Log in

Registration

Εβδομήντα χρόνια από την ίδρυση της Κομινφόρμ

Posted: October 1, 2017 / in: Ιστορία, Πρωτοσελιδο / Comments Off on Εβδομήντα χρόνια από την ίδρυση της Κομινφόρμ

 

… στο κατώφλι του «ψυχρού πολέμου» 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

 

Τέσσερα χρόνια μετά τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1943 ξεκινά η δημιουργία του Γραφείου Πληροφοριών (Κομινφόρμ) των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Πρόκειται για μια επιλογή που συνδέεται με την άνοδο της επιθετικότητας από την πλευρά του αμερικάνικου κυρίως ιμπεριαλισμού, μετά την λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

 

 

Στο στόχαστρο της κριτικής τόσο των σοβιετικών, όσο και των Γιουγκοσλάβων αντιπροσώπων μπαίνει η μετωπική πολιτική κι ο κοινοβουλευτισμός των ΚΚ Ιταλίας και Γαλλίας

 

 

 

Πριν από 70 χρόνια, στα τέλη Σεπτέμβρη του ‘47, οι εκπρόσωποι εννέα κομμουνιστικών κομμάτων της Ευρώπης συναντήθηκαν -κάτω από απόλυτη μυστικότητα- σε μία μικρή πολωνική πόλη προκειμένου να ανταλλάξουν εμπειρίες για τις εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις και να συζητήσουν την έκδοση ενός κοινού εντύπου. Η πολυήμερη συνεδρίαση κατέληξε τελικά στην ίδρυση του Γραφείου Πληροφοριών (Κομινφόρμ), του πρώτου διεθνούς κομμουνιστικού οργάνου μετά τη διάλυση της Διεθνούς (Κομιντέρν) το 1943. Παρότι, η Κομινφόρμ δεν πλησίασε ποτέ την αίγλη και τη σημασία ή συμβολή της Κομιντέρν στην υπόθεση του σοσιαλισμού/κομμουνισμού αποτελεί μια ενδιαφέρουσα σελίδα της ιστορίας. Κι αυτό γιατί το έτος 1947 αποτελεί έτος καμπής για το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι. Οι συζητήσεις και σκέψεις για την ίδρυση ενός διεθνούς συντονιστικού οργάνου -που όμως δεν θα είναι επανάληψη της Διεθνούς- εκκινούν ήδη απ’ το 1945 κι επαναλαμβάνονται το 1946. Η πρωτοβουλία για τη συνάντηση των κομμουνιστικών κομμάτων όμως -πάρθηκε μόνο αφού ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός φανέρωσε τις μελλοντικές προθέσεις του με το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ που όπως περιέγραψε ο σοβιετικός αξιωματούχος, Αντρέι Ζντάνοφ, είχαν σκοπό την “τρομοκράτηση” και την “αποπλάνηση” αντίστοιχα. Η διπλή αυτή αμερικανική κίνηση επέδρασε στο εσωτερικό των Λαϊκών Δημοκρατιών ακριβώς με αυτό τον τρόπο: με την εμφάνιση έντονης ανησυχίας στις ηγεσίες κάποιων ΚΚ σχετικά με την πιθανότητα όξυνσης της εσωτερικής αντιπολίτευσης και με τον δελεασμό κάποιων άλλων για συμμετοχή στο σχέδιο Μάρσαλ, προκειμένου να αντληθούν τα αναγκαία κεφάλαια για τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση των κρατών τους. Ταυτόχρονα με την αποπομπή των ΚΚ Γαλλίας-Ιταλίας απ’ τις κυβερνήσεις εθνικής ενότητας στα μέσα του ‘47 δινόταν άλλο ένα σαφές μήνυμα για το τέλος της πρώτης μεταπολεμικής φάσης που εξασφάλιζε τον μη αντι-σοβιετικό προσανατολισμό κάποιων ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών. Ένα άλλο στοιχείο που οδήγησε στην απόφαση για την ίδρυση της Κομινφόρμ ήταν η μεγάλη χαλάρωση των δεσμών μεταξύ των ΚΚ κι η εμφάνιση τάσεων αυτονόμησης της εθνικής πολιτικής από τα διεθνή καθήκοντά τους. Ενώ όμως η διάλυση της Κομιντέρν έγινε με γνώμονα ότι αποτελούσε εμπόδιο στην ανάπτυξη των κομμουνιστικών κομμάτων σε εκείνη τη συγκυρία, η σοβιετική ηγεσία πλέον έβλεπε τη βέργα να λυγίζει απ’ την αντίθετη μεριά και να βρίσκεται διαρκώς μπροστά σε περιστατικά που αναδεικνύουν την έλλειψη πληροφόρησής της για κρίσιμα ζητήματα και την κακή επικοινωνία με τα ΚΚ της δυτικής Ευρώπης.  Όπως σημείωσε ο Ζντάνοφ: “ Οι σοσιαλιστές έχουν ανασυστήσει τη Διεθνή τους ενώ οι κομμουνιστές αρνούνται να συναντήσουν ο ένας τον άλλον ή να συμβουλευθούν ο ένας τον άλλον από το φόβο μη χαρακτηριστούν πιόνια της Μόσχας”. Επίσης, είναι σημαντικό το γεγονός ότι το εισηγητικό έγγραφο που ετοιμάζεται από Γραφείο Εξωτερικής Πολιτικής της ΚΕ του ΚΚΣΕ, πριν τη συνάντηση, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις “κοινοβουλευτικές αυταπάτες, την υιοθέτηση της μη-μαρξιστικής θεωρίας της “ειρηνικής συνύπαρξης” και τον ενθουσιασμό που δείχνουν τα ΚΚ Ιταλίας, Γαλλίας για την πιθανότητα ειρηνικής μετάβασης ή άλλου δρόμου προς τον σοσιαλισμό”. Το έγγραφο δέχεται μεγάλη επεξεργασία και πολλές τροποποιήσεις γεγονός που καταδεικνύει ότι η σοβιετική ηγεσία βρίσκεται σε πορεία ψηλάφισης της νέας γραμμής. Άλλωστε, ούτε η δημιουργία της ίδιας της Κομινφόρμ δεν ήταν δεδομένη μέχρι κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή αφού όπως σημείωνε ο υπεύθυνος εκ μέρους του ΚΚΣΕ, Ζντάνοφ, “οι αρχηγοί (σημ: των ΚΚ των Λαϊκών Δημοκρατιών) φοβούνται”. Όμως, η τελική μορφή και το περιεχόμενο του εγγράφου σηματοδοτούν ένα πρώτο τέλος των ταλαντεύσεων στα ανώτερα κλιμάκια της ηγεσίας της ΕΣΣΔ σχετικά με την τρέχουσα ιστορική φάση, τις ενδοιμπεριαλιστικές σχέσεις και τη συνεπαγόμενη στάση της ΕΣΣΔ απέναντί τους.

 

Τα κύρια μέτωπα κι οι αντιπαραθέσεις στην ιδρυτική διάσκεψη της Κομινφόρμ

 

Οι αλλαγές στην πολιτική τακτική των κομμουνιστικών κομμάτων που επισφραγίζονται με την ίδρυση της Κομινφόρμ δεν αποτελούν μια απλή μετατόπιση αλλά μια ανατροπή της τακτικής της περιόδου 1941-1947. Όπως συμβαίνει συνήθως με τέτοιας μεγάλης έκτασης ανατροπές, η βεντάλια της συζήτησης άνοιξε και περιέλαβε πλείστα θέματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ κατά τη διάρκεια του ‘47, η σοβιετική ηγεσία επεξεργάζεται θέσεις ενάντια τόσο στ’ “αριστερά”, όσο και στα “δεξιά” λάθη των ευρωπαϊκών ΚΚ, η ιδρυτική διάσκεψη της Κομινφόρμ θα συνδεθεί με τη σφοδρή κριτική μόνο ενάντια στις “δεξιές” αποκλίσεις καθώς αυτές αξιολογούνται ως οι πιο επικίνδυνες τη δεδομένη περίοδο. Η πρώτη σημαντική αλλαγή που φέρνει η ιδρυτική διάσκεψη της Κομινφόρμ είναι ότι για πρώτη φορά γίνεται δημοσίως αναφορά σε δύο αντιμαχόμενα “στρατόπεδα” -ένα δημοκρατικό (στην αρχική εκδοχή αντιφασιστικό), φιλειρηνικό κι ένα ιμπεριαλιστικό, επιθετικό κι επεκτατικό- σε αντίθεση με την αναφορά ένα χρόνο πριν στην ύπαρξη επιθετικών “τάσεων” στους ηγετικούς κύκλους των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Αν και οι Ζντάνοφ-Μαλένκοφ που εκπροσωπούν το ΚΚΣΕ δεν απορρίπτουν τη δυνατότητα συνύπαρξης των δύο συστημάτων κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (ακόμα και το 1947 η σοβιετική ηγεσία ελπίζει ότι το ζήτημα των αποικιών θα φέρει σε σύγκρουση και διχασμό τις ΗΠΑ-Βρετανία), ο τόνος πέφτει στην ανάγκη προσαρμογής των ΚΚ στις νέες συνθήκες που δημιουργεί η εξαπόλυση της διπλής αμερικανικής επίθεσης. Για τους λεπτολόγους όμως, η εξέταση των εισηγήσεων Μαλένκοφ και Ζντάνοφ φανερώνει κάποιες αποχρώσεις που μάλλον αντανακλούν και αντίστοιχες τάσεις στο εσωτερικό του ΚΚΣΕ ή έστω τη μη-αποκρυσταλλωμένη ακόμα νέα γραμμή στο εσωτερικό του. Συγκεκριμένα ο Μαλένκοφ στην εναρκτήρια ομιλία του θα εξάρει τη σταλινική τακτική κατά τον Β’ΠΠ που κατάφερε να εκμεταλλευτεί τις ενδο-καπιταλιστικές αντιθέσεις και να στρέψει τον έναν πόλο εναντίον του άλλου. Για τον Μαλένκοφ υπήρχε ακόμα χώρος για μανούβρες κι εκμετάλλευση τέτοιων αντιθέσεων. Η οπτική του συνδέεται με ένα πρόβλημα που θα αναφέρει στη συνέχεια και δεν είναι άλλο από την αδυναμία της Σοβιετικής Ένωσης να εξασφαλίσει τον απαραίτητο μηχανολογικό και τεχνολογικό εξοπλισμό που θα επιτρέψει την ανασυγκρότηση της οικονομίας της μετά τον πόλεμο. Αυτό θα ανάγκαζε την ΕΣΣΔ να βασιστεί σε ιδίους πόρους γεγονός που βραχυπρόθεσμα θα την έφερνε σε μειονεκτική θέση. Συνεπώς, απαιτούνταν μία περίοδος σταθερότητας και ειρήνης. Ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο συνύπαρξης των δύο συστημάτων δεν αποκλειόταν δεδομένου ότι θα τηρούνταν η αρχή της αμοιβαιότητας στις διμερείς σχέσεις. Η ομιλία του Ζντάνοφ, αντιθέτως, θα έχει έναν αρκετά πιο επιθετικό τόνο. Ο ίδιος θα υποστηρίξει ότι με την ήττα της Γερμανίας το καπιταλιστικό σύστημα έχει δεχτεί ένα ισχυρό χτύπημα για να προσθέσει:

 

“Μαζί με τα παραπάνω τέθηκαν τα θεμέλια για την κρατική ιδιοκτησία από όλους τους ανθρώπους κι ένας νέος τύπος κράτους δημιουργήθηκε – η Λαϊκή Δημοκρατία, στην οποία η εξουσία ανήκει στους ανθρώπους/στο λαό, η μεγάλη βιομηχανία, οι μεταφορές κι οι τράπεζες ανήκουν στο κράτος και η ηγέτιδα δύναμη είναι ένα μπλοκ όλων των τάξεων του πληθυσμού που εργάζονται, με επικεφαλής την εργατική τάξη. Κατά συνέπεια, οι λαοί αυτών των χωρών δεν έχουν μόνο απελευθερωθεί από τη μέγγενη του ιμπεριαλισμού, αλλά έχουν θέσει τη βάση για τη μετάβαση στο δρόμο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης.”

 

Ο Ζντάνοφ, τέλος, θα εξάρει το γιουγκοσλαβικό παράδειγμα ενώ μαζί με τον Μαλένκοφ στέλνουν σε όλη τη διάρκεια της διάσκεψης εγκωμιαστικά για τους Γιουγκοσλάβους τηλεγραφήματα στον Στάλιν. Οι Γιουγκοσλάβοι αντιπρόσωποι στη συνάντηση, Καρντέλ και Τζίλας, θα είναι οι συμπρωταγωνιστές της ιδρυτικής διάσκεψης της Κομινφόρμ, πλάι στον Ζντάνοφ.

Στο στόχαστρο της κριτικής τόσο των σοβιετικών, όσο και των Γιουγκοσλάβων αντιπροσώπων μπαίνει η μετωπική πολιτική κι ο κοινοβουλευτισμός των ΚΚ Ιταλίας-Γαλλίας. Ο Τζίλας θα μεμφθεί τα ΚΚ Γαλλίας-Ιταλίας που νομίζουν ότι με κοινοβουλευτικά μέσα θα γλιτώσουν απ’ τον αμερικάνικο και τον βρετανικό ιμπεριαλισμό, που όπως υποστηρίζει, αποτελούν μεγαλύτερο κίνδυνο απ’ ότι ο γερμανικός. Ο, έτερος Γιουγκοσλάβος, Έντβαρντ Καρντέλ, θα συνεχίσει στο ίδιο μήκος κύματος λέγοντας ότι “η πλειοψηφία των μαζών δεν κερδίζεται μέσα απ’ τα νούμερα των εκλογών και την προπαγάνδα αλλά ως αποτέλεσμα προσέλκυσης των μαζών όλο και περισσότερο σε μια θέση ενεργής και αυξανόμενης πάλης με όλες τις μορφές εναντίον της αντίδρασης και του ιμπεριαλισμού.” Σύμφωνα με τον Καρντέλ, υπήρχαν αυταπάτες στους κομμουνιστές ότι μετά τον πόλεμο θα ακολουθήσει μια περίοδος ειρηνικού κοινοβουλευτισμού στην Ευρώπη ενώ κάποια κόμματα ολίσθησαν προς τη σοσιαλδημοκρατία και τον αστικό εθνικισμό ή τον φετιχισμό της στερεότητας και δύναμης του ιμπεριαλισμού. Αναφερόμενος στο ΚΚΙ θα επισημάνει ότι κάποια κόμματα είδαν την αποδυνάμωση του ιμπεριαλισμού όχι ως ευκαιρία για να του επιτεθούν και να επιτείνουν την κρίση του αλλά ως ευκαιρία για ειρηνικό, κοινοβουλευτικό δρόμο και ειρηνικό πέρασμα απ’ τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Όταν ο εκπρόσωπος του ιταλικού ΚΚ, Λόνγκο, θα ισχυριστεί ότι το κόμμα του προσπαθεί να αποφύγει την πίεση των αστικών δυνάμεων που το ωθούν στον τυχοδιωκτισμό, κατά την ελληνική περίπτωση, προωθώντας αντίθετα έναν συνασπισμό αριστερών δυνάμεων που θα περιλαμβάνει μέχρι και τους αριστερούς χριστιανοδημοκράτες, θα διακοπεί από τον Ζντάνοφ, ο οποίος φανερά εκνευρισμένος θα του πει: “Θέλετε να γίνετε πιο κοινοβουλευτικοί κι απ’ τους κοινοβουλευτικούς” για να επικρίνει αμέσως μετά το ιταλικό κόμμα ότι δέχτηκε το κυβερνητικό πραξικόπημα αμαχητί:

 

“Η αντίδραση, έχοντας αποβάλλει τους κομμουνιστές απ’ την κυβέρνηση έχει διασφαλίσει μία νίκη. Αυτό δεν είναι βήμα πίσω. Αυτό είναι πραξικόπημα. Τι προτίθεται το Κόμμα να κάνει; Θα περάσει το Κόμμα απ’ την άμυνα στην επίθεση; Έχει το Κόμμα πλάνο επίθεσης; Ως ποιο σημείο σχεδιάζει το Κόμμα να υποχωρήσει και σε ποιο σημείο θα περάσει στην επίθεση; Ή, ίσως, κάτω απ’ τη σημαία της αποφυγής των “περιπετειών”, θα τους επιτρέψετε να απαγορεύσουν το Κομμουνιστικό Κόμμα;”

 

Τη σκυτάλη θα πάρουν οι Γιουγκοσλάβοι, οι οποίοι θα υποστηρίξουν ότι στο φόντο της όξυνσης της ταξικής πάλης είναι αναγκαία η πλήρης κατάληψη της εξουσίας κι η εγκατάλειψη του νόμιμου δρόμου. Για τους Γιουγκοσλάβους “μία “ελληνική κατάσταση” στην Ιταλία και τη Γαλλία, μαζί με την ήδη υπάρχουσα στην Ελλάδα θα σηματοδοτούσε ένα πολύ σοβαρό χτύπημα στον ιμπεριαλισμό, θα σήμαινε τη διάλυση της ιμπεριαλιστικής επίθεσης εναντίον των προοδευτικών δυνάμεων”. Αντιστρέφοντας τις ιταλικές αιτιάσιες θα υποστηρίξουν ότι είναι οι Αμερικάνοι που δεν επιθυμούν μια επανάληψη της “ελληνικής κατάστασης” καθώς ο αγώνας του ΚΚΕ τους προξενεί ήδη τεράστια ζημιά και απειλεί την εξουσία και τις θέσεις των ιμπεριαλιστών στην Ελλάδα. Τα κομμουνιστικά κόμματα Γαλλίας και Ιταλίας θα δεχτούν νέα πυρά για το ότι η κοινοβουλευτική τους λογική έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη και την υποτίμηση του ελληνικού αγώνα και την ελλιπή στήριξή του.
Αντίστοιχη κριτική θα δεχτεί η μετωπική πολιτική του γαλλικού ΚΚ. Οι Γιουγκοσλάβοι και πάλι θα κατηγορήσουν το γαλλικό ΚΚ για λανθασμένη ερμηνεία της σοβιετικής πολιτικής κατά τον Β’ΠΠ, αφού το ΚΚ Γαλλίας περιορίστηκε στον πολιτικό αγώνα και τις ασαφείς πολιτικές συμμαχίες αφήνοντας τις αστικές δυνάμεις να πάρουν την πρωτοβουλία για την ένοπλη αντίσταση. Ο Καρντέλ θα αντιπαραβάλλει στο γαλλικό παράδειγμα τη γιουγκοσλαβική λογική σημειώνοντας ότι: “Ποτέ δεν αντιμετωπίσαμε τον εθνικο-απελευθερωτικό μας πόλεμο ως ένα στάδιο στη δημοκρατική μας επανάσταση αλλά μόνο ως τη μορφή αυτής της επανάστασης”. Οι Γιουγκοσλάβοι θα επικρίνουν επίσης τον “φετιχισμό της μορφής του συνασπισμού κομμάτων” υποστηρίζοντας ότι “η πολιτική της ενότητας πρέπει να βασίζεται σε αρχές και να ακολουθείται από τα κάτω” ενώ θα χαρακτηρίσουν κάθε συνασπισμό κομμάτων ως μια διπλή λεπίδα, μια μάχη για το “ποιος-ποιον” σημειώνοντας ότι στις περιπτώσεις που ο συνασπισμός κομμάτων είναι αναγκαίος, κερδίζει αυτός που έχει τις λιγότερες αυταπάτες για τα όρια του κοινοβουλευτισμού και προωθεί καλύτερα και ταχύτερα τις θέσεις του στον κρατικό μηχανισμό. Κατά τη γιουγκοσλαβική οπτική, ένα ΚΚ δεν πρέπει να βασίζεται κυρίαρχα στις συμμαχίες με άλλα κόμματα κι ηγετικούς κύκλους αλλά στη μακροπρόθεσμη και διαρκή ενότητα από τα κάτω (σε μαζικές οργανώσεις που θα συμπεριλαμβάνουν τις μάζες όλων των κομμάτων του μπλοκ κι ίσως κι εκτός μπλοκ). Το Κόμμα πρέπει να δυναμώσει τον ηγετικό του ρόλο και να δέσει τα χέρια των ηγεσιών των άλλων κομμάτων. Αλλιώς οι κομμουνιστές θα εξαρτηθούν απ’ τ’ άλλα κόμματα και θα γίνουν ουρά τους όντας σε διαρκή κίνδυνο απομόνωσης. Κι εδώ εντοπίζεται ένα άλλο λάθος των δυτικών ΚΚ, κοινώς το σύνθημα της “εθνικής πολιτικής” ή του “εθνικού ρόλου” του ΚΚ. Όπως θα υποστηρίξει ο Καρντέλ (φωτογραφίζοντας τον ηγέτη του ιταλικού ΚΚ, Παλμίρο Τολιάτι και τη στάση του στο ζήτημα της διαφιλονικούμενης μεταξύ Ιταλίας και Γιουγκοσλαβίας, Τεργέστης) κάποιοι κομμουνιστές πέρασαν απ’ την “εθνική πολιτική” στον εθνικισμό. Ο Καρντέλ, θα ισχυριστεί ότι αν και οι Ιταλοί και Γάλλοι κομμουνιστές λένε ότι δεν παίρνουν ριζοσπαστικά μέτρα για να μην απομονωθούν από τις μάζες, δεν είναι η δραστηριότητα αλλά η αναποφασιστικότητα ενός ΚΚ που το αποξενώνει από τις μάζες ενώ αντιθέτως η δύναμή του δε φαίνεται από το σύνολο των ψήφων του αλλά από το βαθμό στον οποίο μπορεί να ξεσηκώσει τις μάζες και να παραλύσει τον κρατικό μηχανισμό.

 

Όταν ξαναπάρει το λόγο ο Ζντάνοφ, τα πυρά του θα συγκεντρωθούν ενάντια στα σοσιαλιστικά ευρωπαϊκά κόμματα τα οποία, κατά τον ίδιο, έχουν μετατραπεί σε μεγαλύτερους προωθητές της αμερικάνικης πολιτικής κι από κάποιες παραδοσιακές αστικές δυνάμεις. Κι αυτή είναι μία ακόμη σημαντική στιγμή της ιδρυτικής διάσκεψης της Κομινφόρμ. Όπως σημείωσε ο ίδιος:

 

“Δεν θα πρέπει να συναχθεί ότι το μέτωπο της αντίστασης εναντίον του αμερικανικού ιμπεριαλισμού θα σχηματιστεί με την ίδια λογική όπως αυτό για τον αγώνα εναντίον του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Ήδη χάνουμε κάποιος συμμάχους του χθες αλλά δεν θα κλαίμε για τους φυγάδες. Θα βρούμε νέους συμμάχους. Το ξεκάθαρο και ειλικρινές μας πρόγραμμα θα μας φέρει νέους συμμάχους. Οι έννοιες “δεξιοί”, “αριστεροί”, “δημοκράτες”, “αντιδραστικοί” δεν μπορεί να είναι απόλυτες για εμάς τους μαρξιστές. “Η αλήθεια είναι σχετική και συγκεκριμένη”. Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για μέτωπο χωρίς να καθορίσει τις γραμμές πάνω στις οποίες αυτό το μέτωπο θα κινηθεί, ποια κόμματα είναι αντιδραστικά, ποια είναι δημοκρατικά. Συνήθως υποθέτουμε ότι οι Σοσιαλιστές είναι στο δεξί μας άκρο όμως υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να είναι το απώτατο άκρο της αντίδρασης.”

 

Έτσι, θα προτάξει τη συμμαχία στη Δύση μεταξύ κομμουνιστών και πατριωτικών στοιχείων που τάσσονται υπέρ της εθνικής κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της εθνικής βιομηχανίας των κρατών τους στην προσπάθεια να μπει φρένο στα αμερικανικά σχέδια για μια παγκόσμια ηγεμονία που προωθείται μέσα από τη ρητορική για μια παγκόσμια διακυβέρνηση, τον κοσμοπολιτισμό και την υποδούλωση των ευρωπαϊκών οικονομιών μέσω του σχεδίου Μάρσαλ. Παράλληλα, από την τελική Απόφαση της διάσκεψης μπαίνει το καθήκον για τους κομμουνιστές “να πάρουν στα χέρια τους τη σημαία της υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας των χωρών τους” και να υπερασπιστούν τη δημοκρατία, την εθνική κυριαρχία, την ελευθερία και ανεξαρτησία των χωρών τους. Όπως σημειώνει ο Ζντάνοφ η αμερικάνικη προπαγάνδα προσπαθεί “να καλλωπίσει την ανεξέλεγκτη επέκταση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, την αυθαίρετη καταπάτηση του δικαιώματος κυριαρχίας του λαού, να τοποθετήσει τις ΗΠΑ στο ρόλο του υπερασπιστή των πανανθρώπινων νόμων, και να παρουσιάσει αυτούς που αντιστέκονται στην αμερικανική διείσδυση ως υποστηρικτές του ξεπερασμένου “εγωιστικού” εθνικισμού””.

Σε αυτό το μήκος κύματος ο Στάλιν θα συμβουλέψει τον ηγέτη του γαλλικού ΚΚ, Τόρεζ, το φθινόπωρο του ‘47 να συνεργαστεί με πατριωτικά αντι-αμερικανικά στοιχεία καθώς οι “οι κυρίαρχοι κύκλοι της Γαλλίας σκότωσαν το κράτος, το αφήσαν χωρίς στρατό, στόλο και πολεμική βιομηχανία”.

 

 

 

 

 

 

Στο στόχαστρο τώρα τα «αριστερά λάθη»

 

 

Το τελευταίο, αλλά ομοίως σημαντικό μέτωπο που ανοίγει αφορά τις Λαϊκές Δημοκρατίες. Ενώ κατά την περίοδο 1945-47, η σοβιετική ηγεσία έβλεπε τις ΛΔ ως απλά φιλολαϊκά, φιλοβοσιετικά αλλά μη-σοσιαλιστικά καθεστώτα που δεν θα ακολουθούσαν το σοβιετικό δρόμο, τώρα προτάσσεται το ανάποδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Μάρτη του ‘47 ο, πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας, Έντουαρντ Μπένες σε συνέντευξη στους ΝΥ Times υποστήριξε ότι η Τσεχοσλοβακία είναι ένα τυπικό κράτος όπου δεν υπάρχει σοβιετικό καθεστώς και το οποίο οδεύει στο σοσιαλισμό με εξελικτικό τρόπο. Στην ίδια την ιδρυτική διάσκεψη της Κομινφόρμ, ο εκπρόσωπος του πολωνικού εργατικού κόμματος, Γκομούλκα, θα εκφράσει τον φόβο ότι οι κομμουνιστές μόνοι τους δεν θα μπορέσουν να σταματήσουν την αμερικανική επεκτατική πολιτική μέσω μια συμμαχίας αποκλειστικά με “πατριωτικά” στοιχεία, προβάλλοντας την ανάγκη για συμμαχίες τόσο με τους σοσιαλδημοκράτες όσο και με τους φιλελεύθερους δημοκράτες. Για τον Γκομούλκα, οι οικονομίες των Λαϊκών Δημοκρατιών, δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν σοσιαλιστικές ενώ για να μετατραπούν σε τέτοιες θα απαιτούνταν οξεία σύγκρουση με τα καπιταλιστικά στοιχεία ενώ όπως σημείωνε καθήκον του πολωνικού κόμματος στην περίοδο ήταν “να χαλιναγωγήσει” και όχι “να εξαφανίσει” αυτά τα στοχιεία. Για τον Γκομούλκα, το χαμηλό επίπεδο αγροτικής παραγωγής και παραγωγής βιομηχανικών αγαθών καθιστούσε αναγκαία και ίσως επιθυμητή την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων κι απόμενε η εξασφάλιση της κυριαρχίας του κρατικού τομέα πάνω σ’ αυτά.

Αυτές οι αντιλήψεις κι οι ηγεσίες των ΚΚ που είναι φορείς τους επικρίνονται τόσο για την απροθυμία λήψης μέτρων οικοδόμησης του σοσιαλισμού (π.χ. κολλεκτιβοποίηση) όσο και για την καθυστέρηση της κατάληψης του κρατικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια μπορούμε να πούμε ότι δίνεται το σινιάλο για τη μετατροπή των Λαϊκών Δημοκρατιών σε μονοκομματικά καθεστώτα σοσιαλιστικού τύπου στα πρότυπα της Σοβιετικής Ένωσης ενώ ηττώνται (προσωρινά) οι υπέρμαχοι της λογικής των ιδιαίτερων-εθνικών δρόμων προς το σοσιαλισμό.

 

Τα αποτελέσματα της ιδρυτικής διάσκεψης της Κομινφόρμ

 

Η ιδρυτική διάσκεψη της Κομινφόρμ ενθουσιάζει τους υπέρμαχους μιας πιο ασυμβίβαστης κι ενεργητικής πολιτικής απέναντι στη Δύση και πυροδοτεί σειρά εξελίξεων. Οι μη-κομμουνιστικές δυνάμεις στο εσωτερικό των Λαϊκών Δημοκρατιών οδηγούνται σε περιθωριοποίηση κι εξαφάνιση. Στα ΚΚ των Λαϊκών Δημοκρατιών ενισχύονται οι φορείς των αντιλήψεων που συμφωνούν με τη γενική κατεύθυνση που χαράσσει η διάσκεψη της Κομινφόρμ. Ο ίδιος ο Στάλιν στα τέλη του ‘47 συμβουλεύει τους ηγέτες των Γάλλων κι Ιταλών κομμουνιστών να οργανώσουν παράνομα τμήματα, να συγκεντρώσουν οπλισμό και να ετοιμαστούν για το ενδεχόμενο ένοπλης αντιπαράθεσης. Τα βαλκανικά κράτη συνάπτουν νέες συμφωνίες προωθώντας την περαιτέρω προσέγγισή τους. Η ροή βοήθειας προς τον ΔΣΕ αυξάνεται (η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ έχει ήδη δώσει προτεραιότητα στον ένοπλο αγώνα καταρτώντας σχέδιο κατάληψης της Θεσσαλονίκης) ενώ στα τέλη του ‘47 ανακοινώνεται η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση στα βουνά του Γράμμου. Στις αρχές του ‘48 οι Γιουγκοσλάβοι μετακινούν μια μεραρχία στον αλβανικό νότο ενώ ο Δημητρόφ μιλάει σε ξένους δημοσιογράφους για τη μελλοντική σύσταση βαλκανικής-παραδουνάβιας συνομοσπονδίας όπου πρόκειται να συμπεριληφθεί και η Ελλάδα.

Σε εκείνο το σημείο η σοβιετική ηγεσία θα θεωρήσει ότι λόγω της προηγούμενης έμφασής της στην κριτική των “δεξιών” λαθών ανακύπτει πλέον το πρόβλημα των “αριστερών” λαθών και της “αριστερής” ανυπακοής -κύριοι φορείς της οποίας είναι οι Γιουγκοσλάβοι- κι η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες περιπέτειες με τη Δύση. Στη 2η Διάσκεψη της Κομινφόρμ, η κατάσταση θα αντιστραφεί με τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές να μετατρέπονται από μοντέλο προς μίμηση σε “μαύρα πρόβατα” φανερώνοντας μετά τα “δεξιά” και τα “αριστερά” πολιτικά όρια της σοβιετικής τακτικής της περιόδου και ξεκαθαρίζοντας το μίγμα της νέας μεταπολεμικής ισορροπίας στο “σοσιαλιστικό” στρατόπεδο. Η στροφή που παρατηρείται στο β’ μισό του ‘47 έχει ως στόχο τη διόρθωση παρεκκλίσεων που προέκυψαν από την πολιτική τακτική της περιόδου 1941 (ή 1945) – 1947 και τη διαμόρφωση ενός μπλοκ και μίας τακτικής ικανής να αντισταθεί στην αμερικανική επιθετικότητα. Ως τέτοια είναι σημαντική αλλά σήμερα, ακόμα σημαντικότερη είναι η συζήτηση που πυροδοτήθηκε με αφορμή τις συγκεκριμένες προκλήσεις.

 

 

*το παρόν άρθρο αποτελεί εκτεταμμένη εκδοχή του αντίστοιχου στην έντυπη μορφή του ΠΡΙΝ

 

Τα πρακτικά των τριών συνεδριάσεων της Κομινφόρμ παράλληλα με εκτεταμμένες σημειώσεις και άρθρα που βασίζονται σε αρχειακές πηγές των χωρών του “υπαρκτού σοσιαλισμού” μπορούν να βρεθούν στο έργο: Giuliano Procacci (επ.), The Cominform : minutes of the three conferences, 1947/1948/1949

 

Tags:

© Some rights reserved 2017 - ΠΡΙΝ Παλιά μορφή και προηγούμενα άρθρα