Log in

Registration

ΘEMA: Το 3ο συνέδριο του ΝΑΡ και η καπιταλιστική κρίση

Posted: October 27, 2013 / in: Αναλυση, Πρωτοσελιδο / Comments Off on ΘEMA: Το 3ο συνέδριο του ΝΑΡ και η καπιταλιστική κρίση

Για την ανάγκη επαναπροσέγγισης της εργατικής πολιτικής µίλησε ο Αλέκος Αναγνωστάκης, µέλος της Π.Ε. του ΝΑΡ, το Σάββατο 19 Οκτωβρίου στην ΑΣΟΕΕ, στην εκδήλωση του ΝΑΡ για το 3ο συνέδριο, µε τίτλο «Για µια σύγχρονη κοµµουνιστική στρατηγική και επαναστατική τακτική: Για την “κατάργηση της υπάρχουσας τάξης πραγµάτων”». Από την οµιλία αυτή δηµοσιεύουµε αποσπάσµατα (ολόκληρη -καθώς και όλων των ομιλητών- στο www.narnet.gr)  ενώ παρουσίαση των άλλων παρεμβάσεων εδώ.

Του Αλέκου Αναγνωστάκη

Η τέταρτη µεγαλύτερη «κρίση των αιώνων του καπιταλισµού», οξύτερη, βαθύτερη, διαρκέστερη, και ανώτερη από κάθε άλλη, είναι πηγή αποκάλυψης της κρίσης των θεµελιωδών νόµων του συστήµατος, της χρεοκοπίας του νεοφιλελευθερισµού και της αυτορυθµιζόµενης δήθεν αγοράς. Η κρίση, λέγαµε το 2008, «από οικονοµική άποψη, είναι µια κρίση υπερσυσσώρευσης, που έχει στη βάση της τη δυναµική επανεµφάνιση και πραγµάτωσης των τάσεων πτώσης του µέσου ποσοστού κέρδους, είναι µια δοµική κρίση του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισµού.» Πέντε χρόνια µετά, η Πράξη, η οποία επαληθεύει ή διαψεύδει τις εκτιµήσεις, αντικαθιστά τους ρήτορες που «πολύ µιλήσανε».

Στη διάρκεια της πενταετίας όχι µόνο δεν παρατηρείται µια ποιοτική επιστροφή κεφαλαίων από τον υπεραναπτυγµένο χρηµατοπιστωτικό τοµέα προς την πραγµατική λεγόµενη οικονοµία, αλλά – και αυτό είναι το πιο σηµαντικό – η κατάσταση επιδεινώνεται. Το 2008, τα κεφάλαια που ίπταντο από χρηµατοπιστωτικό σε χρηµατοπιστωτικό ίδρυµα ήταν 655,8 τρισ. δολάρια ή δέκα φορές το παγκόσµιο ΑΕΠ. Το 2011 ανέβηκαν στα 790,6 τρισ., 12,3 φορές το παγκόσµιο ΑΕΠ! Το αναµενόµενο ποσοστό κέρδους, που αποτελεί τον κινητήρα των καπιταλιστών, παραµένει σε χαµηλά επίπεδα και γι’ αυτό το κεφάλαιο εξακολουθεί να δραπετεύει από τις περιοχές χαµηλής κερδοφορίας γιγαντώνοντας τη χρηµατοπιστωτική φούσκα η οποία κινδυνεύει να εκραγεί ξανά µε απροσδόκητες συνέπειες.

Η παγκόσµια οικονοµική κρίση και η αστική πολιτική που τη συνοδεύει για να φορτώσει τα βάρη στα εργατολαϊκά στρώµατα: Οδηγεί την Ευρώπη των 27, στα 30 εκατοµµύρια παραπάνω από το 2007 φτωχούς που έφτασαν τα 115 εκατοµµύρια. Στα 13 εκατοµµύρια Γερµανούς, στο υψηλότερο ποσοστό φτωχών από το 1945 στη Γαλλία (8,6 εκατοµµύρια ή 14% του πληθυσµού), τα 40 εκατοµµύρια φτωχούς Αµερικανούς. Οδηγεί από τις αρχές του 2011 οι λέξεις «µαλλιά», «ωάρια» ή «νεφρό» να είναι ανάµεσα στις κορυφαίες στην αυτόµατη συµπλήρωση του «Θέλω να πουλήσω», στην αναζήτηση στο Google.

Παράλληλα συµβαίνει µια γιγαντιαίων διαστάσεων ανακατανοµή του παραγόµενου πλούτου: 29 εκατοµµύρια, µόλις το 0,6% του ενήλικου πληθυσµού του πλανήτη, κατέχουν περιουσία αξίας 87,5 τρισεκατοµµυρίων δολαρίων (39,3% του παγκόσµιου πλούτου).

Παρ’ όλες όµως τις αλληλοσυγκρουόµενες εξαγγελίες ανύψωσης του ηθικού της αγοράς από µέρους των διεθνών οργανισµών, αυξάνονται για την παγκόσµια πλέον καπιταλιστική και ειδικά για την ευρωπαϊκή οικονοµία οι προβλέψεις διατήρησης της ύφεσης, ή σαθρής και αναιµικής ανάπτυξης µε διατήρηση της ανεργίας σε εφιαλτικά επίπεδα.

Απέναντι σ’ αυτή την προοπτική το βασικό για τον καπιταλισµό είναι να διαµορφώσει στο άµεσο µέλλον παραγωγικές, κοινωνικοπολιτικές και γεωστρατηγικές προϋποθέσεις για να µπορέσει να κατακτήσει µια νέα και αν είναι δυνατόν µακρά περίοδο δυναµικής ανάπτυξης της κερδοφορίας και διαιώνισης της αναπαραγωγής του. Δίχως µια νέα γενική θεωρία, αντίστοιχου επιπέδου των θεωριών του Κέινς ή των Χάγιεκ – Φρίντµαν, ο καπιταλισµός προωθεί τη στρατηγική του χρεοκοπηµένου νεοφιλελευθερισµού – νεοσυντηρητισµού, επεκτείνοντας τη µέχρι «τα άκρα».

Από το σήμερα στην τομή της επανάστασης 

Το βάθος, η αντοχή και η εξάπλωση της κρίσης, το γεγονός, από ό,τι δείχνει η ιστορία των κρίσεων, πως η κρίση σταδιακά πρόκειται να ξεπερασθεί µόνο και µόνο για να επιστρέψει µε νέες µορφές και µε µεγαλύτερη ένταση, σφραγίζουν, την παταγώδη κατάρρευση ενός κυρίαρχου µύθου ο οποίος καταδυνάστευε τη συνείδηση των εργαζοµένων και την Αριστερά και καθόριζε, τελικά, την πρακτική τους: Ότι ο καπιταλισµός µπορεί να περνά παροδικές κρίσεις, αλλά βασικά είναι ίδιος κι απαράλλαχτος, άτρωτος, παντοδύναµος. Νοµιµοποιεί το ερώτηµα αν τελικά µπορεί ή όχι να ανατραπεί η µέχρι τώρα θυελλώδης αντεπαναστατική υπεροχή της αστικής ηγεµονίας, ώστε να ανοίξει µια νέα ιστορική σελίδα για το εργατικό κίνηµα και την Αριστερά. Δηµιουργεί εποµένως µια «µαύρη τρύπα» στην κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική, πολύ πιο επικίνδυνη για την αστική τάξη από αυτήν που καταπίνει οµόλογα τρισεκατοµµυρίων.

Στις συνθήκες αυτές απαιτείται ένας όσο γίνεται ακριβέστερος υπολογισµός των συσχετισµών και της δυναµικής τους. Αυτό που στην πραγµατικότητα παρακολουθούµε είναι πως η περίοδος που διανύουµε και ο συγκεκριµένος συσχετισµός ανάµεσα στην αστική και την εργατική, πολιτική, σφραγίζονται εν πολλοίς από την αξιοποίηση της κληρονοµηµένης από τον περασµένο αιώνα, συντριπτικής πολιτικής υπεροπλίας του κεφαλαίου και του ιµπεριαλισµού. Όµως η σηµερινή αστική πολιτική παντοδυναµία αµφισβητείται ήδη από την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα, από ένα πολυδαίδαλο µειοψηφικό ρεύµα πολιτικής διαµαρτυρίας και διεκδίκησης. Εµφανίζεται ένα εν δυνάµει ανατρεπτικό εργατολαϊκό ρεύµα που καθυστερεί, δυσκολεύει την αστική πολιτική αλλά αδυνατεί ακόµη να αναχαιτίζει την ικανότητα του καπιταλισµού να ανασυγκροτείται σε αντιδραστικότερη τελικά κατεύθυνση.

Το ρεύµα αυτό διαµορφώνεται κυρίως µε βάση την επιδείνωση των όρων ζωής των εργατολαϊκών στρωµάτων, τις γενικότερες πολιτικές εµπειρίες και αντιφάσεις τους.

Σε αυτό βρίσκεται η µήτρα της θετικής ευήκοης στάσης στην κριτική του καπιταλισµού. Της ευήκοης στάσης απέναντι στη σύγχρονη «ξύλινη» γλώσσα των µαρξιστικών όρων και της επαναστατικής πολιτικής, η ανατροφοδότηση της Αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Αυτή η κατά κύµατα απρόσµενη εµφάνιση του εργατικού κινήµατος και η απροσδόκητη απόσυρση του, αποκαλύπτει µια µεταβατική περίοδο στην οποία οι τάσεις της εργατικής χειραφέτησης αναζητούν ανολοκλήρωτα έναν σύγχρονο, αποφασιστικό ρόλο στο περιεχόµενο και την προοπτική των ταξικών αντιπαραθέσεων. Το νέο ποιοτικό στοιχείο αυτής της κατάστασης δεν είναι η – προϋπάρχουσα εξάλλου – αδυναµία της εργατικής χειραφέτησης να µετατρέπεται σε ανεξάρτητο ηγεµονικό κοινωνικό ρεύµα. Είναι η αργή έστω στροφή που πραγµατοποιεί η µειοψηφική αλλά αισθητή τάση εργατικής χειραφέτησης να αναζητά µια αυτοτελή πολιτική παρουσία µε ηγεµονική φιλοδοξία και στόχευση.

Στην Πρόταση Προγραµµατικής Διακήρυξης και στις Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής για το Συνέδριο του ΝΑΡ προτείνονται και τίθενται στην κρίση της Αριστεράς και των συναγωνιστών στο εργατικό και νεολαιίστικο κίνηµα, δύο βασικοί στόχοι που έχουν βαθύτερη σχέση «συνάρθρωσης» και αυτοτέλειας µεταξύ τους: Η διαρκής επανάσταση, η οποία είναι ο άµεσος στρατηγικός στόχος που αρχίζει µε την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.

Η αντικαπιταλιστική επανάσταση, παραφράζοντας τον ήρωα της πρώτης µας νιότης στρατηγό Γκιαπ, για να είναι ανίκητη «γίνεται από το Λαό και για το Λαό»! Στο πλαίσιο της ο οργανωµένος Λαός διεκδικεί τη συνολική βελτίωση της θέσης του, σε βάρος της θέσης του κεφαλαίου.

Η κατάληψη της κρατικής εξουσίας και η αντικατάστασή της από τα όργανα της εργατικής πολιτικής που µετασχηµατίζονται σε κρατική και κυβερνητική εξουσία, θα είναι µια συνταρακτική εξέλιξη που απαιτεί, απελευθερώνει και πολλαπλασιάζει όλη τη λαϊκή δηµιουργική δυνατότητα. Η κυβέρνηση προκύπτει σαν επιστέγασµα της νίκης και της κατάληψης της εξουσίας από την επανάσταση. Αυτό διδάσκει η ιστορία που δεν αντιγράφεται, αλλά και δεν προσπερνιέται χωρίς αιµατηρό κόστος.

Αυτή η βαθιά εργατοδηµοκρατική πράξη, πρώτο στόχο έχει την αντικατάσταση του εκφυλισµένου αστικού κράτους, το οποίο συντρίβει ο ένοπλος λαός. Καταργεί τους καταπιεστικούς-κατασταλτικούς µηχανισµούς και τους µηχανισµούς χειραγώγησης-ελέγχου.

Οι κοινωνίες που προκύπτουν αµέσως µετά την επανάσταση και για µια περίοδο είναι κοινωνίες µε διαταραγµένα τα βασικά καπιταλιστικά χαρακτηριστικά τους. Κοινωνίες που ανάλογα µε τον ταξικό συσχετισµό δυνάµεων ή θα µετεξελιχθούν προς το σοσιαλισµό – κοµµουνισµό ή θα οπισθοχωρήσουν στον καπιταλισµό. Το εργατικής µορφής µεταβατικό κράτος που προκύπτει, παραµένει οξύτατο πεδίο αντιπαράθεσης ανάµεσα στις κλονιζόµενες, αλλά επικρατούσες ακόµα, στο οικονοµικό και στο κοινωνικό επίπεδο, αστικές σχέσεις και τάξεις και στα εργατικά συµφέροντα που ηγεµονεύουν πλέον πολιτικά µέσα στην καταπιεζόµενη πλειοψηφία της κοινωνίας και µέσα στη νέα επαναστατική κρατική µηχανή.

Με την αντικαπιταλιστική επανάσταση η οργανωµένη εργατική τάξη και τα σύµµαχα αγωνιζόµενα στρώµατα διεκδικούν, επιβάλλουν και ολοκληρώνουν το συνολικό πρόγραµµα της επαναστατικής τακτικής συνδέοντας έµπρακτα και επί της ουσίας την τακτική µε τη στρατηγική.

Επιβάλλουν το πλήρες δικαίωµα των οργάνων άσκησης εργατικής πολιτικής να αποφασίζουν τον πανκοινωνικό, πανεθνικό σχεδιασµό στην παραγωγή, ανταλλαγή, διανοµή, κατανάλωση και συσσώρευση.

Επιβάλλουν τη µετατροπή των ειδικών, των διευθυντών και των ελεγκτών στην παραγωγή, σε αιρετούς, ανακλητούς, ελεγχόµενους και εργαζόµενους υπαλλήλους των γενικών συνελεύσεων και των πολιτικών-κοινωνικών οργάνων των άµεσων παραγωγών. Οι άµεσοι παραγωγοί προωθούν και οργανώνουν την απαλλοτρίωση των βασικών µέσων και δυνάµεων παραγωγής σε βάρος του κεφαλαίου και την ένταξή τους σ’ ένα νέο πανκοινωνικό πανεθνικό σχεδιασµό, µε βάση τις ανάγκες και τις αξίες χρήσης για την ευηµερία και τη χειραφέτηση των εργαζοµένων, τη σχεδιασµένη και δηµιουργική αναµόρφωση της εργασίας, το δραστικό περιορισµό της ανεργίας, το δραστικό περιορισµό της εκµετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Διεκδικούν και επιβάλλουν σε σηµαντικό βαθµό «το χρόνο που απελευθερώνουν η σύγχρονη επιστήµη και η εργασία» αλλά και το χρόνο που απελευθερώνει την ίδια την εργασία, το χρόνο για κοινωνική πολιτική πολιτιστική δηµόσια δραστηριότητα.

Τη ριζική αναβάθµιση, ανάπτυξη και επανιεράρχηση της αγροτικής οικονοµίας.

Την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών µε βάση την αρχή «από τον καθένα ανάλογα µε τις ανάγκες του και την ικανότητά του για εργασία, στον καθένα ανάλογα µε τις δυνατότητες του κοινωνικού πλούτου και τη συµβολή σ’ αυτόν». Την καθολική κοινωνική εκστρατεία για την απόκρουση των συνεπειών απ’ τη µέχρι τώρα επιβάρυνση του περιβάλλοντος απ’ την καπιταλιστική κερδοφορία.

Διεκδικούν και επιβάλλουν την ελεύθερη πρόσβαση και έλεγχο σε κάθε επίπεδο εκπαίδευσης, ενηµέρωσης-πληροφόρησης, πολιτιστικής, κοινωνικής, πολιτικής δραστηριότητας, στη δηµόσια δωρεάν υγεία και παιδεία, µειώνοντας δραστικά τους ταξικούς φραγµούς ως την κατάργησή τους. Την έµπρακτη ενθάρρυνση για τη διαµόρφωση ένας κοινωνικού πολιτισµού άλλου τύπου, µη εµπορευµατικού, απελευθερωµένου από σκοταδιστικά, ελιτίστικα και φορµαλιστικά πρότυπα, µε υποκείµενο και δέκτη του –κι όχι απλώς καταναλωτή– την ίδια την κοινωνική πλειοψηφία. Διεκδικούν τη διάλυση των διεθνών αστικών οικονοµικών-πολιτικών-στρατιωτικών οργανισµών και των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων. Η αντικαπιταλιστική επανάσταση και η εργατική εξουσία αναγορεύουν ως βασικό ζητούµενο κοινωνικές πρακτικές σε όλα τα πεδία της ζωής (µόρφωση, εργασία, πληροφόρηση, πολιτισµός, συµµετοχή στις κοινωνικές υποθέσεις) που συµβάλλουν στην άρση της αντίθεσης χειρωνακτικής-διανοητικής εργασίας, διευθυντών – διευθυνόµενων, εκπροσώπων – εκπροσωπούµενων, πόλης-χωριού, στην άρση κάθε διάκρισης που σχετίζεται µε το φύλο, την εθνικότητα, τη φυλή, τις θρησκευτικές ή σεξουαλικές προτιµήσεις.

Στο βαθµό που θα προωθούνται τέτοιες ποιοτικές τοµές, η µεταβατική κοινωνία που εγκαινιάζει η αντικαπιταλιστική επανάσταση θα προχωρά στη δεύτερη, ανώτερη τοµή-άλµα της διαρκούς επανάστασης.

Θα µετατρέπει την πολιτική νίκη σε κοινωνικοοικονοµική νίκη. Την εργατική εξουσία από διαµφισβητούµενη σε εδραιωµένη και δυναµικά εξελισσόµενη πραγµατικότητα. Κατοχυρώνοντας το προβάδισµα, την ηγεµονία των σχέσεων σοσιαλιστικού-κοµµουνιστικού προσανατολισµού απέναντι σε αστικές και εκµεταλλευτικές επιβιώσεις, θα ενισχύει το δρόµο προς την κοινωνία της πλήρους εργατικής χειραφέτησης.  Οι καπιταλιστικές σχέσεις θα εξακολουθούν να υπάρχουν, µε παρούσα την τάση ανάπτυξης και αναπαραγωγής τους, αλλά θα είναι συνολικά καταπιεζόµενες και ηγεµονευόµενες. Αναπτύσσεται η πλευρά της απονέκρωσης του κράτους το οποίο µετατρέπεται σε εργατική δηµοκρατία (δικτατορία του προλεταριάτου) µε την πλήρη έννοια. Βασική αντίθεση γίνεται η αντίθεση ανάµεσα στον εργατικό χαρακτήρα του και στις τάσεις απονέκρωσής του. Το «ποιος ποιον» κλίνει προς τον σοσιαλισµό αλλά δεν έχει κριθεί ακόµη.

Στην τρίτη ανώτατη τοµή αυτής της χειραφετητικής διαδικασίας καταργούνται οι κυριαρχούµενες και µεταµορφωµένες εκµεταλλευτικές σχέσεις. Καταργείται η εργατική τάξη σαν τάξη, οι τάξεις συνολικά. Η πολιτική σαν διαµεσολαβητική σχέση. Καταργούνται οι πρωτοπορίες ακριβώς γιατί η κοινωνία αποτελείται πλέον από «ανεπανάληπτες ξεχωριστές προσωπικότητες – πρωτοπορίες». Το κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας δεν έχει κοινωνική βάση ύπαρξης. Απονεκρώνεται και µετατρέπεται σε «κοινωνική υπηρεσία». Η εργασία αποκτά το δηµιουργικό χαρακτήρα της. Ο χρόνος που ελευθερώνει η εργασία και η επιστήµη αποκτά την απελευθερωτική του διάσταση. Καταργείται ο νόµος της αξίας, οι εµπορευµατοχρηµατικές σχέσεις, ο διαχωρισµός χειρωνακτικής -πνευµατικής εργασίας.

Η καµπή αυτή συνεπάγεται και προϋποθέτει αντίστοιχους διεθνείς συσχετισµούς. Σηµαίνει την ανεπίστρεπτη κυριαρχία του κοµµουνισµού σε διεθνές επίπεδο και στην πρώτη, τη σοσιαλιστική βαθµίδα ωριµότητάς του.

 

Κομμουνισμός ως ρυθμιστική στρατηγική

 

Σε αυτή τη µεγάλη ανθρώπινη πορεία εξανθρωπισµού της κοινωνίας, ο κοµµουνισµός είναι ο σκοπός που, καθώς αναδύεται από το κίνηµα, το προσανατολίζει. Του επιτρέπει, εν αντιθέσει προς τις χωρίς αρχές πολιτικές, τις αποσπασµατικές δράσεις και τους καθηµερινούς αυτοσχεδιασµούς, να προσδιορίσει τι µας φέρνει πιο κοντά σε αυτό τον σκοπό και τι µας αποµακρύνει από αυτόν.

Είναι εποµένως µια ρυθµιστική στρατηγική που παραπέµπει και προσανατολίζει αδιάκοπα στο όραµα µιας άλλης κοινωνίας µε δικαιοσύνη, ισότητα, αλληλεγγύη: την κοµµουνιστική κοινωνία. Την κοινωνία που δεν είναι ένα ιδεατό τέλος αλλά η έναρξη προς µια νέα πορεία δηµιουργίας και ελευθερίας της ανθρωπότητας. Στηρίζεται στις τάσεις που ενυπάρχουν στον σύγχρονο καπιταλισµό και τείνουν να σπάσουν το εκµεταλλευτικό του περίβληµα. Επιδιώκει την κατάργηση της καπιταλιστικής άρνησης, οι τάσεις αυτές, να αναπτυχθούν και να µετασχηµατιστούν µε κριτήριο τις ανθρώπινες ανάγκες.

Ο κοµµουνισµός, σε αντίθεση µε την κεφαλαιοκρατική πρόοδο που έχει ως αντίτιµο κάθε φορά την αλλαγή της µορφής της υποδούλωσης, είναι εκείνη η συνεταιριστική ανάπτυξη της αυτοδιευθυνόµενης κοινωνίας της οποίας η πρόοδος βασίζεται σε ένα πρωτότυπο συνδυασµό ατοµικού και συλλογικού. Σε αυτόν το συνδυασµό η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.

Ο καθένας και η καθεµιά είναι το µοναδικό ον, η ανεπανάληπτη ξεχωριστή προσωπικότητα της οποίας η ανάπτυξη και η ικανοποίηση των ιδιαίτερων αναγκών και ικανοτήτων της συµβάλλει στην καθολική ανάπτυξη του ανθρώπινου είδους. Η εξέλιξη του ατόµου δεν συγχέεται εποµένως µε τις απάτες και αυταπάτες ενός «παραµορφωτικού» ατοµικισµού αλλά και ούτε και µε τον χονδροειδή εξισωτισµό.

Η ανάγκη επανεξέτασης, αναζήτησης και ποιοτικής ανάπτυξης µιας σύγχρονης θεωρίας µετάβασης προς τον κοµµουνισµό και τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα προκύπτει τόσο από την ανάπτυξη του καπιταλισµού, όσο και από την ίδια την ιστορία. Προέκυψε επίσης νωρίς, καθώς µε τη νίκη και την ήττα της Οκτωβριανής Επανάστασης «ανακαλύπτεται» όχι µόνο η πρωτόλεια υλική µορφή της προωθούµενης τότε κοινωνικής ιδιοκτησίας, αλλά και το βάθος ταυτόχρονα των προβληµάτων της µεταβατικής επαναστατικής περιόδου.

Ανακαλύπτεται η αντοχή, η αντίσταση και η ικανότητα µετασχηµατισµού της ατοµικής ιδιοκτησίας µέσα στην επαναστατική κοινωνία. Ανακαλύπτεται και αποκαλύπτεται ο καθοριστικός ρόλος που ασκούν οι διακρίσεις, ανάµεσα στη διανοητική και χειρωνακτική εργασία, ανάµεσα στους «εκπροσώπους» και στους «εκπροσωπούµενους», στους κυβερνώντες και στους κυβερνώµενους.

Αντικαπιταλιστική ανατροπή της βαρβαρότητας

 

Η δεύτερη άµεση πρόταση που καταθέτει το 3ο συνέδριο του ΝΑΡ, η τακτική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής έχει ως βασικό ζητούµενο την πάλη για την ήττα και ανατροπή της βάρβαρης επίθεσης του κεφαλαίου, την ήττα της σηµερινής υπεραντιδραστικής ανασυγκρότησής του, µε στόχο και µέτρο την προσέγγιση της επανάστασης. Ο αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας της επιβάλλεται από την ουσία του καπιταλισµού της εποχής µας, το βάθος και τον ιστορικό χαρακτήρα της κρίσης, από το περιεχόµενο και τους φορείς της επίθεσης που παρατάσσονται συνασπισµένοι απέναντι στο λαό, παρά τις δευτερεύουσες αντιθέσεις τους. Η επαναστατική της ουσία υπογραµµίζεται από το γεγονός ότι η ανατροπή της βάρβαρης επίθεσης και η ήττα της τόσο κρίσιµης για την επιβίωση του συστήµατος υπεραντιδραστικής ανασυγκρότησης του κεφαλαίου θα κλονίσει αντικειµενικά την αστική κυριαρχία.

Ως συµπυκνωµένο άµεσο πολιτικό στόχο έχει τη συγκέντρωση ισχυρών δυνάµεων από το χώρο της εργασίας και του πνεύµατος για να επιφέρει καθυστερήσεις, ρωγµές, ανατροπές ουσίας στην πολιτική απόσπασης υπεραξίας και εκµετάλλευσης της εργατικής τάξης. Στις διεθνείς σχέσεις του καπιταλισµού, µε βασικό κόµβο την αποδέσµευση από την ΕΕ, ακριβώς γιατί αυτή συµπυκνώνει όχι σε κάποια άλλη ιδεατή αλλά στη σηµερινή συγκυρία το σύνολο σχεδόν των αντιθέσεων και διαχωρίζει την αστική από την προλεταριακή πολιτική. Σηµαντικές πλευρές του επιδιώκεται σταθερά να επιβληθούν στις αστικές κυβερνήσεις από το αναγεννώµενο ταξικά εργατικό και λαϊκό κίνηµα, το δηµιουργούµενο και ενισχυόµενο κόµµα κοµµουνιστικής απελευθέρωσης και το αντικαπιταλιστικό εργατικό µέτωπο.

Το πρόγραµµα στην εξέλιξή του και στο σύνολό του µπορεί να υλοποιηθεί µόνο από την εργατική εξουσία και την κυβέρνησή της. Οι επιδιωκόµενες νίκες του εργατικού κινήµατος και οι ενδεχόµενες ήττες της αστικής πολιτικής θα έχουν ασταθή χαρακτήρα αφού πραγµατοποιούνται στο έδαφος της αστικής κυριαρχίας. Αυτές από τη µια θα βρίσκονται έξω από τη γενική ανοχή και αντοχή των νόµων του συστήµατος και από την άλλη έξω και από τα αναγκαία όρια της ολοκληρωµένης και σταθερής κατοχύρωσης των εργατικών συµφερόντων. Η όξυνση αυτής της αντίθεσης θα εξελιχθεί είτε προς την επαναστατική κατάσταση και την επανάσταση είτε προς την ανασύνταξη-αντεπίθεση του αστικού µπλοκ.

Η κρίση και η υπεραντιδραστική αστική πολιτική που τη συνοδεύουν επέφεραν κοσµοϊστορικές αλλαγές και αναστατώσεις στο πολιτικό σύστηµα. Η ΝΔ έχασε το 50% της δύναµής της. Το ΠΑΣΟΚ αναπνέει διασωληνωµένο. Η εικόνα του Φώτη και του Νίκου που περιµένουν στο πάρκο σαν γεροντοκόρες µε τις ανθοδέσµες για να τα πούνε ξανά µε τον Σηµίτη αποκαλύπτουν τα όρια και τα αδιέξοδα. Παρ’ όλα αυτά η αστική τάξη επιµένει µε ό,τι έχει. Ο Σαµαράς επιχειρεί την αναστήλωση του πολιτικού συστήµατος µ’ ένα σαφή βηµατισµό ολοένα και δεξιότερα σ’ όλη την κλίµακα των πολιτικών δυνάµεων. Από την ακροδεξιά που επιχειρεί να την εκσυγχρονίσει σε κυβερνητικό πάγκο ως την Αριστερά. Έτσι και ο σηµερινός πολιτικός ρατσισµός απέναντι στην επίσηµη Αριστερά που εκδηλώνεται µε τη θεωρία των δύο άκρων, την καταδίκη της βίας από όπου και αν προέρχεται, αποσκοπεί στην παραπέρα διατίµηση της ύπαρξής της, που είναι για το σύστηµα εξίσου αναγκαία όσο και η διασφάλιση της υπακοής της. Με αυτό τον τρόπο και αυτό είναι το πιο σπουδαίο, οι κυρίαρχες δυνάµεις επιχειρούν την υποβάθµιση κυρίως – του µόνου επικίνδυνου για τον Σαµαρά και τους επάνω- του ρόλου και της πολιτικής προοπτικής της ίδιας της πάλης της εργατικής τάξης για τον εαυτό της. Εντούτοις τα πράγµατα δεν γίνονται µε κουµπιά. Η επερχόµενη µεταβατική περίοδος θα αποτελέσει την αφετηρία ακόµα µεγαλύτερων κοινωνικών και ιδιαίτερα πολιτικών και ιδεολογικών αναπροσαρµογών.

 

© Some rights reserved 2018 - ΠΡΙΝ Παλιά μορφή και προηγούμενα άρθρα