στις κάθε λογής Σχολές Ανωτέρας Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΑΕΚ), επαγγελματικές ακαδημίες και ιδιωτικές σχολές.
Σα να μην έφταναν όμως όλα αυτά, νέοι διαχωρισμοί εισάγονται στην εκπαίδευση, αφού τα πρότυπα σχολεία και τα ιδιωτικά θα χορηγούν πλέον και το ΙΒ (Διεθνές Απολυτήριο) με διαφοροποιημένο πρόγραμμα σπουδών –για τους «πατρίκιους»– και ελεύθερη εισαγωγή στα δημόσια πανεπιστήμια, χωρίς πανελλαδικές εξετάσεις. Άλλο ένα δώρο στην ιδιωτική πρωτοβουλία από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, με τις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ.
Όλα τα παραπάνω όμως δεν έχουν να κάνουν μόνο με την αξιολόγηση των μαθητών, ώστε να κατευθυνθούν σε δεξιότητες που έχει ανάγκη η αγορά, αλλά και με την αξιολόγηση των σχολείων και των εκπαιδευτικών και την περαιτέρω εμπορευματοποίηση της γνώσης που παύει να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό αγαθό. Παλαιότερες δηλώσεις του τότε υπουργού Παιδείας Κυριάκου Πιερρακάκη αποκαλύπτουν ότι τα σχολεία θα κατηγοριοποιούνται και με τα αποτελέσματα της βαθμολογίας των πανελλαδικών εξετάσεων! Στόχος ένα σχολείο που θα παράγει εργατικό δυναμικό φτηνό, χωρίς δικαιώματα, αλλά μισοκαταρτισμένο με βάση τις ανάγκες του κεφαλαίου. Η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ «δίνει τα ρέστα της» για να περάσει όλες τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στην δημόσια εκπαίδευση, τις οποίες δεν κατάφεραν να περάσουν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις της ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ.
Η έκθεση Πισσαρίδη προτείνει συγκεκριμένα: «Συνεχής αξιολόγηση με βάση κριτήρια όπως οι επιδόσεις των μαθητών, το ποσοστό εισαγωγής των μαθητών στα πανεπιστήμια, οι ειδικές προκλήσεις κάθε σχολείου. Σύνδεση της χρηματοδότησης των σχολείων με την επίτευξη εκπαιδευτικών στόχων. Δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεων και σύγκριση μεταξύ των σχολείων με αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών “διαχείρισης μεγάλων δεδομένων” (big data)».
Το εκπαιδευτικό κίνημα όμως και ο λαός δεν μπορούν να αποδεχτούν όλα τα παραπάνω αντιδραστικά σχέδια χυδαίας εμπορευματοποίησης της γνώσης και μορφωτικού αποκλεισμού της κοινωνικής πλειοψηφίας. Είναι αδήριτη ανάγκη να υψώσουμε το δικό μας όραμα απέναντι στην ολοκληρωτική δυστοπία τους: Το όραμα μιας απελευθερωτικής παιδείας, η οποία θα χωράει όλη τη γνώση, όλα τα παιδιά και όλους τους εκπαιδευτικούς. Για μια ολοκληρωμένη ανθρωπιστική γνώση –εργαλείο ανάλυσης, ερμηνείας και αλλαγής της κοινωνικής πραγματικότητας.
Άγχος και ανταγωνισμός «μαυρίζουν» τα εφηβικά όνειρα
Βάσω Παΐζη*
«Είσαι στην τελική ευθεία…!», «βάλε τα δυνατά σου αυτόν τον μήνα….», ακούς να λένε στα παιδιά και καταλαβαίνεις ότι πλησιάζουν οι πανελλαδικές! Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι οι μαθητές έχουν μπει σε μία γρήγορη κούρσα, χωρίς σαφή τερματισμό, όπου κάτι κυνηγούν από τα πρώτα τους σχολικά χρόνια και πολλές φορές μοιάζει να είναι πολύ γνώριμη και οικεία η ιδέα ότι αυτό που πρέπει είναι να αντέχουν. Να αντέχουν και να θυσιάζουν τη βόλτα, την παρέα, την άθληση, τον ελεύθερο χρόνο, την κουβέντα. Δηλαδή, όλα αυτά που τους αναλογεί να κάνουν!
Ποιο είναι λοιπόν το βασικό τοπίο στην εκπαίδευση, το οποίο διαμορφώνει αυτήν τη συνθήκη και εγκλωβίζει τα όνειρα των εφήβων σε αριθμούς;
Είναι το σχολείο, το οποίο μας διδάσκει ότι ο διπλανός μας είναι απειλή για μας, γιατί μπορεί να γράψει καλύτερα και να μας πάρει τη θέση. Είναι το σχολείο που προάγει τον ατομικό μονόδρομο και τον ανταγωνισμό. Το σχολείο που, αντί να αξιοποιεί τον πλούτο της διαφορετικότητας και να ενισχύει τα ταλέντα των μαθητών, τους διακρίνει και τους κατηγοριοποιεί σύμφωνα με τις επιδόσεις τους.
Ποιο το κόστος όμως της υποταγής τη δημιουργικότητας και της φαντασίας των παιδιών στο αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών και την πειθάρχηση που επιβάλλει; Τι συμβαίνει στο σχολείο που δε δίνει χώρο στη σύνδεση και την επικοινωνία, στο βάθεμα των σχέσεων και στην ενίσχυση της συλλογικότητας;
Το άγχος αυξάνεται και ο φόβοι κλιμακώνονται! Ενισχύεται η απομόνωση και η συναισθηματική απόσυρση. Πόνοι στην κοιλιά, πονοκέφαλοι, δύσπνοιες, κρίσεις πανικού αναφέρονται συχνά από τα παιδιά ως κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Και πώς να μην είναι; Αφού αυτό εισπράττουν, ότι το μέλλον τους εξαρτάται από την επιτυχία ή αποτυχία τους στις πανελλαδικές.
Οι έφηβοι και οι έφηβες δεν έχουν ανάγκη από ακριβά ιδιαίτερα και άψογα καταρτισμένους καθηγητές. Χρειάζονται εκπαιδευτικούς που να ακούνε τις ανάγκες και τα όνειρα τους, να κουβεντιάζουν μαζί τους και να τους προσφέρουν ολόπλευρη μόρφωση. Έχουν ανάγκη από σχολεία με χώρους άθλησης και παιχνιδιού, με ανοιχτές βιβλιοθήκες, με χώρους καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Το σχολείο που αντιμετωπίζει τους μαθητές σαν αθλητές σε πολύ απαιτητικό αγώνα δρόμου, δεν θέλει και δεν μπορεί να συμβάλλει στην καλλιέργεια των συναισθηματικών και των κοινωνικών δεξιοτήτων, ούτε στην αύξηση της συναισθηματικής ανθεκτικότητας τους.
Το να ανήκεις με ουσιαστικό τρόπο σε μία ομάδα, να συνδέεσαι με τους ανθρώπους που συναναστρέφεσαι, να αναπτύσσεις αληθινούς δεσμούς, είναι παράγοντες που συμβάλλουν στην υγιή ψυχοκοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη του ατόμου, που προστατεύουν από ψυχικές διαταραχές και φροντίζουν τις πληγές από ψυχοπιεστικά βιώματα.
*αναπληρώτρια ψυχολόγος στην εκπαίδευση
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 24-25 Μαΐου