Log in

Registration

Ο Ντ.Μπόουι της αέναης “περιήγησης”…

Posted: January 17, 2016 / in: Πρινίσματα Εποχής / Comments Off on Ο Ντ.Μπόουι της αέναης “περιήγησης”…

του Διονύση Ελευθεράτου

«Χαμαιλέοντας»; Μπορεί, αλλά με καθαρή, δική του «σφραγίδα»…

Δεν είναι πολλοί, παγκοσμί­ως, οι καλλιτέχνες που σε 11 χρόνια έχουν δημιουργήσει 12 «LongPlay» δίσκους, εκ των οποίων οι μισοί -κατά γε­νική ομολογία- προσεγγίζουν ή και «πιάνουν» τα χαρακτηριστικά του αριστουργήματος και οι υπό­λοιποι διατηρούν υψηλά «στά­νταρντ». Και μόνο αυτό το επί­τευγμα του Ντέιβιντ Μπόουι της περιόδου 1970-1980 θα ήταν αρ­κετό για του χαρίσει μια περίοπτη θέση στην ιστορία της ποπ και ροκ μουσικής. Πολλώ δε μάλλον που η διαρκής ανησυχία του πρόσφε­ρε κι άλλες, καλές στιγμές-και δη­μιουργίες.

Από εκεί και πέρα, βεβαίως, καθένας μπορεί να κρίνει όπως νομίζει πράγματα και καταστά­σεις. Εκεί που κάποια «ξινισμέ­να μούτρα» έβλεπαν μόνον εκκε­ντρικές σκηνικές εμφανίσεις (άλ­λη υπόθεση κάποιες εγωκεντρι­κές δηλώσεις), η ροκ κουλτούρα αφομοίωνε ιδέες για τη σχέση της μουσικής με τη θεατρικότητα, χω­ρίς η πρώτη να κάνει το παραμι­κρό «σκόντο».

Εκεί που κάποιοι έβλεπαν απλώς ένα «χαμαιλέοντα», να υπηρετεί διαφορετικά μουσικά ιδιώματα για να παραμείνει «in», οι πλέον διορατικοί επεσήμαιναν ότι κανένα «εκσυγχρονιστικό» άγ­χος και καμία «δήθεν» πολυπραγ­μοσύνη δεν χαρακτήριζε τη δουλειά και τους εκάστοτε μουσικούς προσανατολισμούς του Μπόουι.

Καθαρά διέκρινες τη «σφραγίδα» του Μπόουι, είτε συνέθετε τραγούδια που πρό­διδαν «ατόφιες» επιρροές από τους Στόουνς («Rebel Rebel» «Diamond Dogs», 1974) είτε εισερχόταν στα χωράφια του Πρινς («Let’s Dance», 1983). Την αντιλαμβανόσουν, τότε που ο αεικίνητος καλλιτεχνι­κά Μπόουι απομακρυνόταν από τις pop και new waveα­ναζητήσεις των 80ς για να ενωθεί με το hard rock των T in Machine (1989- 1991), τό­τε που επιδιδόταν στους ηλε­κτρονικούς πειραματισμούς των 90ς, αλλά και όταν -από τη δύση της δεκαετίας εκείνης και εντεύ­θεν- επέστεφε, αξιοπρεπώς, σε περισσότε­ρο «κλασσικές» φόρμες. Με συσσωρευμέ­νη σοφία από τις μουσικές «περιηγήσεις» δεκαετιών, καθώς και με την ικανοποίηση που παρέχει η διαπίστωση ότι αυτές οι δια­δρομές μπορεί να μην είχαν ισοϋψή- μετα­ξύ τους -αποτελέσματα, αλλά δεν «ξέμειναν» ποτέ από ενδιαφέροντα στοιχεία.

Θα μπορούσε φυσικά να ειπωθεί για τον Μπόουι αυτό ακριβώς που λέγεται και για κάθε «μεγάλο όνομα» της ποπ και ροκ, εξ όσων εμφανίστηκαν στο μουσικό στερέω­μα τη δεκαετία του ΄60 ή και σε αυτήν του ’70: «Σύμφωνοι, συνέχισε να έχει απήχηση και εμπορική επιτυχία, αλλά, κακά τα ψέμα­τα, κανένας από τους δίσκους της ύστερης περιόδου του δεν έγινε σήμα κατατεθέν, δεν χάραξε την ιστορία της μουσικής, όσο εκεί­νοι που …».

Ναι, είναι αλήθεια ότι καμία δουλειά του Μπόουι των τριών τελευταίων δε­καετιών δεν θα μνημονεύεται στο διηνε­κές, όσο το «Hunky Dory», ο «Ziggy», το «Aladdin Sane», το «Low» και κάμποσοι άλλοι. Είναι όμως επίσης αλήθεια πως αυ­τό δεν αφορά τόσο την ποιότητα των μετα­γενέστερων έργων του, όσο το «αντίτιμο» που μοιραία καταβάλλει κάθε καλλιτέχνης, ο οποίος φθάνει νωρίς-νωρίς σε ζηλευτά επί­πεδα δημιουργικότητας και έμπνευσης: Σχε­δόν καθίσταται «όμηρος» του θρύλου, που έχει ήδη «φτιάξει». Κοινό και κριτικοί συ­νήθως αναμένουν «έπη» κι ο βασικός λό­γος για τον οποίον δεν τα βλέπουν ή δεν τα αναγνωρίζουν είναι πως προηγήθηκαν πολ­λά «μαζεμένα»…

Θα μπορούσε κανείς να παρα­θέσει άφθονα σχετικά παραδείγ­ματα αυτού του φαινομένου, από την ιστορία της ροκ. Προτιμούμε όμως να αναζητήσουμε την πε­μπτουσία του, σε αυτό -το τόσο χαρακτηριστικό- που είχε αναφέ­ρει κάποτε ο Διονύσης Σαββό­πουλος για τον Μάνο Χατζηδά­κη: «Έπειτα και από τον “Μεγάλο Ερωτικό”, κάθε έργο του Μάνου ήταν καταδικασμένο να θεωρηθεί περίπου ως αποτυχία. Αλλά θα κά­ναμε όλοι μας τα πάντα για να εί­χαμε τέτοιες “αποτυχίες”…».

Φυσικά δεν ήταν όλα, πά­ντα, «ΟΚ» με την προσωπικότη­τα του Μπόουι. Στη δεκαετία του ’70 προκάλεσε την οργή σημαντι­κού τμήματος της βρετανικής ροκ σκηνής, πότε δηλώνοντας ότι ίσως ένας φασίστας ηγέτης ωφελούσε τη Βρετανία κι άλλοτε χαρακτηρί­ζοντας τον Χίτλερ ως έναν «από τους πρώτους ροκ σταρ»…

Απολογήθηκε για όλα αυτά αρ­γότερα. «Ήμουν εκτός ελέγχου, απολύτως τρελαμένος» είπε, αφή­νοντας τους πάντες να υποθέτουν εάν για τις «εθνικοσοσιαλιστικές» του αρλούμπες είχε φταίξει περισ­σότερο η κατανάλωση ουσιών ή ο άγραφος νόμος του μάρκετινγκ: «Όσο προ­κλητικότερα, τόσο καλύτερα- κάνε την πρό­κληση αυτοσκοπό».

Ένας-ένας φεύγουν, λοιπόν, οι «μεγά­λοι» με των οποίων τη μουσική μεγαλώσα­με… Μεγαλώσαμε, αλλά δεν σταματήσαμε να ακούμε τραγούδια τους και στο ραδιό­φωνο, όχι μόνο στους προ­σωπικούς μας CD players. Κι αυτό κάτι σημαίνει, κά­τι αποδεικνύει. Καλές είναι (ενίοτε όντως είναι) οι εφή­μερες μόδες, «καλές» και οι «εκρηκτικές επιτυχίες» που βασίζονται περισσότερο στη νεανική επιδερμίδα και λι­γότερο στη μουσική. Ενδι­αφέρον και το ερώτημα εάν ο Τζάστιν Μπίμπερ θα ξεχα­στεί γρηγορότερα από όσο τα Spice Girls ή οι New Kids On The Block. Αλλά το βέ­βαιο είναι πως κι όταν οι εκάστοτε… «Osmond Brothers» θα αποσύρονται στη γε­νική λήθη, άφθονοι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο θα νιώθουν το αίμα τους να κυλά γρη­γορότερα επειδή θα ακούν κάποιο τραγού­δι σαν το «Jean Genie» και την ψυχή τους να συγκινείται, με τους «Ήρωες» της «μιας μέρας»…

© Some rights reserved 2018 - ΠΡΙΝ Παλιά μορφή και προηγούμενα άρθρα