Γιώργος Μουρμούρης
▸Εκστρατεία σπίλωσης των συγγενών και απόδοσης των ευθυνών για το έγκλημα στο «μπάχαλο του Δημοσίου»
Μια ολομέτωπη επικοινωνιακή αντεπίθεση έχει εξαπολύσει η κυβέρνηση για το έγκλημα στα Τέμπη, επιχειρώντας να πάρει τη ρεβάνς –ή τουλάχιστον να σώσει «οτιδήποτε αν σώζεται»–, μετά το πιο δύσκολο δίμηνο της τελευταίας εξαετίας για το Μαξίμου.
Εκμεταλλευόμενη την έλλειψη μεγάλων κινηματικών «ραντεβού» κατά τον τελευταίο μήνα, μετά την ιστορική απεργία της 28ης Φεβρουαρίου και τις κινητοποιήσεις που ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες, η κυβέρνηση επιχειρεί –με διάφορους και διαφορετικούς τρόπους– να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη, που σε συντριπτικά ποσοστά κάνει λόγο για συγκάλυψη. «Παράγοντας» με αυτόν τον τρόπο ακόμα περισσότερη συγκάλυψη…
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διαρκής διαρροή στα κυρίαρχα ΜΜΕ διαλόγων των σταθμαρχών του ΟΣΕ από τη βραδιά του δυστυχήματος, που υπενθυμίζουν το απόλυτο μπάχαλο που επικρατούσε στο σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας. Με τον τρόπο που παρουσιάζονται τα ηχητικά, αποσπασματικά, σε συνέχειες και δίχως πλαισίωση, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι ο Οργανισμός στελεχωνόταν από μια δράκα ανίδεων, επιπόλαιων και άξεστων υπαλλήλων που έπαιζαν δίχως ίχνος ευθύνης με την ανθρώπινη ζωή.
Πρόκειται επί της ουσίας για ένα remake του αφηγήματος περί «ανθρώπινου λάθους και μόνο», με το οποίο η κυβέρνηση είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει από τις εγκληματικές της ευθύνες την άνοιξη του 2023, μόνο που τώρα ο «μοιραίος σταθμάρχης» δεν είναι ένας, αλλά πολλοί. Κατά το αφήγημα, για το χάος στον σιδηρόδρομο δεν φταίει η κυβέρνηση, αλλά το «βαθύ Δημόσιο» που «αντιστέκεται στην αξιολόγηση» –γι’ αυτό και απαιτείται περαιτέρω επιχειρηματικοποίηση του Οργανισμού στο πρότυπο της ΔΕΗ.
Με τη θεωρία της «πολλαπλής ατομικής ευθύνης» και του «μπάχαλου στο Δημόσιο» για υπόστρωμα, ο επικοινωνιακός μηχανισμός της κυβέρνησης επιχειρεί κατόπιν να αποδομήσει τους συγγενείς των θυμάτων και τις προσπάθειες που έχουν κάνει όλα αυτά τα χρόνια για την αποκάλυψη της αλήθειας –με τις οποίες αδυναμίες και ελλείψεις– οι τεχνικές τους ομάδες. Χαρακτηριστική είναι η κλιμάκωση των προσωπικών επιθέσεων κατά της Μαρίας Καρυστιανού, τόσο από ανώνυμα τρολς όσο και από επώνυμους αρθρογράφους, που της επιρρίπτουν προσωπικές φιλοδοξίες και πολιτικές σκοπιμότητες. Αλλά και η ανάσυρση τεχνικών μελετών που έχουν υποβληθεί μήνες πριν και των οποίων η αξιοπιστία ελέγχεται, προκειμένου να επανέλθουν τα περί ευθύνης των ελαίων σιλικόνης για την έκρηξη και τη φωτιά.
Σε μια ακόμα πιο ύπουλη παρέμβαση, η πλευρά της κυβέρνησης και των φίλιων προς αυτήν ΜΜΕ μοιάζει να υποδαυλίζει τις όποιες διαφωνίες (είναι φυσικό να) υπάρχουν στο «στρατόπεδο» των συγγενών, σε μια προσπάθεια να διαρραγεί το λίγο – πολύ κοινό μέτωπο που κατάφεραν να συγκροτήσουν άνθρωποι με διαφορετικό κοινωνικό, ιδεολογικό, πολιτικό και οικονομικό υπόβαθρο, συσπειρώνοντας κατόπιν γύρω τους τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. Φτάνοντας ακόμα και στο σημείο να παρουσιάζουν την πλειοψηφία των συγγενών ως απηυδησμένη με όσους –επίσης συγγενείς– διεκδικούν δυναμικά την απονομή δικαιοσύνης.
Τέλος, σε μια χοντροκομμένη επιχείρηση αντιστροφής της πραγματικότητας, η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει εαυτήν ως «θύμα» της ακατάσχετης «συνωμοσιολογίας» –όπως χαρακτηρίζει οποιαδήποτε αιχμή για το έγκλημα και τη συγκάλυψη– και αυτά την ώρα που μόλις αυτές τις ημέρες, 25 μήνες μετά το δυστύχημα και κατόπιν δικών τους αιτημάτων, επιζήσαντες καλούνται να καταθέσουν στον ανακριτή της Λάρισας.
Η επικοινωνιακή εκστρατεία κυβέρνησης και φίλιων ΜΜΕ χρησιμοποιεί εν πολλοίς ως «πρώτη ύλη» την υπερβολική έμφαση που δόθηκε κατά τους προηγούμενους μήνες στην έκρηξη και τη φωτιά, έναντι της σύγκρουσης καθ’ αυτήν. Όπως και στην περίπτωση των (ακόμα αμφιλεγόμενων) βίντεο της Interstar, επιχειρείται να υποστηριχθεί ότι, αν εν τέλει τα περί παράνομου φορτίου καταπέσουν, αυτομάτως η κυβέρνηση βγαίνει «λάδι». Όμως οι εγκληματικές ευθύνες της κυβέρνησης ξεκινούν από την υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση του ΟΣΕ και φτάνουν ως τις χαριστικές συμβάσεις προς τη Hellenic Train, τις ψευδείς διαβεβαιώσεις περί ασφάλειας, τη μη υλοποίηση της σύμβασης 717 –και φυσικά την εκστρατεία συγκάλυψης. Και αυτές τις ευθύνες καμιά επικοινωνιακή εκστρατεία δεν πρόκειται να τις διαγράψει.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 5-6 Απριλίου