Παλαιστίνιος σκηνοθέτης
Ο διάσημος Παλαιστίνιος σκηνοθέτης, παραγωγός, συγγραφέας και ηθοποιός, Μοχάμαντ Μπακρί, έχει κερδίσει πολλά βραβεία, υποψηφιότητες και τιμητικές διακρίσεις για το έργο του στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ο Μπακρί είναι επίσης δημιουργός ντοκιμαντέρ που καταγράφουν τον παλαιστινιακό αγώνα. Δύο από αυτά, το Τζενίν, Τζενίν (2002) και το Τζανίν Τζενίν (2023), προβλήθηκαν στις 30 Ιανουαρίου, στον κινηματογράφο Studio Art Cinema, παρουσία του σκηνοθέτη. Και τα δύο απαγορευμένα ντοκιμαντέρ θα προβληθούν ξανά από τις 6 Μαρτίου.
Συνέντευξη στην Λίτσα Φρυδά
Τι σας οδήγησε να «ενισχύσετε» τις φωνές των προσφύγων, ειδικά στον καταυλισμό της Τζενίν;
Είμαι Παλαιστίνιος, γεννημένος στο Ισραήλ, αλλά η πνευματική και εθνική μου ταυτότητα είναι βαθιά παλαιστινιακή. Ανήκω στον λαό μου, όπου κι’ αν βρίσκεται. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός μας επιβλήθηκε με τη Νάκμπα του 1948, όταν οι σιωνιστικές πολιτοφυλακές εκδίωξαν βίαια σχεδόν 800.000 Παλαιστίνιους.
Σήμερα οι πρόσφυγες αυτοί αριθμούν περίπου εννέα εκατομμύρια πολλοί από τους οποίους εξακολουθούν να μην έχουν δικαίωμα επιστροφής. Στο μεταξύ, οι Παλαιστίνιοι που παρέμειναν στο Ισραήλ -περίπου 155.000 το 1948- έχουν αυξηθεί σε σχεδόν δύο εκατομμύρια, είναι αναγκασμένοι να φέρουν ισραηλινά διαβατήρια, ενώ υφίστανται συστηματικές διακρίσεις.
Ως καλλιτέχνης, θεωρώ καθήκον μου να αφηγηθώ την ιστορία του λαού μου. Η κυρίαρχη ισραηλινή αφήγηση έχει εργαστεί ακατάπαυστα για να παραποιήσει και να εξαλείψει την αλήθεια της Παλαιστινιακής υπόστασης. Το έργο μου είναι μια απάντηση σε αυτή την ιστορική χειραγώγηση – ένας τρόπος να δώσω φωνή σε αυτούς που φιμώνονται. Η εστίαση στην Τζενίν προκύπτει από την ξεχωριστή σημασία της: είναι ένας τόπος όπου η αντοχή συναντά την τραγωδία, όπου η βαρβαρότητα της κατοχής είναι πασιφανής και όπου οι ισραηλινές δυνάμεις έχουν επανειλημμένα επιχειρήσει να τσακίσουν την αντίσταση. Η λογοκρισία του ντοκιμαντέρ Τζενίν Τζενίν, οι διώξεις που αντιμετώπισα αφότου κυκλοφόρησε το 2002 και οι αδιάλειπτες προσπάθειες του Ισραήλ να την φιμώσει, ενίσχυσαν τη σημασία της προσπάθειας για να μαθευτεί η αλήθεια.
Γιατί επιστρέψατε το 2023 με την ταινία «Τζανίν Τζενίν» και πώς μεταφέρετε τη συνεχιζόμενη βαρβαρότητα που βιώνουν οι Παλαιστίνιοι στην κατοχή;
Η επιστροφή στην Τζενίν το 2023 ήταν μια πράξη προσωπικής και συλλογικής αντίστασης. Ήθελα όχι μόνο να καταγράψω τις δικές μου διώξεις από τις Ισραηλινές αρχές, αλλά και να φωτίσω την κλιμακούμενη εκδικητικότητα τους που υφίσταται η Τζενίν. Αυτός ο μικρός προσφυγικός καταυλισμός αψηφούσε διαρκώς τον μύθο του αήττητου ισραηλινού στρατού και για τον λόγο αυτό έχει υποστεί ανελέητες στρατιωτικές επιθέσεις. Ακόμα και τώρα, η Τζενίν παραμένει σε πολιορκία, τα σπίτια της καταστρέφονται, οι άνθρωποί της υποφέρουν αφάνταστα με το πρόσχημα του ονομαζόμενου πολέμου του Ισραήλ κατά της τρομοκρατίας – ένα επινοημένο άλλοθι για τη συνεχιζόμενη εθνοκάθαρση.
Για πάνω από δύο δεκαετίες, το έργο μου επιδιώκει να αποκαλύψει την αφιλτράριστη πραγματικότητα της κατοχής. Οι ταινίες μου δεν αφορούν στατιστικές ή αφηρημένες έννοιες- αποτυπώνουν το ανθρώπινο κόστος του εποικισμού – τον σπαραγμό της εξορίας, την ανθεκτικότητα στην απώλεια και το ακλόνητο πνεύμα εκείνων που αρνούνται να τους αφανίσουν.
Πώς καταφέρνετε να απεικονίσετε τον πόνο και την οδύνη και ταυτόχρονα να αναδεικνύετε την ανθεκτικότητα και την ανθρωπιά των κατοίκων της Τζενίν;
Καταγράφω τους ανθρώπους όπως είναι – χωρίς εξωραϊσμό, χωρίς καθοδήγηση, χωρίς παρέμβαση. Αυτό που βλέπει το κοινό στις ταινίες μου δεν είναι μια κατασκευασμένη αφήγηση αλλά μια βιωμένη πραγματικότητα: άτομα που κρατούν την αξιοπρέπειά τους παρά την καταστροφή γύρω τους. Δεν είναι παθητικά θύματα, αλλά συμμετέχουν ενεργά στον αγώνα τους για ελευθερία.
Στον πυρήνα της κινηματογραφικής μου δημιουργίας βρίσκεται η αγάπη. Δεν προσεγγίζω τα πρόσωπα ως απλούς συνεντευξιαζόμενους, αλλά ως ανθρώπους για τους οποίους νοιάζομαι βαθιά. Αυτή η αγάπη δημιουργεί ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης, όπου εκείνοι που κινηματογραφώ αισθάνονται ασφαλείς να μιλήσουν ελεύθερα, αφιλτράριστα και χωρίς το φόβο της παραποίησης.
Η κινηματογραφική αφήγηση βυθίζει το κοινό στην πραγματικότητά μας, το αναγκάζει να νιώσει τον πόνο μας, την ελπίδα μας, την αντίστασή μας. Ανθρωποποιεί έναν λαό, που ο δυνάστης προσπαθεί να απανθρωποποιήσει
Οι ταινίες σας αμφισβητούν τις κυρίαρχες ισραηλινές αφηγήσεις. Ποιό ρόλο οραματίζεστε για τον κινηματογράφο σας στη διατήρηση της Παλαιστινιακής υπόστασης και αλήθειας;
Το Ισραήλ έχει οικοδομήσει ένα ολόκληρο ιδεολογικό πλαίσιο γύρω από την εξάλειψη της παλαιστινιακής ιστορίας. Οι ταινίες μου αποτελούν αντίβαρο σε αυτό – χρησιμεύουν ως ένα ζωντανό αρχείο της αλήθειας μας. Αν κατάφερα να αντικρούσω την ισραηλινή προπαγάνδα ή όχι θα αποφασίσουν η Ιστορία και το κοινό. Αυτό που ξέρω είναι ότι οι ταινίες μου διασφαλίζουν ότι η μνήμη παραμένει ζωντανή. Το Ισραήλ βασίζεται εδώ και καιρό στην πεποίθηση ότι «οι γέροι θα πεθάνουν και οι νέοι θα λησμονήσουν», το έργο μου αποδεικνύει ότι η λήθη δεν είναι επιλογή.
Η κινηματογραφική αφήγηση βυθίζει το κοινό στην πραγματικότητά μας, το αναγκάζει να νιώσει τον πόνο μας, την ελπίδα μας, την αντίστασή μας. Ανθρωποποιεί έναν λαό, που ο δυνάστης προσπαθεί να απανθρωποποιήσει
Πιστεύετε ότι η αφήγηση μπορεί να λειτουργήσει ως μορφή αντίστασης; Αν ναι, πώς εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό στο πλαίσιο του παλαιστινιακού αγώνα;
Απολύτως. Η αφήγηση είναι ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία αντίστασης, επειδή σπάει την επιβεβλημένη σιωπή. Αυτονομείται από εκείνους που θέλουν να υπαγορεύσουν την αφήγησή μας. Στο παλαιστινιακό πλαίσιο, όπου η ιστορία μας διαγράφεται συστηματικά, η αφήγηση ιστοριών διασφαλίζει ότι οι φωνές μας αντέχουν πέρα από την κατοχή, πέρα από την εξορία, πέρα από τον ίδιο το χρόνο.
Ποιές είναι οι επιπτώσεις της συνεχιζόμενης ισραηλινής βίας στο φρόνημα του Παλαιστινιακού λαού; Θα συνεχίσετε το εγχείρημα της καταγραφής;
Η τωρινή επίθεση του Ισραήλ στην Τζενίν, η μεγαλύτερη από την εποχή της δεύτερης Ιντιφάντα, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ψυχολογικού πολέμου. Ο στόχος είναι να καμφθεί η βούληση του Παλαιστινιακού λαού, να φανεί μάταιη η αντίσταση. Η ιστορία όμως έχει δείξει ότι η κατοχή δεν μπορεί να νικήσει έναν λαό αποφασισμένο να διεκδικήσει τα δικαιώματά του.
Η Γάζα έχει μετατραπεί σε ερείπια, αλλά ο λαός της αρνείται τον εκτοπισμό. Η Τζενίν έχει καταστραφεί τέσσερις φορές, αλλά παραμένει ανυποχώρητη. Το παλαιστινιακό φρόνημα είναι σφυρηλατημένο στον αγώνα και καμία στρατιωτική δύναμη δεν μπορεί να σβήσει τη λαχτάρα για δικαιοσύνη. Ναι, θα συνεχίσω να καταγράφω μαρτυρίες. Όσο υπάρχει καταστολή, πρέπει να υπάρχει καταγραφή.
Πού στοχεύει το Ισραήλ με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Τζενίν και τι σημαίνει αυτό για την Παλαιστινιακή αντίσταση;
Το Ισραήλ βασίζεται στην ωμή στρατιωτική ισχύ για να υποτάξει την παλαιστινιακή αντίσταση. Έχει πειστεί ότι αν ασκεί αρκετή βία, μπορεί να εξαλείψει το αίτημά μας για δικαιοσύνη. Αλλά η ιστορία μάς λέει το αντίθετο: οι εποικιστικές κατοχές δεν διαρκούν και καμία αυτοκρατορία -όσο ισχυρή κι αν είναι- δεν μπορεί να καθυποτάξει έναν ολόκληρο λαό επ’ αόριστον.
Όσο τα παιδιά της Παλαιστίνης ονειρεύονται την ελευθερία, ο αγώνας θα συνεχίζεται
Όσο τα παιδιά της Παλαιστίνης ονειρεύονται την ελευθερία, όσο ο λαός μας αρνείται να αφανιστεί, ο αγώνας θα συνεχίζεται. Το ερώτημα δεν είναι αν το Ισραήλ μπορεί να τσακίσει την αντίσταση – το ερώτημα είναι πόσος χρόνος θα χρειαστεί μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ο παλαιστινιακός αγώνας δεν μπορεί να καμφθεί με τη βία.
Ποιός είναι ο αντίκτυπος των γενοκτονικών πολιτικών του Νετανιάχου στη ζωή και την συνείδηση των Ισραηλινών Εβραίων; Βλέπετε αντιστάσεις;
Ο Νετανιάχου είναι ένας μεγαλομανής, σύγχρονος τύραννος που μεταχειρίζεται τον φόβο για την πολιτική επιβίωση του. Εκμεταλλεύεται το ιστορικό τραύμα των Εβραίων για να δικαιολογήσει ένα σύστημα απαρτχάιντ που αποτελεί μια ηθική καταστροφή.
Βλέπω αντίσταση στην ισραηλινή κοινωνία; Δύσκολο να το πω. Ο φόβος είναι βαθιά ριζωμένος, η διαφωνία καταστέλλεται ανελέητα. Αλλά κανένα σύστημα βασισμένο στο ψέμα δεν αντέχει εσαεί. Οι συνθήκες για την αλλαγή θα έρθουν – είτε μέσω πολιτικών μετατοπίσεων, είτε μέσω της αφύπνισης του κόσμου, είτε μέσω διεθνών πιέσεων. Και τότε, το ερώτημα θα είναι αν οι Ισραηλινοί θα επιλέξουν να σταθούν στο πλευρό της δικαιοσύνης ή να παραμείνουν συνένοχοι στα εγκλήματα της κυβέρνησής τους.
Πέρα από τον βαθιά ριζωμένο, σχεδόν παθολογικό, φόβο, στους Ισραηλινούς σήμερα -από την άκρα δεξιά ως την αριστερά- υπάρχει σχεδόν ομόφωνη συναίνεση ως προς τη νομιμότητα του πολέμου στη Γάζα που ενισχύει τον Νετανιάχου, ακόμη και μπροστά στις διαμαρτυρίες των οικογενειών των ομήρων που κρατούνται από τη Χαμάς.
Για τους Ισραηλινούς, πρωταρχικό και απόλυτο μέλημα παραμένει η επιστροφή των ομήρων, μη λαμβάνοντας υπόψιν τη γενοκτονία που συντελέστηκε στη Γάζα και επεκτείνεται στη Δυτική Όχθη. Η στάση της ισραηλινής κοινής γνώμης στο μεγαλύτερο μέρος της ισοδυναμεί με συνενοχή στις χιτλερικές πολιτικές του Νετανιάχου.
Υπάρχουν βιώσιμοι δρόμοι για τη συνύπαρξη των λαών στην Παλαιστίνη;
Η ιδανική λύση είναι ένα ενιαίο δημοκρατικό κράτος όπου Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί θα ζουν ως ισότιμοι. Αλλά η σιωνιστική ηγεσία επιδιώκει ένα κράτος φυλετικής υπεροχής, όχι δημοκρατίας. Δεδομένης αυτής της πραγματικότητας, η μόνη πρακτική λύση είναι δύο ανεξάρτητα κράτη. Το αν μια τέτοια λύση είναι δυνατή εξαρτάται από την πολιτική βούληση, που το Ισραήλ αρνείται σταθερά να επιδείξει. Μέχρι τότε, ο αγώνας μας συνεχίζεται.
Αν το όραμα ενός ενιαίου κράτους για όλους τους πολίτες μπορέσει να πραγματοποιηθεί, θα πρέπει να θεμελιωθεί στην απόλυτη ισότητα των δικαιωμάτων και των ευθυνών, με βάση την ελευθερία και την αξιοπρέπεια και για τους δύο λαούς. Η ίδια αρχή θα πρέπει να ισχύει και για τη λύση των δύο κρατών.
Για την παλαιστινιακή μειονότητα που ζει στο Ισραήλ, πρέπει να διασφαλιστεί η ελευθερία και η αξιοπρέπεια της, ακόμη και μέσα σε αυτό που οι σιωνιστές ηγέτες αποκαλούν «εβραϊκό κράτος».